Τo Καφενείο του Φαραού (και οι “φλυαροκαθίστρες”)!

Το άρθρο το δημοσιεύω όπως ακριβώς το βρήκα στο βιβλίο του Αειμνήστου ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΜΟΝΗ – ΤΖΑΓΚΛΑΡΑ “Ας είναι εις ανάμνησιν…” – Μορφές βίωσης από το απόμακρο ζακυνθινό χθες… (εκδόση “ΕΡΜΗΣ” – 2008). Είναι η ιστορία του καφενείου “ΧΡΥΣΟΥΣ ΑΛΕΚΤΩΡ” όπου βρισκόταν στην Πλατεία Διον. Σολωμού. Όταν προσεισμικά ανήκε σε έναν Νιόνιο Φαραό. Διαβάστε την ιστορία του…

Το κτήριο του καφενείου ήταν ένα εύκοσμο και κομψό ισόγειο κτίσμα, στην θέση όπου σήμερα υψώνεται η βορειανατολική πλευρά του Μουσείου.

Η μία όψη του καφενείου είχε θέα στην λεωφόρο, που άγει από τον Πλατύφορο στην Πλατεία Σολωμού. Η άλλη επί της Πλατείας και η τρίτη σ’ έναν βραχύ και στενό καντούνι. Η τέταρτη πλευρά του οικοδομήματος εφαπτόταν στο παρακείμενο κτίσμα.

Έτσι η ευρύχωρη και θελκτική αίθουσα είχε άπλετο φυσικό φωτισμό και θέα περίοπτη. Ακόμη δε, ο εύθετος προσανατολισμός του κτηρίου, καθώς και η ορθολογική και όσον και βέλτιστη αναλογία των πεσσών προς τις τζαμόπορτες , παρείχαν στην αίθουσα θάλπος και ευκρασία. Τα καλοκαίρια ο πρωινός “μπάτης”, θωπευτικός και ευπρόσδεκτος, εδρόσιζε την αίθουσα και τον υπαίθριο περίγυρό της με την αλμυρή πνοή του, καθώς ερχόταν φρέσκος – φρέσκος από το πέλαγος.

Φαίνεται πως το κτήριο είχε κτιστεί ειδικά για την επαγγελματική λειτουργία που εστέγασε “ισοβίως”. Και τούτο συνάγεται από την εύστοχη και πρόσφορη λειτουργικά διάρθρωση των υπηρεσιακών χώρων , σε συσχετισμό με την αίθουσα.  Και ακόμη, βασίμως εικάζεται, από τον πλούσιο και καλαίσθητο αρχιτεκτονικό του διάκοσμο, πως ο αρχικός ιδιοκτήτης ήταν φιλόκαλος και ήκιστα φειδωλός.

Το κτήριο και η επιχείρηση ανήκαν εις έναν εκ των δύο ομοτέχνων αδελφών Ρουματζά (Ρωμαντζά). Στις αρχές του 20ου αιώνα τα ζαχαροπλαστεία Ρουματζά ήταν περίφημα κοσμικά κέντρα αναψυχής και συναναστροφής, θαμιζόμενα από την τότε ακμάζουσα αστική τάξη.

Ιδιαίτερα προσέλκυε ευάγωγους και εύπορους θαμώνες ως ευπρεπές και κόσμιον οικογενειακόν εντευκτήριον ο “ΧΡΥΣΟΥΣ ΑΛΕΚΤΩΡ”, που μ’ αυτήν την επιχειρηματική προσωνυμία ελειτούργησε από την ίδρυσή του μέχρι την αποτεφρωτική τελευτή του, κατά την αποφράδα 12η Αυγούστου 1953.

Έχω ακουστά (πάει να πει γνωρίζω εκ φήμης), ότι τα καλοκαίρια ο “Χρυσούς Αλέκτωρ”,  “έφερνε”, (μετακαλούσε) “σαντέζες” και “τζιτζίκες”, όπως αποκαλούσαν, μάλλον χλευαστικά, οι Ζακυνθινοί της εποχής τις περιφερόμενες τραγουδίστριες.

Με τον κάπως πρόωρο θάνατο του Ρωμαντζά, η επιχείρηση περιήλθε για κάποιο χρονικό διάστημα  στην ευθύνη ενός προσώπου με σχεδόν ανύπαρκτες εμπειρίες, με συνέπεια την υποβάθμιση της επιχείρησης, για να καταλήξει τελικά στην επιχειρησιακή αντίληψη και μέριμνα του Νιόνιου Φαραού, στα μέσα της δεκαετίας του 1930 (1934;).

Η ιδιότητα του Νιόνιου Φαραού, που ήτα τελειόφοιτος μαθηματικός και η ιδιότητά του, του φροντιστή αυτού του μαθήματος, αν και προφανώς άσχετες προς τις απαιτούμενες επαγγελματικές εμπειρίες του καταστηματάρχη καφεζαχαροπλαστείου, δεν εμπόδισαν την γρήγορη προσέλκυση θαμώνων και την ανασύσταση μιας τακτικής πελατείας. Όχι, όμως, από αυστηρούς και “μπενεστάντηδες” (κτηματίας, ευκατάστατος) αστούς, του Κερδώου Ερμή θεράποντες, όπως πριν, αλλά από φιλοπνευματικούς και φιλότεχνους συμπολίτες, καθώς και πρόσωπα διακατεχόμενα από κοινές ανησυχίες και ευαισθησίες.

Έτσι, δημιουργήθηκε μια δρώσα πνευματική συντροφιά, όπου εσυζητούνταν και επραγματεύονταν θέματα λόγου, ιστορίας, τέχνης, πολιτισμού και πολιτικής (όχι κομματικής), σε συνάφεια και συσχετισμό προς τα ρεύματα της εποχής.

Η ομήγυρη είχε ως “έδρα” της την αριστερή προς τον εισερχόμενο γωνία, στο βάθος της αίθουσας. Ενώ, στην διαγωνίως δεξιά γωνία, ήταν η “εστία” θαλερών και νωχελών απομάχων της βιοπάλης, που αποτελούσαν και το ευήκοον ακροατήριο της ευήγορης και λαλίστατης συντροφιάς. Χωρίς να κατανοούν το νοηματικό περιεχόμενο προτάσεων, θέσεων και αντιρρήσεων των ομιλητών, σ’ όλη την έκτασή του, παρέμεναν προσηλωμένοι κι εκστατικοί ακροατές, απολαμβάνοντες ευφροσύνως τον καφέ τους ή το φασκόμηλό τους, τις κρύες ημέρες του χειμώνα.

Στην συντροφιά αυτή, των στοχαζομένων και φιλολογούντων, την πρωτοκαθεδρία κατείχε ο Παναγιώτης Μπελούσης – Τόμπρος, έγκριτος και ευδόκιμος φιλόλογος και συνέπρατταν δραστηρίως ο ευρυμαθής φιλόλογος Γεώργιος Πατρινός και ο εμβριθής μαθηματικός Τιμόθεος Αγαλιώτης. Πάντοτε με εμπεριστατωμένες αναλύσεις και πειστικές τεκμηριώσεις των πραγματευομένων θεμάτων. Όμως το ζωηρότερον και εκδηλωτικότερον κύτταρο της ομήγυρης συνιστούσαν οι νέοι (τότε) εκκολαπτόμενοι ποιητές Σπύρος Γκούσκος και Νίκος Γρυπάρης, και από κοντά ο Νιόνιος Μυλωνάς, καθώς και άλλοι τινές, που κατάθεταν δειλά και διακριτικά τα στιχουργικά ή τα πεζογραφικά τους γυμνάσματα. Τα οποία αποτελούσαν αγαθά εφηβικά αμαρτήματα μιάς ωραίας εποχής, για τους επίδοξους λογίους εκείνου του καιρού, που όμως οι απρόσφορες περιστάσεις (ίσως) δεν εβοήθησαν για να προκόψουν στον Λόγιο Ερμή.

Εκεί, λοιπόν, εις το έμπλεον λογιοσύνης και ερευνητικού στοχασμού όμιλο του «Χρυσού Αλέκτορος», ο αξέχαστος Ντίνος Κονόμος αναζητούσε το σημείον προσανατολισμού και ψυχοπνευματικών του ανησυχιών και το θεματικό αντικείμενο, προς το οποίον θα διαθέσει την λανθάνουσα αλλά αφυπνιζόμενη δημιουργική πνοή του. Συναισθηματικά τον συνήρπαζε το τοπικό παρελθόν, σ’ όλες τις εκδοχές του. Και διαισθητικά εντόπισε την ζωηρή του έφεση στην ανάδειξη των πολιτιστικών, λαογραφικών και ιστορικών στοιχείων και συστατικών αυτού του παρελθόντος. Τα ήθη, τα έθιμα, οι δράσεις, τα δημιουργήματα και οι συμπεριφορές των ανθρώπων της νεότερης ιστορικής περιόδου (από το 1500 κι εδώθε) του νησιού, αποτέλεσαν το ισόβιο ενδιαφέρον του. Ίσως ο αείμνηστος ιστοριοδίφης και ιχνηλάτης Ντίνος Κονόμος να προσέγγισε με διάθεση ρομαντική, τον τομέα των επιμόνων πνευματικών του αναζητήσεων. Ωστόσο όμως, φιλότιμα και υπεύθυνα, υπηρέτησε με πάθος κι αφοσίωση αυτό που έταξε ως σκοπό του.

Σ’ αυτήν την πολυμελή και κάπως ετερόκλητη συντροφιά, είχαν περισσότερο ακροαματική και λιγότερο αγορητική συμμετοχή και άλλοι, μη «μακάριοι» και μη «ραθυμούντες» αλλά «πνευματικά» γρηγορούντες συνδημότες όπως ο Στάθης ο Αγαλιώτης, (αδελφός του μαθηματικού Τιμοθέου Αγαλιώτη), ο Νιόνιος Μουρίκης, ο Μίμης Ντενάζης (Δενάζης), ο Γιάννης Ξεκουκούλωτος, οικονομολόγος και έφεδρος Υπολοχαγός Πυροβολικού, που επνίγηκε κατά τον τορπιλισμό του πλοίου μεταγωγής των ομήρων. Καθώς και μερικοί άλλοι, ανάμεσά τους και ο Νιόνιος ο Μόττας – Μυλωνάς. Αλλά αξιόλογη υπήρξε και η δημιουργική συμβολή και οιονεί οικοδεσπότη Νιόνιου Φαραού, που δεν ήταν απλώς ο ευγενής και ανεκτικός ξενιστής της ομιλητικής ομηγύρεως, μα ένας βαθυστόχαστος και ελλόγιμος σχολιαστής και αγορητής, με διαλεκτική σκέψη και κρυστάλλινο ορθολογισμό.

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο Νιόνιος Φαραός πολυσχιδής προσωπικότητα, αφού ανταποκρινόταν με απόλυτη επάρκεια και πληρότητα στις απαιτήσεις των δραστηριοτήτων του. Μεθοδικός, επιμελής και αποτελεσματικός «προγυμναστής» μαθηματικών. Ρέκτης, ευγενής και αφιλοκερδής καφετζής. Και συνάμα, καλλιεργημένος, ενήμερος και ευήγορος πνευματικός άνθρωπος και στοχαστής.

Όμως η συντροφιά του «Χρυσού Αλέκτορος» εντρυφούσε και ένας αλλόδημος με λογοτεχνικές φιλοδοξίες και ανησυχίες. Ήταν τελωνειακός ελεγκτής και έγραφε λυρικά λυρήματα που ο ίδιος τα χαρακτήριζε πεζοτράγουδα και που ο φιλοπαίγμων Νιόνιος Μουρίκης τάγραψε «παιζοτράγουδα», με προφανή τον σκωπτικό εμπαιγμό. Μερικά από αυτά δημοσιεύθηκαν στην «Ζακυνθινή Φωνή» του Σπύρου Μυλωνά.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, ο «Χρυσούς Αλέκτωρ» ήταν υπό την ακοίμητη επιτήρηση του τότε «Παραρτήματος Εθνικής Ασφαλείας» εξ αιτίας των δημοκρατικών πεποιθήσεων και των προοδευτικών αντιλήψεων της συντροφιάς. Και προς άσκησιν προληπτικής ψυχολογικής βίας και αποθάρρυνση των αντιφρονούντων θαμώνων, εισέβαλε στον καφενέ κατά διαστήματα, ορμητικός και οργίλος ο «μυστικός» (!) του Παραρτήματος Ε.Α. χωροφύλακας Νεοκλής, γνωστός τοις πάσι ως «Ιαβέρης».

Εις επίδειξη του ανύπαρκτου όσον και αχρήστου αστυνομικού δαιμονίου του, ερχόταν ύπουλα και έμπαινε πότε από την πόρτα του καντουνιού και πότε από την πόρτα της λεωφόρου, με την πρόθεση και την ελπίδα να αιφνιδιάσει την ομήγυρη και να «πιάσει» κάποια επιλήψιμη πράξη. Όμως «είχαν γνώση οι φύλακες»… Πάντοτε κάποιος από την συντροφιά αντιλαμβανόταν εγκαίρως την προσέγγιση του Ιαβέρη. Οπότε σηκωνόταν και στο ίδιο ύφος, που επικρατούσε, εκστομούσε με στόμφο και έκφραση μία άσχετη προς το συζητούμενο θέμα φράση. Αυτό ήταν σύνθημα να εκτραπεί η συζήτηση σε ανώδυνους τομείς, χωρίς να μεσολαβήσει αμήχανη και ενοχοποιητική σιγή. Και τούτο προς μεγάλη απογοήτευση του δαιμόνιου χωροφύλακα. Με πολλή και γλυκύτατη ευπροσηγορία ο αδιόρατος είρων και φιλοσκώμων Νιόνιος Μουρίκης, επροκαλούσε τον Ιαβέρη να μετάσχει στην συζήτηση, υποβάλλοντάς του ερωτήσεις αναρμόδιες και άσχετες προς την ανύπαρκτη σχολική του παιδεία και επαγγελματική εμπειρία. Όπως παραδείγματος χάριν: «Ο Νεοκλής θα μάς λύσει την απορία. Πες μας σε παρακαλώ, πότε ο Πυθαγόρας διετύπωσε το θεώρημά του; Γιατί βλέπεις ο Τιμόθεος, μαθηματικός βεραμέντε, και δεν θυμάται!»

Αυτή περίπου ήταν η συμπεριφορά του διασκεπτικού και συζητητικού πληρώματος του καφενείου «Χρυσούς Αλέκτωρ» κατά την πολύχρονη επαγγελματική σταδιοδρομία του, υπό την ευθύνη και διαχείριση του Νιόνιου Φαραού. Φυσικά, στην σύνθεση του πληρώματος υπήρξαν οι αναπόφευκτες εναλλαγές προσώπων, ως αδήριτος συνεπαγωγή της βιολογικής και κοινωνικής δυναμικής. Ωστόσο όμως, το ύφος και το ήθος αυτής της στερνής «φλυαροκαθίστρας», παρέμεινε απαράλλαχτο μέχρι τέλους. Και για να ολοκληρωθεί η «ιστορική διαδρομή» του «Χρυσού Αλέκτωρος» εις τα κοινωνικά δρώμενα της πρώτης πεντηκονταετίας του 20ου αιώνα, θα πρέπει να προστεθεί ότι για το χρονικό διάστημα Μάϊος 1938 – Ιούλιος 1941, εις την αριστερή προς τον εισερχόμενο γωνία της αίθουσας, απέναντι από την «εστία των απομάχων», είχε την έδρα της τετραμελής «εξόριστη κυβέρνηση» της Αλβανίας. Επρόκειτο για τέσσερις σημαντικούς υπουργούς της Κυβέρνησης του Αχμέτ Ζώγου, που κατέφυγαν οικογενειακώς στην Ζάκυνθο, μετά την εισβολή και κατάληψη της χώρας τους από το Φασισμό τον Απρίλιο του 1938. Όταν και η Ζάκυνθος είχε την τύχη της Αλβανίας, οι Αλβανοί υπήκοοι μετήχθησαν (οικοειοθελώς). Το επώνυμο του ενός εκ των εξορίστων ήταν Κολένκα. Δυστυχώς, ούτε η μνήμη μου διατηρεί σχετικά στοιχεία, ούτε πηγές συναφείς διαθέτω για λεπτομερή κατάθεση του ιστορικού περιστατικού, της παροχής ασύλου εις τους Αλβανούς πολιτικούς φυγάδες.

Οι «Φλυαροκαθίστρες»        

Από πολύ παλαιότερα, και μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, υπήρχε συνήθεια να συγκεντρώνονται σε κάποιο πρόσφορο χώρο, κατά κανόνα επαγγελματικό και φυσικά με την πρόθυμη συγκατάθεση και σύμπραξη του ιδιοκτήτη, φιλότεχνοι, φιλόμουσοι, φιλομηλιτικοί, καθώς και φιλομαθείς, για συζητητική συναναστροφή και ευάρεστη όσο και ευαγωγική χρησιμοποίηση του διαθεσίμου χρόνου. Αφού οι βιοποριστικές δραστηριότητες εκείνη την εποχή ενείχαν συστατικά ραθυμίας και ερασιτεχνισμού και, έτσι, χρόνος επερίσσευε και χώρος υπήρχε. Λοιπόν, τ’ απογιοματάκια, σε κουρεία, εργαστήρια, φαρμακεία και ζαχαροπλαστεία συναθροίζονταν οι διάφορες συντροφιές σε ένα είδος συμποσίου.

Αυτές οι συνάξεις τις «εβάπτισαν» σκωπτικά «φλυαροκαθίστρες». Φημολογείται ότι «ανάδοχος» ήταν ο μακαρίτης ο σιορ Πόπος ο Θεοδωρακόπουλος, διάσημος ποινικολόγος του Κακουργοδικείου Ζακύνθου, στις αρχές του 20ου αιώνα, που και αυτός συγκαταλέγεται μεταξύ των άτυχων ομήρων.

Στα εφηβικά μου χρόνια είχα άμεση και ευρεία αντίληψη του «θεσμού», καθώς απέναντι από το σπίτι και του μαγαζιού του πατέρα μου, στον Φόρο, ελειτούργησαν δύο αντιπροσωπευτικές φλυαροκαθίστρες. Η μία ήταν το «Κογκλάβιο» με έδρα την «Patisserie Maison Doree/Bon Bon» του Γεωργίου Βαλάση και η άλλη το “Saint Cyr” με έδρα το «Καπνοπωλείον – Ποτοπωλείον Ιωάννου Ξένου – Νταλέτου (ευρισκόταν εις τον Φόρο, επί της οδού Αλεξ. Ρώμα. Περίπου εκεί όπου σήμερα η βόρεια γωνία της προ του Διοικητηρίου Πλατείας. Το ποτοπωλείο πρόσφερε χύμα ούζο, μαστίχα, μέντα και κονιάκ. Επικρατέστερο το ούζο, βέβαια χωρίς μεζέ. Ενίοτε οι ουζοπότες έφερναν λίγες φέτες σαλάμι και λίγο τυρί, που σερβίριζε ο ρέκτης καταστηματάρχης σε πιάτο).

Οι τίτλοι «Κογκλάβιο» και «Saint Cyr» αποδίδονται εις τον ευρυμαθή και ελλογιμότατον Νικόλαον Φραγκίσκου Καψοκέφαλον. Και ιδού το γιατί: Το «κογκλάβιο» ήταν πενταμελές και απαρτιζόταν από έναν Ορθόδοξο παπά, από έναν Καθολικό παπά, από ένα ευπαίδευτο κόντε, από έναν πρώην αξιωματικό και από τον οιονεί οικοδεσπότη Γ. Βαλάση (Μπαλάση).

Το «Saint Cyr» από δύο απόστρατους Λοχαγούς Πεζικού, ένα εν ενεργεία Υπολοχαγό Στρατολογίας και ένα επίσης απόστρατο Ίλαρχο, από το χωριό Άγιος Κήρυκος, έδωσε την έμπνευση στον ονοματοθέτη να τιμήσει την «φλυαροκαθίστρα» του Νταλέτου με το όνομα της ξακουστής στρατιωτικής Ακαδημίας. Όσο για την μικρή διαφορά στο Γαλλικό όνομα Saint Cyr (Άγιος Κύρος), δεκτή «ποιητική αδεία».

Το «Κογκλάβιο» δεν είχε ακροατήριο. Αντιθέτως το «Saint Cyr» είχε πολυπληθές και ακόρεστον, όσον και ετερόκλιτο αλλά και ταυτοσήμου ενδιαφέροντος, εντοπιζομένου κυρίως εις το ιστορικόν πολέμων και εκστρατειών.

Ο αστερισμός του «Κογκλάβιου» έδυσε αποτόμως, μετά τον απρόσμενο θάνατο του Ορθοδόξου παπά – Χειλά. Ενώ την σταδιοδρομία του «Saint Cyr» ανέκοψε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στην Κατοχή και στις συνέπειές της υπέκυψαν τα περισσότερα εκ των μελών αυτής της φλυαροκαθίστρας.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ τ. ΚΓ’, 5-6, Φθινόπωρο 2003.

Ο “Χρυσούς Αλέκτωρ” δια χειρός του Ζωγράφου ΜΠΑΜΠΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *