Μία δημοσίευση στην εβδομαδιαία εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΨΗ” (φύλλο της 23ης Δεκεμβρίου 2015), έχει τον τίτλο “Κουφά και άλαλα” και με συντάκτη κάποιον κ. Νίκο Μαυρία. Η δημοσίευση αναφέρει μύθους, θρύλους και ιστορίες του “μεταφυσικού” που έχουν τοπικό χαρακτήρα και που αποτελούν μέρος της λαϊκής παράδοσης του κάθε τόπου. Εξαίρεση φυσικά, δεν θα μπορούσε να αποτελεί και το νησί μας, η Ζάκυνθος. Πιο κάτω ο αρθρογράφος αναφέρει μερικούς από αυτούς τους θρύλους…
ΤΟ ΒΡΟΝΤΟΝΕΡΟ ΣΤΟ ΚΑΛΑΜΑΚΙ
Όλοι μας έχουμε ακουστά το Βροντόνερο, στο Καλαμάκι. Τον βράχο που βρίσκεται κάτω από τον Σκοπό. Εκεί, έλεγαν ότι κατοικούν δαιμόνια και ότι μόνο μέρα μπορεί να περάσει κάποιος με βάρκα, και ανοιχτά μάλιστα από την ακτή γιατί έπεφταν πέτρες χωρίς να υπάρχει κάποιος που να τις ρίχνει… Επίσης, ο ήχος από το νερό που αναβλύζει από την πηγή του Βροντόνερου ακούγεται σαν μουγκρητό άγριου ζώου και υπάρχουν αναφορές για εμφάνιση ξωτικών και νεράιδων… Λίγο πριν το Βροντόνερο υπάρχει μια καταπράσινη μικρή κοιλάδα στις πηγές στην Κάναλο. Εκεί λένε, ότι στις κουφάλες των αιωνόβιων δέντρων βρίσκεται η είσοδος που οδηγάει σε κάτω κόσμους…
Στην Φωτογραφία είναι η παραλία Βροντόνερο στο Καλαμάκι.
ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΟΝΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΑΛΑ
Άλλον μύθο συναντάμε για τα 12 πηγάδια του Αντρονιού στον Αγαλά. Τα 11 από αυτά είναι στην επιφάνεια του εδάφους ενώ το 12ο βρίσκεται θαμμένο κάτω από την γη. Ο Αντρονιός, λέει η παράδοση, ήταν δράκος ψηλός 300 μέτρα και έφταιξε τα 12 πηγάδια του Αγαλά. Τα πηγάδια πήραν το όνομά του όπως και η κοιλάδα στην οποία φτιάχτηκαν. Ο άρχοντας του χωριού και προστάτης του, ο Δαμιανός, υποχρέωσε τον Αντρονιό να μονομαχήσει μαζί του και τον νίκησε. Σαν τιμωρία τού επέβαλε να φτιάξει 12 πηγάδια, ένα για κάθε μήνα του χρόνου, για το καλό των ανθρώπων του χωριού. Από την σπηλιά του, ο Δαμιανός παρακολουθούσε τον Αντρονιό για να εκτελεί καλά το έργο – τιμωρία του. Τα πηγάδια φτιάχτηκαν. Οι κάτοικοι είχαν πια πολύτιμο νερό. Όταν ο Αντρονιός ξαναεπαναστάτησε, ο Δαμιανός τον σκότωσε και το απολίθωμά του “βρίσκεται” σήμερα στην ομώνυμη σπηλιά. Υπάρχει όμως και μία άλλη εκδοχή: Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Αντρονιός προκαλούσε τρόμο στους διαβάτες και στους περαστικούς της κοιλάδας, σκοτώνοντάς τους εάν δεν τού πρόσφεραν τροφή, γι’ αυτόν και για το άλογό του. Έτσι οι κάτοικοι της κοιλάδας αποφάσισαν να τον εξοντώσουν. Κάποιος χωριανός λέγεται ότι σκέφτηκε να τού φτιάξουν μια τεράστια πίτα και να τον δηλητηριάσουν. Έτσι οι κάτοικοι της κοιλάδας έφτιαξαν την πίτα και την πρόσφεραν στον δράκοντα ως δώρο. Ο δράκοντας έφαγε την πίτα και έπεσε σε λήθαργο ενώ οι κάτοικοι, καθώς αυτός κοιμόταν τον σκότωσαν. Έτσι, απαλλάχτηκαν οι κάτοικοι της κοιλάδας από τον δράκοντα και μετά από πολλά χρόνια η κοιλάδα ονομάστηκε “Ο Δράκοντας Αντρονιός”. Το δε γιγάντιο και τεράστιο άλογό του απελευθερώθηκε από τους κατοίκους και αναπαύεται απολιθωμένο στο υψηλότερο μέρος του σπηλαίου της κοιλάδας. Οι κάτοικοι ονόμασαν το σπήλαιο αυτό “Το άλογο του Αντρονιού”.
Ένας καλός φίλος, ερασιτέχνης ποιητής, ο Δύ – στιχος, έγραψε το παρακάτω ποίημα:
«Ο ΑΝΤΡΟΝΙΟΣ»
Πριν από χρόνους και καιρούς,
πόσους κανείς δεν ξέρει,
στα όρη τα Ζακυνθινά,
στου Αγαλά τα μέρη,
έφτασε ένας γίγαντας,
ψηλός τριακόσια μέτρα,
ο δράκοντας ο Αντρονιός,
που έστιβε την πέτρα.
Τους χωριανούς φοβέρισε,
πώς θα τους ξεκοιλιάσει,
αν δεν του φέρουν φαγητό,
να φάει, να χορτάσει.
Κακότροπος και άσχημος,
εμύριζε σαν τράγος,
και σ’ όλους έκαμε γνωστό,
πως ήταν χορτοφάγος.
Ζήτησε όσπρια, κρασί,
λαχανικά και φρούτα,
έτρωγε κήπο ολόκληρο,
μέσα σε δυό μινούτα.
Είπε να φέρουν και σανό,
να φάει τ’ άλογό του,
που το αγάπαγε πολύ,
και τό ‘χε σύντροφό του.
Του πήγαν μιά, του πήγαν δυό,
του πήγαν άλλες έξι,
μα το χωριό δεν μπόρεσε
το βάσανο ν’ αντέξει.
Κάλεσαν το συμβούλιο,
για να αποφασίσουν,
πώς να γλιτώσουν απ’ αυτόν,
πως να τον εξορίσουν.
Βγήκε μπροστά ο Δαμιανός,
του Αγαλά ο προστάτης,
άντρας γενναίος, δίκαιος,
άρχοντας, απελάτης.
“Εγώ”, είπε στους χωριανούς,
“μαζί του θα παλέψω,
με όλη μου τη δύναμη,
για να σας προστατέψω”.
“Με την ευχή σας γέροντες,
το τέρας θα νικήσω,
θα απαλλάξω το χωριό,
γαλήνη θα σκορπίσω.
Μα αν με νικήσει, δυστυχώς,
τη θέση μου θα πάρει,
και το μικρό μας το χωριό,
αυτός θα κουμαντάρει”.
Εδέχτηκε ο Αντρονιός,
με γέλια τον αγώνα,
πιωμένος όμως ήτανε,
κι αργός σαν τη χελώνα.
Ευκίνητος ο Δαμιανός,
τρικλοποδιά του βάνει,
σαν σβούρα τρέχει γύρω του,
κι ο Αντρονιός τα χάνει.
Πριν να συνέλθει το θεριό,
του βάνει μιά ακόμα,
και με τα μούτρα έπεσε,
ο Αντρονιός στο χώμα.
Με ένα σάλτο ο Δαμιανός,
στο σβέρκο του καθίζει,
τον δένει χειροπόδαρα,
και τόνε φυλακίζει.
Ήσουν”, του είπε ο Δαμιανός,
“σκληρός με τους ανθρώπους,
καθόλου δεν σεβάστηκες,
των χωρικών τους κόπους.
Αποζημίωση χρωστάς,
σ’ όλους αυτούς να δώσεις,
και ίσως το τομάρι σου,
μπορέσεις να γλιτώσεις”.
“Θα κάμουνε συμβούλιο,
και θα σε τιμωρήσουν,
για το μεγάλο θράσος σου,
βαριά ποινή θα ορίσουν.
Θα συμφωνήσω με αυτούς,
σε ό,τι αποφασίσουν,
γι αυτό συγγνώμη ζήτα τους,
μήπως σε συγχωρήσουν”.
“Αφήστε με ελεύθερο”,
ο Αντρονιός φωνάζει,
“θα κάμω ό,τι θέλετε,
και ό,τι σας χτικιάζει.
Θα βοηθάω στις δουλειές,
θα βόσκω τα γελάδια,
θα φτιάξω, νά ‘χετε νερό,
και δώδεκα πηγάδια”.
Εσκέφτηκαν οι χωριανοί,
να μην τον τιμωρήσουν,
να γίνει ό,τι έταξε,
και ήσυχα να ζήσουν.
Όμως το ξεκαθάρισαν,
κι άλλο να μη γυρεύει,
μόνος θα βρίσκει φαγητό,
μόνος θα μαγειρεύει.
Το δέχτηκε ο Αντρονιός,
και μέσα στα λαγκάδια,
αρχίνισε σιγά-σιγά,
να φτιάχνει τα πηγάδια.
Από ψηλά ο Δαμιανός,
που λίγο ανησυχούσε,
από μία δίπατη σπηλιά,
τον παρακολουθούσε.
Ήσυχα κύλαγε η ζωή,
μέσ’ στου χωριού τη φύση,
κι ο Αντρονιός φαινότανε,
να έχει ηρεμήσει.
Εδούλευε, βοήθαγε,
με ήλιο, με σελήνη,
και κάπου-κάπου τού ‘διναν,
να τρώει και να πίνει.
Κάποιες γυναίκες του χωριού,
του έφτιαχναν και πίτες,
άλλες του δίνανε γλυκά,
και άλλες τηγανίτες.
Λίγοι τον συμπαθήσανε,
κάποιοι τον αγνοούσαν,
κι άλλοι τον πότιζαν κρασί,
μαζί μεθοκοπούσαν.
Τότε γινότανε στρυφνός,
προσβλητικός, χυδαίος,
έβριζε και βλαστήμαγε,
και προξενούσε δέος.
Και όσο πέρναγε ο καιρός,
με κάθε ευκαιρία,
έδειχνε προς τους χωριανούς,
μίσος και μοχθηρία.
Κι όταν μισοτελείωνε
και το στερνό πηγάδι,
άγριος θυμός τον έπιασε,
και σκότωσε έναν Κλάδη.
Χτύπησε εννέα χωριανούς,
γκρέμισε δύο σπίτια,
κι είπε πως θέλει φαγητό,
ν’ αρχίσουν τα συσσίτια.
Κλαίγοντας πάνε οι χωριανοί,
στον Δαμιανό και πάλι,
να κάμει κάτι ο άρχοντας,
να σώσουν το κεφάλι.
“Δύσκολα θα τον πιάσουμε,
θα δούμε τί θα γίνει”,
είπε πικρά ο Δαμιανός,
νιώθοντας την ευθύνη.
Είπε λοιπόν σε μιά γριά,
μιά πίτα να του φτιάξει,
και μέσα δηλητήριο,
μπόλικο να σταλάξει.
Την έφαγε ο Αντρονιός,
την πίτα πεινασμένος,
και έπεσε σε λήθαργο,
βαρυστομαχιασμένος.
Έτρεξαν όλοι οι χωρικοί,
μ’ αξίνες και τσαπούνια,
με φόβο, μα και με οργή,
τον έκαμαν μπουκούνια.
Και έτσι απαλλάχτηκαν
από το βάσανό τους,
και η γαλήνη απλώθηκε
και πάλι στο χωριό τους.
Πάνω στη δίπατη σπηλιά,
θάφτηκε τ’ άλογό του,
και πήρε η περιοχή
τ’ όνομα το δικό του.
Τώρα “κοιλάδα του Αντρονιού”,
την έχουν ονομάσει,
κι απ’ τη σπηλιά “του Δαμιανού”,
τη φύση έχουν θαυμάσει.
Δύ-στιχος [ΣΠΥΡΟΣ ΚΛΑΔΗΣ]

Τα πηγάδια του Αγαλά.

Η δίπατη σπηλιά του Δαμιανού στον Αγαλά.
“ΤΣΗ ΓΡΙΑΣ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ”
Στην περιοχή του Ξηροκάστελλου υπάρχει ένα ρέμα που ονομάζεται “τση γρίας το πήδημα”. Λέγεται ότι μια βραδιά με πολύ βροχή, μία γρία γύριζε στο σπίτι της από τη χώρα. Φτάνοντας στο ρέμα διαπίστωσε ότι είχε φουσκώσει πολύ από την βροχή. Νευρίασε, άρχισε να βλαστημάει και αποφάσισε να πηδήξει απέναντι. Έπεσε όμως στο ρέμα και πνίγηκε. Η τοποθεσία πήρε το όνομα “τση γρίας το πήδημα” σαν αιώνιο παράδειγμα τιμωρίας που περιμένει όσους βλαστημούν τα Θεία.
Ο ΜΥΛΟΣ ΣΤΟ ΣΚΟΥΛΙΚΑΔΟ
Σε έναν άλλον λόφο της Ζακύνθου, στο Σκουλικάδο, υπάρχει ένας παλιός μύλος που πολλά βράδια, οι ντόπιοι, ακόμα και σήμερα, τον έχουν δει να φωτίζεται με μια περίεργη λάμψη και να δουλεύει και λένε ότι ακούγονται περίεργα και ακαταλαβίστικα τραγούδια από μέσα, και όταν κάποιος πλησιάσει εκεί, σταματούν…
Ο ΠΥΡΓΟΣ ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗ ΣΤΟ ΑΡΓΑΣΙ
Ο Πύργος Δομενεγίνη βρίσκεται στο Αργάσι και ένα πέπλο μυστηρίου είχε αρχίσει να τον καλύπτει στις αρχές του 1822. Οι φήμες έλεγαν ότι είναι στοιχειωμένος και ότι τον είχε κάνει δικό του ο διάβολος, εξ ου και το όνομα που τού είχαν δώσει οι Ζακυνθινοί, “Το διαβολόσπιτο”. Κατά τις βραδινές ώρες κανένας δεν τολμούσε να περάσει από εκεί, και όποιος άτυχος το τολμούσε, δεχόταν χτυπήματα από πέτρες καθώς επίσης άκουγε και τρομακτικές κραυγές να βγαίνουν από τους γύρω λόφους, μαζί με θορύβους από αλυσίδες, ενώ άγρια σκυλιά τον κυνηγούσαν αλύπητα. Ακόμα και σήμερα, οι παλιότεροι τον πύργο τον ξέρουν ως “διαβολόσπιτο” παρά ως Πύργο Δομενεγίνη. Βέβαια εδώ υπάρχει εξήγηση… Οι ντόπιοι επαναστάτες του 1821, προκειμένου να απομακρύνουν κάθε περίεργο περαστικό, δημιούργησαν έντεχνα και πανέξυπνα τον μύθο του στοιχειωμένου Πύργου. Έτσι ο “διαβολοπύργος” με τα “φαντάσματά” του, προστάτευε αποτελεσματικά κρίσιμες εθνικές συνεδριάσεις και αποστολές της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Πύργος Δομενεγίνη στο Αργάσι Ζακύνθου.
Το “θαυμαστό Γιούσουρι” ανήκει σε πλήθος λαϊκές παραδόσεις που συναντάμε σε όλη την Ελλάδα όπου διασώζονται διηγήσεις για θαλασσινά θεριά. Ορισμένα από αυτά ζουν και στην στεριά, όπως αυτό στην Ζάκυνθο: “Στον Λαγανά μένει ένα μεγάλο θηρίο τση θάλασσας και τση στεριάς. Πότε σαν φίδι σέρνεται στον γιαλό και στα βουνά, πότε σαν μεγάλο θηρίο με τρομακτικά μάτια. Και μισό ψάρι και μισό φίδι, είναι στην θάλασσα και πάει στα καράβια και πότε σαν διάβολος παρουσιάζεται στην θάλασσα και στη ξεράν”.
Σε άλλη κατηγορία λαϊκών δοξασιών ανήκουν τα μυθολογικά πρόσωπα – φύλακες κτιρίων, πηγαδιών και ερημικών τόπων.
Ο Ν. Πολίτης στις “Παραδόσεις” του καταγράφει δύο ενδιαφέροντα κείμενα από την Ζάκυνθο, στα οποία ο Μώρος περιγράφεται ως στοιχειό του σπιτιού που μπορεί να τιμωρήσει τους ανθρώπους που δεν τον τιμάνε ή δεν τήρησαν κάποια απαγόρευσή του και, αντίστροφα, δίνει πλούτο και υγεία ή φανερώνει έναν θησαυρό στην οικογένεια που τον τίμησε ή του πρόσφερε κάποιο κέρασμα.
Στο Καταστάρι, αλλά και πλησίον του χωριού Μαχαιράδο, υπήρχαν τοποθεσίες που οι κάτοικοι τις θεωρούσαν ως κατοικίες των πονηρών πνευμάτων που εμφανίζονται την νύχτα. Κάτω από το βουνό Βραχιώνας, σύμφωνα με τον θρύλο, υπάρχει μια μικρή κοιλάδα ονομαζόμενη Λουχινά, που θεωρείται η κατοικία ξωτικών, ενώ στο χωριό Εξωχώρα λένε ότι πολλοί άνδρες εξαφανίζονται ανεξήγητα και παντρεύονται με νεράιδες.
Η λαϊκή παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα, είναι ο πλούτος που η κάθε γενιά παραδίδει στην επόμενη. Μέσα από την διαπάλη του παλιού με το καινούργιο, γεννιέται ο πολιτισμός.
Μην μπερδευόμαστε με την σημερινή εποχή που όλα βρίσκονται και μάς περιμένουν σε μία οθόνη… Όλες αυτές οι ιστορίες, οι μύθοι και οι δοξασίες της κάθε περιοχής ειπώθηκαν από γενιές ολόκληρες και για ατέλειωτα βράδια γύρω από φωτιές και φουφούδες, κρατώντας συντροφιά σε οικογένειες απλοϊκών ανθρώπων.
Ανθρώπων που μετέφεραν ιστορίες που έρχονται ποιός ξέρει από πόσο παλιά… Άλλωστε το νόημα δεν είναι να τις πιστέψεις , το θέμα είναι ότι αυτές οι ιστορίες είναι ακόμα ζωντανές. Το φοβερό δε, είναι ότι αν κάτσεις να συζητήσεις με διάφορους γέροντες και γιαγιάδες για όλα αυτά, οι περισσότεροι θα σού πουν πως έχουν και προσωπικές εμπειρίες!