Από το βιβλίο του Αειμνήστου Λαογράφου ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΥ “Τοπίο Εορτασμών” διαβάζουμε για τα ιδιαίτερα έθιμά μας ετούτο το Μεγάλο Σαββάτο: Τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, γύρω στις 3, ξεκινά στον Μητροπολιτικό Ναό η ακολουθία του Επιταφίου Θρήνου, ο οποίος στην ουσία είναι ο Όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου και απλά, για λόγους οικονομίας, έχει μεταφερθεί στο βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Εδώ δηλαδή τηρείται η παλιά και γνωστή τάξη. Στο τέλος της ακολουθίας πραγματοποιείται στο κέντρο της πόλης η μοναδική σε αυτή Λιτανεία του Επιταφίου. Τον συνοδεύει ξανά η Mater Dolorosa (H Παναγία του Πάθους), και όλο το πένθιμο κλίμα του μεσημεριού της προηγούμενης ημέρας αναβιώνει και εδώ. Μαύρα πεύκια στα μπαλκόνια, μεσίστιες σημαίες, μαύρος ουρανός και καπίτουλα. Επίσης, ο Επίσκοπος και όλοι οι Ιερωμένοι φορούν, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, μαύρα άμφια. Με την επιστροφή του στον Ναό το κουβούκλιο τοποθετείται στο κεφαλόσκαλο του Ιερού. Την ώρα του Ευαγγελίου και με την φράση «Οι δε πορευθέντες ησφαλίσαντο τον τάφον, σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας», ο Επιτάφιος μπαίνει μέσα στο Ιερό ολόκληρος και κλείνει η πόρτα της Ωραίας Πύλης. Ο Αμνός τοποθετείται πάνω στην Αγία Τράπεζα… Αμέσως μετά ακολουθεί ο Εσπερινός με την Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Χαρακτηριστικός στην Θεία Λειτουργία είναι ο περίφημος ύμνος των Τριών Παίδων, το κοσμαγάπητο «Τον Κύριον Υμνείτε…», ο οποίος τονισμένος μοναδικά στο τοπικό, μουσικό, εκκλησιαστικό ιδίωμα ψάλλεται από κλήρο και από τον λαό μαζί. Στην Ιερά Μονή Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου, δημιουργείται από το πουθενά, ένας άτυπος «τρίτος χορός», εντός του Ιερού, γύρω από την Αγία Τράπεζα. Εκεί, αποδίδεται ο Ύμνος των Τριών Παίδων και από τους δύο χορούς της Μονής αλλά και από τον τρίτο, εκείνης και μόνο ημέρας και μόνο για να αποδοθεί κατά το Ζακύνθιο ύφος το «Τον Κύριον Υμνείτε».
Κατόπιν διαβάζεται εμμελώς ο Απόστολος της ημέρας, με κλεισμένη την Ωραία Πύλη, αργά, για να μπορέσουν έτσι ο Επίσκοπος αλλά και οι Ιερείς να βγάλουν τα μαύρα άμφια και να φορέσουν κόκκινα. Στο τέλος του Απόστολου και με τον στίχο του Ευαγγελίου «Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην…» γίνεται η γνωστή Γκλόρια, η οποία πρέπει να συμπέσει με την ανατολή του ήλιου. Ανοίγει η θύρα του Ιερού και από αυτήν ο Δεσπότης βγάζει την εικόνα της Ανάστασης, σκορπώντας στον κεντρικό Ναό φύλλα δάφνης. Οι καμπάνες «ξεχηρεύουν» και χτυπούν χαρμόσυνα. Όσοι βρίσκονται μέσα στο Ιερό, χτυπούν το τέμπλο και ότι άλλο βρεθεί μπροστά τους, αναβοσβήνουν τα φώτα, έτσι ώστε να κουνηθούν και να δημιουργηθεί αναστάτωση και να θυμίσουν όλα αυτά τον σεισμό που έγινε όταν κατρακύλησε η πέτρα του τάφου, για να αναστηθεί ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Έξω από τον Ναό, πολλά παιδιά έχουν συγκεντρώσει πολλά ηχηρά αντικείμενα (δοχεία, λάτες, βαρέλια κ.λ.π.) τα οποία χτυπούν για να κάνουν θόρυβο. Το πένθιμο κλίμα έχει γίνει πια χαρμόσυνο και όλοι χαίρονται για την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Από την συνήθεια αυτή προέρχεται και η λαϊκή φράση «έγινε το Ανάστα ο Θεός…» όπου λέγεται σε μεγάλες φασαρίες και αναστατώσεις.
Με το άκουσμα της Γκλόριας οι νοικοκυρές πετούν από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια στον δρόμο για να σπάσουν βίκες, (στάμνες), ή άλλα πήλινα αντικείμενα, συνήθως γεμάτα νερό, λέγοντας: «Για την χαρά των Χριστιανώνε και την πομπή των Εβραίων». Την ίδια στιγμή τα παιδιά δαγκώνουν ένα αρσενικό κλειδί για να είναι γερά. Το έθιμο αυτό είναι γνωστό και ως «Κομμάτι». Το όνομά του το οφείλει στην συνήθεια που υπήρχε στην εποχή των Βενετών, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν το σφάξιμο των ζώων πριν από την τελετή αυτή. Έτσι, όσοι έσφαζαν, περίμεναν την Γκλόρια και στο άκουσμά της ξεκινούσαν την δουλειά τους. Ένα κομμάτι (εξ ού και το όνομα), του σφαχτού το πήγαιναν στον Πρεβεδούρο (Προβλεπτής – Διοικητής του Νησιού) και ο πρώτος που τού το έφερνε έπαιρνε ένα γερό ρεγάλο (οικονομικό δώρο).
Φεύγοντας για τα σπίτια τους μετά την τελετή οι ξενυχτισμένοι Ζακυνθινοί ψωνίζουν απαραίτητα από τους πλανόδιους πωλητές της Πλατείας του Φόρου (Αγίου Μάρκου) ένα ματζέτο από φρέσκιες μερτίες και άλλα αγριολούλουδα, για να στολίσουν με αυτό λαμπριάτικα το βάζο του σπιτιού τους. Οι νοικοκυρές, μετά την Γκλόρια, βάφουν τα κόκκινα αυγά.
Το βράδυ μετά την Ανάσταση, το παραδοσιακό φαγητό είναι το σγατζέτο, ένα έδεσμα από εντόσθια αρνιού αβγοκομμένο ή με ντομάτα, το οποίο συνοδεύεται από κόκκινα αυγά, χοιρομέρι, νιο ντόπιο τυρί και πρέτζα.
Σημαντικό στοιχείο εδώ είναι πως η Ανάσταση στις 12 τα μεσάνυχτα είναι πρόσφατη συνήθεια. Η τελετή αυτή παλαιότερα γινόταν τα χαράματα της Λαμπρής. Την παλιά αυτή συνήθεια κρατούν στις μέρες μας όλες οι Ενορίες της χώρας, που κάνουν πρωινή Ανάσταση. Παλιότερα την εικόνα της Ανάστασης την άφηναν έξω, στον τόπο της τελετής, για να την προσκυνούν οι περαστικοί. Συχνά μάλιστα πραγματοποιούσαν και μικρή περιφορά της εικόνας στην Ενορία. Το έθιμο αυτό συνεχίζει η Ενορία της Ανάληψης.











