Η αφορμή — ο φόνος της Ρουμπίνας Σάρδα— πυροδότησε, την αντισημιτική έκρηξη στην Κέρκυρα, αλλά δεν περιορίστηκε μόνο εκεί, σχεδόν ταυτόχρονα, ακολούθησε το φαινόμενο που θυμίζει τη σεισμική διέγερση γνωστή ως ντόμινο, προκαλώντας ανάλογης φύσης και έντασης γεγονότα στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχε επίσης ακμάζουσα Εβραϊκή κοινότητα, αρκετά μικρότερη όμως από αυτήν της Κέρκυρας. Εδώ, η σπίθα που άναψε την ίσκα των αντισημιτικών ταραχών προήλθε όχι τόσο, όχι άμεσα, από την αφορμή των «Εβραϊκών» της Κέρκυρας, δηλαδή το έγκλημα, αλλά από τις συνέπειές του, δηλαδή το προγκρόμ κατά των Κερκυραίων Ισραηλιτών. Καθώς τα πνεύματα κι εδώ ήσαν εξημμένα από τις βιαιότητες στην αδελφή κοινότητα, το να βρεθεί η αφορμή για το ξέσπασμα των αντισημιτικών εκδηλώσεων ήταν θέμα χρόνου.
Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση των νέων τεκμηρίων, που αναφέρονται στα επεισόδια της Ζακύνθου, θα παραθέσουμε συνοπτικά το ιστορικό των γεγονότων, όπως αυτά είναι γνωστά από τη βιβλιογραφία. Σύμφωνα με τον Φρειδ. Καρρέρ, η Εβραϊκή κοινότητα της Ζακύνθου στα 1891 δεν ξεπερνούσε τις 300 ψυχές και αποτελούνταν από φιλήσυχους επαγγελματίες, απόλυτα ενταγμένους στη Ζακυνθινή κοινωνία, «δυσκόλως δ’ αν εύρισκε τις παρ’ αυτοίς ένα απολύτως άπορον ή απολύτως πένητα, ταυτοχρόνους όμως ουδείς υπάρχει μεταξύ αυτών τανύν εξέχων επί τω μεγάλω αυτού όλβω […] Και εν Ζακύνθω βεβαίως αναφαίνονται μεταξύ των Εβραίων και εύποροι τινες και άλλοι μετερχόμενοι το αγαπητόν τοις Εβραίοις, ας είπομεν, επάγγελμα, της τοκογλυφίας, πλην οι ευάριθμοι ούτοι είναι
απλώς εύποροι και ουχί πλούσιοι». Όλοι αυτοί έχουν αφήσει πίσω τους τα παλαιά πάθη που χώριζαν Χριστιανούς και Εβραίους —η αναφορά γίνεται στο φόνο του αγοριού και τις ταραχές του 1712 και στα τέλη του 19ου αιώνα οι δυο κοινότητες συμβιώνουν ειρηνικά με αλληλοσεβασμό και αλληλοεκτίμηση, ιδιαίτερα μάλιστα αφότου μετά την ένωση της Επτάνησου με την Ελλάδα έπεσαν και τυπικά «οι πύλες του γκέτο» και επήλθε απόλυτη ελευθεροκοινωνία και ισοπολιτεία. Έτσι, η συμβίωση χριστιανών και Ιουδαίων δεν ήταν απλώς αρμονική «αλλ’ εγκάρδιος και αδελφικωτάτη»,
γεγονός που οφείλεται και στο ότι «τα ήθη των εν Ζακύνθω Εβραίων έχουσιν ήπιον και προσηνή χαρακτήρα».
Τα γεγονότα της Κέρκυρας, καθώς ήταν φυσικό, ετάραξαν κι από τις δυο πλευρές την κοινωνία της Ζακύνθου, ιδιαίτερα όμως τους Ισραηλίτες, καθώς αναδύθηκαν στους γεροντότερους μνήμες παλιές, όσα είχαν ακούσει από παράδοση για το φονικό του 1712 και για τις επιπτώσεις που αυτό είχε στους ομοεθνείς τους, αλλά και για ανάλογες ιστορίες σε άλλες πόλεις με Εβραϊκές κοινότητες. Η συνειρμική αναγωγή στο γεγονός αυτό και η ανάγκη για ενημέρωση έστρεψε τον κόσμο στην αναζήτηση στοιχείων, πηγών μέσα από τις οποίες θα αποκτούσε τη γνώση, προκειμένου να κατανοήσει το παρελθόν και έχοντάς το ως παράδειγμα να αντιμετωπίσει την ανάλογη παρούσα κρίση. Αξίζει να παραθέσουμε αυτούσια τη μαρτυρία του Καρρέρ για τη «δίψα» των ανθρώπων να γνωρίσουν τα παλαιά συμβάντα ως το μοναδικό αμυντικό όπλο για την επερχόμενη απειλή. Τούτη η αναβίωση των τραγικών στιγμών του παρελθόντος όμως δεν λειτουργούσε κατευναστικά αλλά μάλλον αναζωπύρωνε τα καταλαγιασμένα πάθη και κρατούσε τα πνεύματα σε ετοιμότητα να μην αιφνιδιαστούν οι άνθρωποι και βρεθούν ανέτοιμοι να αντιδράσουν στην επερχόμενη λαίλαπα:
Αι διηγήσεις αύται ηκούοντο απλήστους και μετά μεγάλου ενδιαφέροντος. Άλλοι έτρεχον εις το αρχειοφυλακείον ιν’ αναγνώσωσιν εν τω πρωτοτυπώ χειρογράφω τα υπό του Βαρβιάνη συνταχθέντα χρονικά της νήσου, εν οις αναφέρεται και το επεισόδιον του φονευθέντος παιδός κατά το 1712 όπερ ανεγράφαμεν εν τοις έμπροσθεν. Το σύγγραμμα τα «Ιουδαϊκά» ου και ημείς τοσάκις μνείαν εποιησάμεθα καθίστατο περιζήτητον ως εγένετο περιζήτητον και παν άλλο βιβλίον, σχετιζόμενον προς τους Εβραίους και πραγματευόμενου το περί άνθρωποθυσίας ζήτημα. Εξ όλων τούτων οση-
μέραι ηύξανε και εκορυψούτο ο κατά των Ιουδαίων ερεθισμός. Και ενώ η ένταση ώδευε προς φανατική παρόξυνση, κανείς από τους αρμόδιους δεν παρενέβη κατευναστικά, όπως θα ήταν πολιτικά και στρατηγικά αναμενόμενο. Στην αδράνεια των αρχών ως μόνο μέτρο προστασίας των Εβραίων από τις λοιδωρίες, ύβρεις, βιαιοπραγίες των Χριστιανών
θεωρήθηκε ο αυτοεγκλεισμός τους στο γκέτο. Παρόλα αυτά το πρώτο επεισόδιο επίθεσης ομάδας Ζακυνθινών εναντίον του γκέτο εκδηλώθηκε τη νύχτα της 12ης Απριλίου κι έδωσε αφορμή στο φρούραρχο Ζακύνθου να ζητήσει στρατιωτικές ενισχύσεις από την Πάτρα. Πράγματι στις 14 Απριλίου, σώμα 50 στρατιωτών ήρθε και έλαβε θέση γύρω από την Εβραϊκή συνοικία προκειμένου να την περιφρουρήσει από επιθέσεις φανατισμένων Χριστιανών. Έτσι, η κατάσταση έμοιαζε προς το παρόν να τελεί υπό έλεγχο, καθώς μεμονωμένα επεισόδια, τα οποία συνέβησαν μεταξύ στρατιωτών
και πολιτών που επιχείρησαν να εισβάλουν στο γκέτο, περιορίστηκαν και δεν έλαβαν διαστάσεις. Όλα αυτά συνέβησαν, παραμονές του Πάσχα, ταυτόχρονα με τις ταραχές στην Κέρκυρα. Κι έφτασε η 19η Απριλίου του 1891, Μ. Παρασκευή για τους Χριστιανούς, αποφράδα ημέρα, θρησκευτικά και πραγματικά, για τη Ζάκυνθο. Ο Φρ. Καρρέρ είναι αυτόπτης μάρτυρας και περιγράφει τα συμβάντα με παραστατικότητα, αντικειμενικότητα και μέτρο, δίχως υπερβολές ή αποκρύψεις, καθώς ο ίδιος τονίζει. Η αφήγησή του είναι λιτή και η στάση του κριτική απέναντι στους υπεύθυνους:
Τα επεισόδια ξέσπασαν στη διάρκεια της λιτανείας του Εσταυρωμένου, την οποία παρακολουθούσαν σύμπασες οι δημοτικές και στρατιωτικές αρχές και περίπου 7.000 με 8.000 κόσμου. Όλα ξεκίνησαν, όταν ομάδες φανατισμένων πολιτών από το πρωί της Μ. Παρασκευής, συγκεντρωμένοι έξω από το γκέτο, προσπαθούσαν να διασπάσουν τον κλοιό της φρουράς και να εισβάλουν στην Εβραϊκή συνοικία με άγριες διαθέσεις για βιαιοπραγίες και βανδαλισμούς. Η έλλειψη ψυχραιμίας του υπεύθυνου της φρουράς, ο οποίος στην αδυναμία του να διαπραγματευθεί με τους ταραξίες με λογική, διαλλακτικότητα και υπομονή ώστε να πεισθούν να αποχωρήσουν οι συγκεντρωμένοι, διέταξε πανικόβλητος πυρ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πέντε πολίτες και να τραυματιστούν άλλοι τόσοι στρατιώτες και πολίτες.
Τα συμβάντα αυτά έφτασαν ασαφή και μεγιστοποιημένα στο σώμα της Λιτανείας, όπου δημιουργήθηκε σύγχυση και πανικός και η πομπή διαλύθηκε άτακτα και εσπευσμένα: Πλην, το πλήθος, πρωτοφανές φαινόμενον προκειμένου περί αστών, αποτελούμενον κατά τα εννενήντα εννέα εκατοστά εκ φιλήσυχων και εργατικών πολιτών, ου μόνον απέναντι δέκα θυμάτων δεν επτοήθη και δεν υπεχώρησεν, αλλ ’ ως χείμαρρος εξογκωθείς και ακατάσχετος διεχύθη καθ’ όλην την Πλατείαν Ρούγαν, εν η διεδραματίσθησαν αι απαίσιαι σκηναί, και δια φωνών και απειλών ήθελε να εκδικηθή το χυθέν αίμα των συμπολιτών του. Η αγανάκτησις, η οργή, ο παροξυσμός του πλήθους εξίκοντο εις το ανώτατον αυτών όριον. Η στρατιωτική φρουρά απέναντι τοιαύτης εξεγέρσεως ολοκλήρου πόλεως, υπεχώρησεν άπασα εις την Εβραϊκήν συνοικίαν. Τότε δε επηκολούθησαν σκηναί αποτρόπαιοι και οδυνηραί. Η πόλις αίφνης ευρέθη άνευ αρχής, άνευ εξουσίας και το πλήθος κύριον απόλυτον του πεδίου. Και μολονότι «ο λαός της Ζακύνθου δεν έχει άγρια ένστικτα», κατεβλήθη από τόση οργή και παροξυσμό, ώστε ήταν αδύνατο να αναχαιτιστεί από οποιαδήποτε αρχή ή εξουσία, οι οποίες ούτως ή άλλως είχαν γίνει άφαντες.
Ο λαός ανεξέλεγκτος επεδόθη σε πρωτοφανείς καταστροφές, λεηλασίες και βανδαλισμούς Εβραϊκών περιουσιών μέσα και έξω από το γκέτο. Δεν θα πρέπει να υποθέσει όμως κανείς εσφαλμένα ότι σύσσωμη η Ζακυνθινή κοινωνία στράφηκε εναντίον των συμπολιτών τους Εβραίων και από φιλική μεταστράφηκε γενικευμένα σε εχθρική- υπήρξαν αρκετοί Χριστιανοί που στα σπίτια τους έκρυψαν και έδωσαν άσυλο σε αρκετούς Εβραίους στις κρίσιμες εκείνες ώρες. Ο ίδιος ο Καρρέρ, εξάλλου, την ευθύνη για την εκτροπή των διαδηλώσεων σε πράξεις λεηλασίας αποδίδει σε ομάδες ταραχοποιών, κακοποιών στοιχείων, τις οποίες βεβαίως στηλιτεύει” είναι ενδιαφέρον όμως ότι θεωρεί πως με τις βιαιότητες αυτές επήλθε η εκτόνωση του πλήθους και απευφεύχθησαν έτσι, ενδεχομένως, σοβαρότερα αιματηρά επεισόδια.
Μετά τη σύληση των Εβραϊκών οικιών —σε 5 κυρίως έγιναν οι μεγάλες ζημιές — και το ξέσπασμα της οργής του πλήθους, το απόγευμα της ίδιας ημέρας της Μ. Παρασκευής, οι ταραχές σταμάτησαν και η τάξη φαινομενικά επανήλθε στην πόλη, καθώς ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν να περιπολούν, επιβλέποντας ώστε να μην αναζωπυρωθούν εστίες βιαιοτήτων. Σταματάμε εδώ, ολοκληρώνοντας την αφήγηση των γεγονότων σύμφωνα με την μαρτυρία του Καρρέρ, και θα επανέλθουμε στην πολύ ενδιαφέρουσα αυτή μελέτη, η οποία επιχειρεί με γνώμονα την αντικειμενικότητα —και θεωρώ ότι πετυχαίνει— να ανατάμει την κατάσταση, να διεισδύσει στην ουσία των πραγμάτων, να τα κατανοήσει και να προσπαθήσει να τα ερμηνεύσει αποφεύγοντας την επιδερμική προσέγγιση και αναπαραγωγή τους. Ας έρθουμε τώρα στην παρουσίαση κι ανάλυση του άγνωστου τεκμηρίου, που αναφέρεται επίσης στα «Εβραϊκά» της Μ. Παρασκευής, όπως τα καταγράφει ένας Ζακυνθινός, επίσης αυτόπτης μάρτυρας σε ένα ιδιωτικό, προσωπικό κείμενο. Ο επιστολογράφος, καθώς η υπογραφή είναι δυσανάγνωστη, παραμένει άγνωστος, αλλά από εσωτερικά στοιχεία προκύπτει ότι είναι άτομο της υψηλής κοινωνίας της Ζακύνθου. Παραλήπτρια είναι η Κοντέσα Ασπασία Ρώμα, η οποία ζει μόνιμα στην Αθήνα και ο αποστολέας επιθυμεί με το γράμμα του αυτό να την ενημερώσει προσωπικά για τα γεγονότα, που της «είναι ήδη τηλεγραφικώς γνωστά». Έτσι, εδώ, με λεπτομερείς περιγραφές και αναφορές σε πρόσωπα, πράξεις και σημεία του χώρου, σχεδόν με φωτογραφική πιστότητα και αποτύπωση των συντελεσμένων πράξεων επιχειρεί, και πετυχαίνει, να καταστήσει ωσεί παρούσα την αποδέκτρια αλλά και όποιον άλλον είναι οικείος του τοποανθρωπολογικού περιβάλλοντος, όπου αυτές οι πράξεις διαδραματίστηκαν.
Δεν θα επαναλάβουμε την εξιστόρηση των γεγονότων, η οποία άλλωστε είναι συνοπτική κι επιπλέον δεν αποκλίνει στο γενικό της σχήμα από εκείνη του Καρρέρ. Θα περιοριστούμε όμως να επισημάνουμε τις διαφορές και ασυμφωνίες μεταξύ των δύο κειμένων γιατί, ενώ και τα δύο είναι σύγχρονα και προέρχονται από ντόπιους και αυτόπτες μάρτυρες, καθώς δηλώνουν, παρουσιάζουν ασυμπτωσίες σε πρόσωπα, θύτες και θύματα, γεγονός που δείχνει το μέγεθος του πανικού, της σύγχυσης και της ασάφειας που επικρατούσε ακόμη και σε μια τόσο μικρή κοινωνία, όπου όλοι και όλα
είναι γνωστά. Το πρώτο σημείο ασυμφωνίας των δύο πηγών έχει να κάνει με τους ιδιοκτήτες των σπιτιών και των καταστημάτων που συλήθηκαν από το πλήθος: Ο Καρρέρ αναφέρει τους, Ισαάκ Φέρο, Ισαάκ Βεντούρα,
Μπουλή Μπολή, Νίνα Κωνσταντίνη και το εξοχικό του Φέρου σε 20 λεπτά απόσταση έξω από την πόλη. Στην επιστολή αναφέρονται εκτός από τα δυο σπίτια του Ισαάκ Φέρου και εκείνο της μοδίστρας Νίνας Κωνσταντίνη, το εμπορικό του Παύλου Λούτα, το σπίτι του Δημ. Λούντζη, όπου κατοικούσε η μοδίστρα Μηλιά, και το σπίτι που κατοικούσε η οικογένεια Ραφαήλ Λέβη. Παραστατικότατα και λεπτομερέστατα περιγράφονται οι καταστροφές που έγιναν από τις φανατισμένες ομάδες των Χριστιανών σ’ αυτά τα Εβραϊκά σπίτια: οι ζημιές ήταν ολοκληρωτικές και σε
κάθε περίπτωση οι ταραχοποιοί κατέστρεφαν και πετούσαν στο δρόμο οικοσκευές κι εμπορεύματα «αφήσαντες τους τεσσάρους τοίχους της οικίας μόνον ακεραίους». Σύμφωνα με την επιστολή υποκινητές και πρωτοστάτες του όχλου στην προσπάθεια να σπάσουν τον κλοιό της φρουράς και να εισβάλουν στο γκέτο ήταν 8 άτομα «και λοιποί Δημοτικοί Σύμβουλοι και άλλοι της κλεπτοτρικουπικής σπείρας». Εκτός από τον Τρούπια κανένας από τους υπόλοιπους δεν συγκαταλέγεται σε όσους συνελήφθησαν και προσήχθησαν σε δίκη ως υπαίτιοι των επεισοδίων σύμφωνα με τη μαρτυρία του Καρρέρ.
Από το περιεχόμενο της επιστολής γίνεται εμφανές ότι ο συντάκτης της ανήκει στο Δεληγιαννικό κόμμα, όπου άλλωστε ανήκει και ο Ρ. Ρώμας, ο Βουλευτής Ζακύνθου στην κυβέρνηση Δεληγιάννη. Χαρακτηριστική, εξάλλου, των πολιτικών πεποιθήσεων του επιστολογράφου είναι η απαξιωτικά επανειλημμένη χρήση «του μαινομένου όχλου της Κομούνε των
Παρισίων του 1781» για να χαρακτηρίσει τις ομάδες των ταραχοποιών Ζακυνθίων. Σύμφωνα με τον συντάκτη του κειμένου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπαίτιοι των ταραχών ήσαν άτομα που ανήκαν στην αντιπολιτευτική παράταξη, προβοκάτορες των Τρικουπικών μάλιστα, πέρα από τα συγκεκριμένα άτομα που κατονομάζει στην επιστολή του προβαίνει και σε σκιαγράφηση των κοινωνικών χαρακτηριστικών των ομάδων αυτών: Τρεις τάξεις λαού εξετέλεσαν τα βανδαλικά ανοσιουργήματα της Μεγάλης Παρασκευής, το πρώτον και μεγιστον μέρος εδιοργάνισεν η αντιπολίτευσις’ το δεύτερον οι κλέπται και λησταί του τόπου και το ελάχιστου μέρος οι θρήσκοι εξ ειλικρίνειας και ανοησίας κινηθέντες και βοηθήσαντες χωρίς να ενοήσωσι τι πράττουσι, τους κακούργους οι αντιπολιτευόμενοι εφώναζον ο Ρώμας τα κάμνει, ο Δεληγιάννης τα κάμνει, επληρώθησαν αι Αρχαί αδρώς από τους Εβραίους δια να μας σκοτώσουν τους Χριστιανούς, το ανακάτεμα της εκλογής έφερε τα αποτελέσματα αυτά, οπού εφήφισαν τον Ρώμα δια να γίνη πρωθυπουργός ο Δεληγιάννης.
Αντίθετα με ό,τι συνέβη στην Κέρκυρα, τα Εβραϊκά γεγονότα της Ζακύνθου εκτονώθηκαν γρήγορα, καθώς η άμεση επέμβαση και η αποτελεσματικότητα των τοπικών αρχών κατέστειλαν την εξέγερση συλλαμβάνοντας τους υπεύθυνους των βιαιοτήτων. Έτσι, στα μέσα Μαΐου ο Νομάρχης Ζακύνθου, (Ν. Γιαννούλης), ενημερώνει τον ίδιο τον Δεληγιάννη για την κατάσταση που επικρατεί στο νησί: Στις 14 του ίδιου μήνα τον επισκέφτηκε ο ραβίνος της Ισραηλιτικής κοινότητας, κατασυγκινημένος, και του εγχείρησε επιστολή από μέρους και των μελών της κοινότητας, στην οποία του εκφράζει τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη του για την συμπαράσταση της κυβέρνησης και των τοπικών αρχών στο θέμα της προστασίας και της βοήθειας που τους παρέσχαν.
Δεν θα επαναλάβουμε την εξιστόρηση των γεγονότων, η οποία άλλωστε είναι συνοπτική κι επιπλέον δεν αποκλίνει στο γενικό της σχήμα από εκείνη του Καρρέρ. Θα περιοριστούμε όμως να επισημάνουμε τις διαφορές και ασυμφωνίες μεταξύ των δύο κειμένων γιατί, ενώ και τα δύο είναι σύγχρονα και προέρχονται από ντόπιους και αυτόπτες μάρτυρες, καθώς δηλώνουν, παρουσιάζουν ασυμπτωσίες σε πρόσωπα, θύτες και θύματα, γεγονός που δείχνει το μέγεθος του πανικού, της σύγχυσης και της ασάφειας που επικρατούσε ακόμη και σε μια τόσο μικρή κοινωνία, όπου όλοι και όλα
είναι γνωστά. Το πρώτο σημείο ασυμφωνίας των δύο πηγών έχει να κάνει με τους ιδιοκτήτες των σπιτιών και των καταστημάτων που συλήθηκαν από το πλήθος: Ο Καρρέρ αναφέρει τους, Ισαάκ Φέρο, Ισαάκ Βεντούρα,
Μπουλή Μπολή, Νίνα Κωνσταντίνη και το εξοχικό του Φέρου σε 20 λεπτά απόσταση έξω από την πόλη. Στην επιστολή αναφέρονται εκτός από τα δυο σπίτια του Ισαάκ Φέρου και εκείνο της μοδίστρας Νίνας Κωνσταντίνη, το εμπορικό του Παύλου Λούτα, το σπίτι του Δημ. Λούντζη, όπου κατοικούσε η μοδίστρα Μηλιά, και το σπίτι που κατοικούσε η οικογένεια Ραφαήλ Λέβη. Παραστατικότατα και λεπτομερέστατα περιγράφονται οι καταστροφές που έγιναν από τις φανατισμένες ομάδες των Χριστιανών σ’ αυτά τα Εβραϊκά σπίτια: οι ζημιές ήταν ολοκληρωτικές και σε
κάθε περίπτωση οι ταραχοποιοί κατέστρεφαν και πετούσαν στο δρόμο οικοσκευές κι εμπορεύματα «αφήσαντες τους τεσσάρους τοίχους της οικίας μόνον ακεραίους». Σύμφωνα με την επιστολή υποκινητές και πρωτοστάτες του όχλου στην προσπάθεια να σπάσουν τον κλοιό της φρουράς και να εισβάλουν στο γκέτο ήταν 8 άτομα «και λοιποί Δημοτικοί Σύμβουλοι και άλλοι της κλεπτοτρικουπικής σπείρας». Εκτός από τον Τρούπια κανένας από τους υπόλοιπους δεν συγκαταλέγεται σε όσους συνελήφθησαν και προσήχθησαν σε δίκη ως υπαίτιοι των επεισοδίων σύμφωνα με τη μαρτυρία του Καρρέρ.
Από το περιεχόμενο της επιστολής γίνεται εμφανές ότι ο συντάκτης της ανήκει στο Δεληγιαννικό κόμμα, όπου άλλωστε ανήκει και ο Ρ. Ρώμας, ο Βουλευτής Ζακύνθου στην κυβέρνηση Δεληγιάννη. Χαρακτηριστική, εξάλλου, των πολιτικών πεποιθήσεων του επιστολογράφου είναι η απαξιωτικά επανειλημμένη χρήση «του μαινομένου όχλου της Κομούνε των
Παρισίων του 1781» για να χαρακτηρίσει τις ομάδες των ταραχοποιών Ζακυνθίων. Σύμφωνα με τον συντάκτη του κειμένου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπαίτιοι των ταραχών ήσαν άτομα που ανήκαν στην αντιπολιτευτική παράταξη, προβοκάτορες των Τρικουπικών μάλιστα, πέρα από τα συγκεκριμένα άτομα που κατονομάζει στην επιστολή του προβαίνει και σε σκιαγράφηση των κοινωνικών χαρακτηριστικών των ομάδων αυτών: Τρεις τάξεις λαού εξετέλεσαν τα βανδαλικά ανοσιουργήματα της Μεγάλης Παρασκευής, το πρώτον και μεγιστον μέρος εδιοργάνισεν η αντιπολίτευσις’ το δεύτερον οι κλέπται και λησταί του τόπου και το ελάχιστου μέρος οι θρήσκοι εξ ειλικρίνειας και ανοησίας κινηθέντες και βοηθήσαντες χωρίς να ενοήσωσι τι πράττουσι, τους κακούργους οι αντιπολιτευόμενοι εφώναζον ο Ρώμας τα κάμνει, ο Δεληγιάννης τα κάμνει, επληρώθησαν αι Αρχαί αδρώς από τους Εβραίους δια να μας σκοτώσουν τους Χριστιανούς, το ανακάτεμα της εκλογής έφερε τα αποτελέσματα αυτά, οπού εφήφισαν τον Ρώμα δια να γίνη πρωθυπουργός ο Δεληγιάννης.
Αντίθετα με ό,τι συνέβη στην Κέρκυρα, τα Εβραϊκά γεγονότα της Ζακύνθου εκτονώθηκαν γρήγορα, καθώς η άμεση επέμβαση και η αποτελεσματικότητα των τοπικών αρχών κατέστειλαν την εξέγερση συλλαμβάνοντας τους υπεύθυνους των βιαιοτήτων. Έτσι, στα μέσα Μαΐου ο Νομάρχης Ζακύνθου, (Ν. Γιαννούλης), ενημερώνει τον ίδιο τον Δεληγιάννη για την κατάσταση που επικρατεί στο νησί: Στις 14 του ίδιου μήνα τον επισκέφτηκε ο ραβίνος της Ισραηλιτικής κοινότητας, κατασυγκινημένος, και του εγχείρησε επιστολή από μέρους και των μελών της κοινότητας, στην οποία του εκφράζει τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη του για την συμπαράσταση της κυβέρνησης και των τοπικών αρχών στο θέμα της προστασίας και της βοήθειας που τους παρέσχαν.
Παρά ταύτα όμως πολλοί, από τους πλέον αξιόλογους μάλιστα Εβραίους, είναι αποφασισμένοι να εγκαταλείψουν το νησί, επειδή ως εργατικοί και πλανόδιοι έμποροι δεν μπορούν στην παρούσα κατάσταση ήσυχα κι απρόσκοπτα να συνεχίσουν τα επαγγέλματά τους. Πολλοί απ’ αυτούς σκοπεύουν να επιστρέφουν ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, γιατί όπως του δήλωσαν «δεν δύνανται να εγκαταλίπωσι τον τόπον της γεννήσεώς των δια παντός, ουδέ να παρατήσωσι την εθνικότητά των». Έχουν ήδη φύγει 124 άτομα και προτίθενται να φύγουν άλλοι 70-80 Εβραίοι, οπότε θα μείνουν 60-70 ψυχές, όσοι δηλαδή έχουν κάποια κτηματική περιουσία ή άλλα οικονομικά συμφέροντα στον τόπο. Καθώς θα διαπιστώσει και από τις επίσημες αναφορές ο πρωθυπουργός, η τάξη έχει αποκατασταθεί πλήρως στη Ζάκυνθο και συνεπώς η Κυβέρνηση μπορεί σταδιακά ν’ ανακαλέσει τις στρατιωτικές ενισχύσεις που είχε στείλει κατά τη διάρκεια της έντασης. Ας συγκρατήσουμε ιδιαίτερα από το τεκμήριο αυτό την κοινή φρασεολογία των Ζακυνθινών με τους Κερ-
κυραίους Εβραίους, για τη σημασία της γενέτειρας και της εθνικότητας.
Οι φθορές που έγιναν σε Εβραϊκές περιουσίες κατά τα γεγονότα της 19ης Απριλίου με την αποκατάσταση της ηρεμίας έθεταν θέμα αποζημιώσεων. Σύμφωνα με έκθεση του Νομικού Συμβουλίου, η απάντηση των Εβραίων για αποζημίωση δεν είναι αβάσιμη κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά τούτο συμφέρει την Κυβέρνηση να τηρήσει συμβιβαστική στάση, αφού σε όλα τα πολιτισμένα κράτη η πολιτεία οφείλει να προστατεύει τις ιδιοκτησίες όχι μόνο των υπηκόων της αλλά και των αλλοδαπών. Σύμφωνα, βέβαια, με το Ιδιωτικό Δίκαιο υπεύθυνοι των αποζημιώσεων είναι οι αυτουργοί των
βανδαλισμών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως φαίνονται βάσιμες οι απαιτήσεις των Ισραηλιτών για αποζημίωση από την πολιτεία, καθώς οι Ζακυνθινές αρχές ελέγχονται για πλημμελή άσκηση του καθήκοντος των να αποτρέψουν τα έκτροπα και να ανακαλύψουν τους αυτουργούς. Αν δεν ενεργήσει με πολιτική σύνεση και λογική η Κυβέρνηση υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθούν τα «Πατσιφικά», επειδή ακριβώς και στην περίπτωση εκείνη οι αρχές της Αθήνας από αδράνεια δεν προέβησαν στην ανακάλυψη και τιμωρία των υπαιτίων, εξαιτίας των χαλαρών ανακρίσεων και της
έλλειψης επαρκών ενοχοποιητικών στοιχείων.
Πριν κλείσουμε το κεφάλαιο για τα «Εβραϊκά» της Ζακύνθου ας σταθούμε για λίγο σε μια έμμεση πηγή για τα γεγονότα αυτά, όχι γιατί έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς το τεκμηριωτικό επίπεδο αλλά γιατί αποκτά ξεχωριστή σημασία για το πεδίο των νοοτροπιών. Στο «ημερολόγιο» ενός Ζακυνθινού της εποχής καταγράφονται τα περιστατικά της Μ. Παρασκευής εκτενέστατα, περιγραφικότατα και γλαφυρότατα, αφού έχει προηγηθεί σύντομη αναφορά στο φόνο της υποτιθέμενης Χριστιανής κόρης στην Κέρκυρα πριν ξεσπάσουν οι ταραχές εκεί:
Απρίλιος 6. Σαββάτο, ήλθε είδηση από την Κέρκυρα, ότι οι Εβραίοι της Κέρκυρας, εσταύρωσαν μια κορασίδα, κοπέλα ετών 12 και της αφαίρεσαν το αίμα, δια να κάμουν λειφές, και ότι επικρατεί εκεί μεγάλος αναβρασμός κατά των Εβραίων. Ήταν δε η κοπέλα Χριστιανή και ονομάζετο Μαρία Δεσύλλα. Kαι αμέσως μετά στις 9 Απριλίου αρχίζει η εξιστόρηση Της Μεγάλης Παρασκευής τα ενταύθα θλιβερά συμβάντα και αι απαίσιαι σκηναί. Ακολουθεί λεπτομερέστατη περιγραφή των γεγονότων, αντάξια των σελίδων του Καρρέρ’ η μορφή της συγκεκριμένης καταγραφής εντυπωσιάζει και ξενίζει για την αναντιστοιχία της με τις υπόλοιπες καταγραφές του ημερολογίου, που είναι σύντομες, στεγνές και αναφέρονται σε άλλες γενικές τοπικές ειδήσεις κυρίως από το αστυνομικό δελτίο. Θα υπέθετε κανείς ότι ο συντάκτης του κειμένου, ευαισθητοποιημένος από τα θλιβερά συμβάντα, αισθάνεται την ανάγκη να τα απαθανατίσει καταχωρώντας τα στο προσωπικό του τεφτέρι. Το ενδιαφέρον όμως αυτό κείμενο δεν είναι προσωπικό δημιούργημα του Κλάδη, αλλά πιστή αντιγραφή του σχετικού δημοσιεύματος από τη Ζακυνθινή εφημερίδα «Ελπίς» το ακόμη πιο αξιοσημείωτο δε είναι ότι το δημοσίευμα της εφημερίδας έχει ημερομηνία όχι 10, αλλά 24 Απριλίου. Τούτο σημαίνει ότι ο Κλάδης μεταφέρει το δημοσίευμα στο «ημερολόγιο» του αντιγράφοντάς το και τοποθετώντας το στη σωστή ημερομηνία, όπως θα έκανε αν τηρούσε πραγματικό ημερολόγιο και όχι τετράδιο καταγραφής των σημαντικότερων τοπικών συμβάντων επί των ημερών του, δηλαδή κάτι σαν χρονικό. Κατά τούτο λοιπόν και μόνο το συγκεκριμένο τεκμήριο είναι αξιομνημόνευτο, επειδή αποτελεί στοιχείο της μελέτης των νοοτροπιών: ο συντάκτης —για τον οποίο άλλωστε δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα— ανήκει στην κατηγορία των απλών ανθρώπων, οι οποίοι ζουν συμμετοχικά την εποχή τους και επιθυμούν να αφήσουν πίσω τους τα δικά τους γραπτά χνάρια. Έτσι, στη λογική των προγόνων τους, παλαιών χρονικογράφων, απομνημονευτών, οικειοποιούνται τη συλλογική, τη δημόσια μνήμη, σαν να μην την εμπιστεύονται, και την καθιστούν προσιτότερη, αυθεντικότερη, προσωπικότερη και για τούτο διαιωνίσιμη, κληρονομιά στις επερχόμενες γενιές, είναι ακόμη η ανάγκη για προσωπική έκφραση, έστω και με το λόγο τρίτων, όταν αυτός μας εκφράζει και αναπληρώνει δικές μας αφηγηματικές ανεπάρκειες, και η ατομική δήλωση για την προσωπική βίωση κοινών καταστάσεων: όλοι τα ζήσαμε εκείνα τα γεγονότα, αλλά ήμουν κι εγώ εκεί και μαρτυράω, έστω και με δανεική φωνή, για να περάσει η μνήμη στους δικούς μου όχι απρόσωπα αλλά μέσα από το πρόσωπο του δικού τους προγόνου.
Έτσι διαδραματίστηκαν τα «Εβραϊκά» στην Ζάκυνθο. Ο αντίκτυπος, οπωσδήποτε εξασθενημένος, των ταραχών της Κέρκυρας έφτασε και στη Λευκάδα, όπου επίσης ζούσαν ελάχιστοι Ισραηλίτες. Η απουσία όμως έγκυρων ειδήσεων και στην περίπτωση αυτή, αν και περιθωριακή, αναπαράγει από τον αθηναϊκό Τύπο τα συμβάντα σε διαφορετικές εκδοχές . Έτσι, σύμφωνα με την εφημερίδα «Εφημερίς» στη Λευκάδα: Χριστιανοί τινες εκμανεντες εξυλοκόπησαν δύο Ισμαηλίτας και ένα ετραυμάτισαν διά λίθων. Αι Αρχαί ηναγκάσθησαν να εγκλείσωσι τους Ισμαηλίτας εν τω φρουρίω, ο κατ’ αυτήν δε αναβρασμός παρά τω όχλω είνε ζωηρός. Χθες δε την νύκτα τηλεγραφήματα ανήγγειλαν ότι ο αναβρασμός επεξετάθη εις άπαντα τα χωρία της νήσου, φήμη δε κυκλοφορεί ότι εφονεύθησαν Ισραηλίται τινες. Διαφορετικά παρουσιάζει σε σύντομη είδηση τα γεγονότα η εφημερίδα «Καιροί». Σύμφωνα με το έντυπο αυτό οι αντισημιτικές ταραχές από την Κέρκυρα μεταδόθηκαν και στη Λευκάδα, «ένθα, κατοικούσι 10 μόνον Εβραίοι υπήκοοι Οθωμανοί. Ούτοι προσηνέχθησαν εις τον τούρκον πρόξενον, τη ενεργεία δε αυτού και οι δέκα Εβραίοι διεπεραιώθησαν εις Πρέβεζαν». Εξάλλου, μεμονωμένο θανατηφόρο περιστατικό καταγράφεται την ίδια ταραγμένη περίοδο και στο Μαντούδι της Χαλκίδας, όπου ο φόνος του Ισραηλίτη Ιωσά Φορνά από αγνώστους δεν ήταν δύσκολο να αποδοθεί
άκριτα στο φανατισμό των Χριστιανών χωρικών, σύμφωνα με την Αθηναϊκή «Εφημερίδα». Ηπιότερο αντιεβραϊκό επεισόδιο απλής επίθεσης κατά Εβραίου από εμπόρους γυρολόγους για άγνωστη αφορμή και αιτία καταγράφεται και στην Πάτρα στις 27 Μαΐου. Είναι ευνόητο άλλωστε ότι οποιαδήποτε αντισημιτική εκδήλωση, οποιασδήποτε έντασης κι αν ήταν, οπουδήποτε κι αν εκδηλώθηκε την περίοδο αυτή —ακόμη κι αν επινοήθηκε— εμφανίστηκε μεγεθυμένη από τον Τύπο της εποχής και πάντως συνδέθηκε άμεσα ως ωστική συνέπεια του φονικού και του πογκρόμ κατά των
Εβραίων της Κέρκυρας.
Καθώς η κυβέρνηση είχε απαγορεύσει την αποστολή τηλεγραφημάτων από την Κέρκυρα με ανταποκρίσεις σχετικές με το φόνο και την ανακριτική πορεία, οι αθηναϊκές εφημερίδες ήταν υποχρεωμένες να ενημερώνονται είτε από τα τηλεγραφήματα των τοπικών αρχών είτε να αναδημοσιεύουν, με αναπόφευκτη τη σχετική καθυστέρηση, τις ειδήσεις όπως περνούσαν στον τοπικό Τύπο. Το αποτέλεσμα αυτής της ανεπαρκούς ή έμμεσης άντλησης ειδήσεων ήταν να βλέπουν το φως δημοσιεύματα με στοιχεία υπερβολικά ετερόκλητα μεταξύ τους ως προς τα περιγραφόμενα γεγονότα
και κυρίως ανακριβή, τα οποία αντί για ενημέρωση προκαλούσαν σύγχυση και πανικό, συμβάλλοντας έτσι στη διάχυση και διόγκωση του αντισημιτικού κλίματος.
κυραίους Εβραίους, για τη σημασία της γενέτειρας και της εθνικότητας.
Οι φθορές που έγιναν σε Εβραϊκές περιουσίες κατά τα γεγονότα της 19ης Απριλίου με την αποκατάσταση της ηρεμίας έθεταν θέμα αποζημιώσεων. Σύμφωνα με έκθεση του Νομικού Συμβουλίου, η απάντηση των Εβραίων για αποζημίωση δεν είναι αβάσιμη κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά τούτο συμφέρει την Κυβέρνηση να τηρήσει συμβιβαστική στάση, αφού σε όλα τα πολιτισμένα κράτη η πολιτεία οφείλει να προστατεύει τις ιδιοκτησίες όχι μόνο των υπηκόων της αλλά και των αλλοδαπών. Σύμφωνα, βέβαια, με το Ιδιωτικό Δίκαιο υπεύθυνοι των αποζημιώσεων είναι οι αυτουργοί των
βανδαλισμών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως φαίνονται βάσιμες οι απαιτήσεις των Ισραηλιτών για αποζημίωση από την πολιτεία, καθώς οι Ζακυνθινές αρχές ελέγχονται για πλημμελή άσκηση του καθήκοντος των να αποτρέψουν τα έκτροπα και να ανακαλύψουν τους αυτουργούς. Αν δεν ενεργήσει με πολιτική σύνεση και λογική η Κυβέρνηση υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθούν τα «Πατσιφικά», επειδή ακριβώς και στην περίπτωση εκείνη οι αρχές της Αθήνας από αδράνεια δεν προέβησαν στην ανακάλυψη και τιμωρία των υπαιτίων, εξαιτίας των χαλαρών ανακρίσεων και της
έλλειψης επαρκών ενοχοποιητικών στοιχείων.
Πριν κλείσουμε το κεφάλαιο για τα «Εβραϊκά» της Ζακύνθου ας σταθούμε για λίγο σε μια έμμεση πηγή για τα γεγονότα αυτά, όχι γιατί έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς το τεκμηριωτικό επίπεδο αλλά γιατί αποκτά ξεχωριστή σημασία για το πεδίο των νοοτροπιών. Στο «ημερολόγιο» ενός Ζακυνθινού της εποχής καταγράφονται τα περιστατικά της Μ. Παρασκευής εκτενέστατα, περιγραφικότατα και γλαφυρότατα, αφού έχει προηγηθεί σύντομη αναφορά στο φόνο της υποτιθέμενης Χριστιανής κόρης στην Κέρκυρα πριν ξεσπάσουν οι ταραχές εκεί:
Απρίλιος 6. Σαββάτο, ήλθε είδηση από την Κέρκυρα, ότι οι Εβραίοι της Κέρκυρας, εσταύρωσαν μια κορασίδα, κοπέλα ετών 12 και της αφαίρεσαν το αίμα, δια να κάμουν λειφές, και ότι επικρατεί εκεί μεγάλος αναβρασμός κατά των Εβραίων. Ήταν δε η κοπέλα Χριστιανή και ονομάζετο Μαρία Δεσύλλα. Kαι αμέσως μετά στις 9 Απριλίου αρχίζει η εξιστόρηση Της Μεγάλης Παρασκευής τα ενταύθα θλιβερά συμβάντα και αι απαίσιαι σκηναί. Ακολουθεί λεπτομερέστατη περιγραφή των γεγονότων, αντάξια των σελίδων του Καρρέρ’ η μορφή της συγκεκριμένης καταγραφής εντυπωσιάζει και ξενίζει για την αναντιστοιχία της με τις υπόλοιπες καταγραφές του ημερολογίου, που είναι σύντομες, στεγνές και αναφέρονται σε άλλες γενικές τοπικές ειδήσεις κυρίως από το αστυνομικό δελτίο. Θα υπέθετε κανείς ότι ο συντάκτης του κειμένου, ευαισθητοποιημένος από τα θλιβερά συμβάντα, αισθάνεται την ανάγκη να τα απαθανατίσει καταχωρώντας τα στο προσωπικό του τεφτέρι. Το ενδιαφέρον όμως αυτό κείμενο δεν είναι προσωπικό δημιούργημα του Κλάδη, αλλά πιστή αντιγραφή του σχετικού δημοσιεύματος από τη Ζακυνθινή εφημερίδα «Ελπίς» το ακόμη πιο αξιοσημείωτο δε είναι ότι το δημοσίευμα της εφημερίδας έχει ημερομηνία όχι 10, αλλά 24 Απριλίου. Τούτο σημαίνει ότι ο Κλάδης μεταφέρει το δημοσίευμα στο «ημερολόγιο» του αντιγράφοντάς το και τοποθετώντας το στη σωστή ημερομηνία, όπως θα έκανε αν τηρούσε πραγματικό ημερολόγιο και όχι τετράδιο καταγραφής των σημαντικότερων τοπικών συμβάντων επί των ημερών του, δηλαδή κάτι σαν χρονικό. Κατά τούτο λοιπόν και μόνο το συγκεκριμένο τεκμήριο είναι αξιομνημόνευτο, επειδή αποτελεί στοιχείο της μελέτης των νοοτροπιών: ο συντάκτης —για τον οποίο άλλωστε δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα— ανήκει στην κατηγορία των απλών ανθρώπων, οι οποίοι ζουν συμμετοχικά την εποχή τους και επιθυμούν να αφήσουν πίσω τους τα δικά τους γραπτά χνάρια. Έτσι, στη λογική των προγόνων τους, παλαιών χρονικογράφων, απομνημονευτών, οικειοποιούνται τη συλλογική, τη δημόσια μνήμη, σαν να μην την εμπιστεύονται, και την καθιστούν προσιτότερη, αυθεντικότερη, προσωπικότερη και για τούτο διαιωνίσιμη, κληρονομιά στις επερχόμενες γενιές, είναι ακόμη η ανάγκη για προσωπική έκφραση, έστω και με το λόγο τρίτων, όταν αυτός μας εκφράζει και αναπληρώνει δικές μας αφηγηματικές ανεπάρκειες, και η ατομική δήλωση για την προσωπική βίωση κοινών καταστάσεων: όλοι τα ζήσαμε εκείνα τα γεγονότα, αλλά ήμουν κι εγώ εκεί και μαρτυράω, έστω και με δανεική φωνή, για να περάσει η μνήμη στους δικούς μου όχι απρόσωπα αλλά μέσα από το πρόσωπο του δικού τους προγόνου.
Έτσι διαδραματίστηκαν τα «Εβραϊκά» στην Ζάκυνθο. Ο αντίκτυπος, οπωσδήποτε εξασθενημένος, των ταραχών της Κέρκυρας έφτασε και στη Λευκάδα, όπου επίσης ζούσαν ελάχιστοι Ισραηλίτες. Η απουσία όμως έγκυρων ειδήσεων και στην περίπτωση αυτή, αν και περιθωριακή, αναπαράγει από τον αθηναϊκό Τύπο τα συμβάντα σε διαφορετικές εκδοχές . Έτσι, σύμφωνα με την εφημερίδα «Εφημερίς» στη Λευκάδα: Χριστιανοί τινες εκμανεντες εξυλοκόπησαν δύο Ισμαηλίτας και ένα ετραυμάτισαν διά λίθων. Αι Αρχαί ηναγκάσθησαν να εγκλείσωσι τους Ισμαηλίτας εν τω φρουρίω, ο κατ’ αυτήν δε αναβρασμός παρά τω όχλω είνε ζωηρός. Χθες δε την νύκτα τηλεγραφήματα ανήγγειλαν ότι ο αναβρασμός επεξετάθη εις άπαντα τα χωρία της νήσου, φήμη δε κυκλοφορεί ότι εφονεύθησαν Ισραηλίται τινες. Διαφορετικά παρουσιάζει σε σύντομη είδηση τα γεγονότα η εφημερίδα «Καιροί». Σύμφωνα με το έντυπο αυτό οι αντισημιτικές ταραχές από την Κέρκυρα μεταδόθηκαν και στη Λευκάδα, «ένθα, κατοικούσι 10 μόνον Εβραίοι υπήκοοι Οθωμανοί. Ούτοι προσηνέχθησαν εις τον τούρκον πρόξενον, τη ενεργεία δε αυτού και οι δέκα Εβραίοι διεπεραιώθησαν εις Πρέβεζαν». Εξάλλου, μεμονωμένο θανατηφόρο περιστατικό καταγράφεται την ίδια ταραγμένη περίοδο και στο Μαντούδι της Χαλκίδας, όπου ο φόνος του Ισραηλίτη Ιωσά Φορνά από αγνώστους δεν ήταν δύσκολο να αποδοθεί
άκριτα στο φανατισμό των Χριστιανών χωρικών, σύμφωνα με την Αθηναϊκή «Εφημερίδα». Ηπιότερο αντιεβραϊκό επεισόδιο απλής επίθεσης κατά Εβραίου από εμπόρους γυρολόγους για άγνωστη αφορμή και αιτία καταγράφεται και στην Πάτρα στις 27 Μαΐου. Είναι ευνόητο άλλωστε ότι οποιαδήποτε αντισημιτική εκδήλωση, οποιασδήποτε έντασης κι αν ήταν, οπουδήποτε κι αν εκδηλώθηκε την περίοδο αυτή —ακόμη κι αν επινοήθηκε— εμφανίστηκε μεγεθυμένη από τον Τύπο της εποχής και πάντως συνδέθηκε άμεσα ως ωστική συνέπεια του φονικού και του πογκρόμ κατά των
Εβραίων της Κέρκυρας.
Καθώς η κυβέρνηση είχε απαγορεύσει την αποστολή τηλεγραφημάτων από την Κέρκυρα με ανταποκρίσεις σχετικές με το φόνο και την ανακριτική πορεία, οι αθηναϊκές εφημερίδες ήταν υποχρεωμένες να ενημερώνονται είτε από τα τηλεγραφήματα των τοπικών αρχών είτε να αναδημοσιεύουν, με αναπόφευκτη τη σχετική καθυστέρηση, τις ειδήσεις όπως περνούσαν στον τοπικό Τύπο. Το αποτέλεσμα αυτής της ανεπαρκούς ή έμμεσης άντλησης ειδήσεων ήταν να βλέπουν το φως δημοσιεύματα με στοιχεία υπερβολικά ετερόκλητα μεταξύ τους ως προς τα περιγραφόμενα γεγονότα
και κυρίως ανακριβή, τα οποία αντί για ενημέρωση προκαλούσαν σύγχυση και πανικό, συμβάλλοντας έτσι στη διάχυση και διόγκωση του αντισημιτικού κλίματος.










