Επιχείρηση DASTARD στα Ιόνια Νησιά και στη Ζάκυνθο

Μία ιστορία που διάβασα σήμερα το απόγευμα, με έκανε να επικοινωνήσω με τον. κ. ΧΡΗΣΤΟ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟ και να τού ζητήσω την άδεια ώστε να την ανεβάσω στα tazakinthnia.gr μου. Και μού έδωσε με χαρά την άδεια αμέσως και γι’ αυτό τον λόγο τον ευχαριστώ πολύ και δημόσια. Πάμε χρόνια πίσω… Στον πόλεμο του 1940…

“Ήταν 02:40, τα ξημερώματα της 23ης Απριλίου του 1944, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, όταν μία ντουζίνα από σκιές αποβιβάζεται στην περιοχή του Πόρτο Βρώμη ερχόμενη από το Μπρίντιζι της Ιταλίας με το Ιταλικό υποβρύχιο “Nichelio”. Η αγκίστρωση επί της ακτής γίνεται υπό δύσκολες συνθήκες, λόγω της θαλασσοταραχής και του βάρους των υλικών που τα μέλη αυτής της παράξενης ομάδας έφεραν μαζί τους.

Όλα είχαν ξεκινήσει λίγους μήνες πριν, όταν η συμμαχική εισβολή στη Νότια Ιταλία είχε αρχίσει να αλλάζει το ρου της ιστορίας και του Β’ ΠΠ συνολικά, αναβαθμίζοντας – ταυτόχρονα – και την στρατηγική σημασία της θαλάσσιας περιοχής που περιελάμβανε τα νησιά Ζάκυνθος, Κεφαλλονιά, Ιθάκη και Λευκάδα, που δεσπόζουν του Πατραϊκού κόλπου.
Υπό αυτό το πρίσμα, αποφασίσθηκε η εκτέλεση στρατιωτικής αποστολής στην περιοχή του Ιονίου υπό την κωδική ονομασία “DASTARD”. Σκοπός της εν λόγω αποστολής ήταν η οργάνωση και λειτουργία μυστικού δικτύου πληροφοριών και δολιοφθορών στα ανωτέρω νησιά.
Τα μέλη της συγκεκριμένης αποστολής την απάρτιζαν 6 άτομα προσωπικό του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, 3 αξιωματικοί καταδρομείς και 3 Υπαξιωματικοί ασυρματιστές υπό την ηγεσία του Ζακυνθινού και “γνώριμου” στην – τότε – κατοχική Ελλάδα, αφού είχε πάρει μέρος στην επιχείρηση ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου, Θέμη Μαρίνου. Η Αποστόλη υποδιαιρείτε σε τρία υπαρχηγεία με αυτόνομους σταθμούς ασυρμάτων, στη Κεφαλλονιά, τη Λευκάδα και τη Ζάκυνθο.
Στο “Φιόρο της Ανατολής”, όπου γεννήθηκαν μεγάλοι ποιητές και λόγιοι και που – τότε – ζούσε κάτω από τη μπότα του κατακτητή, αλλά και τη διχόνοια που είχε αρχίσει να ριζώνει ανάμεσα στις αντάρτικες ομάδες της εποχής, η Αποστολή θα στήσει τον αντίστοιχο σταθμό, με την κωδική ονομασία “Spoilsport”, στο Μοναστήρι της Παναγίας της Υπεραγάθου, το οποίο είναι μετόχι της Μονής Αγίας Αικατερίνης που βρίσκεται στο Όρος Σινά στην Αίγυπτο. Ο Ηγούμενος της Μονής, Νεόφυτος Μαρούδας, θα αποτελέσει τον κύριο και σημαντικότερο κρίκο της Αποστολής στο νησί.
Η Αποστολή σταδιακά επιλέγει τους ανθρώπους που θα την πλαισιώσουν για να φέρει εις πέρας το έργο που είχε αναλάβει. Γύρω στα 40 άτομα, άνθρωποι καθημερινοί που – συνήθως – δεν εμπλέκονταν στις πολιτικές διενέξεις της εποχής, πατριώτες που εστερνίζονταν τον πόθο για ελευθερία και ήταν διατεθειμένοι να εκτελέσουν παράτολμα πράγματα για το κοινό καλό. Μέσα σε αυτούς ήταν ο πρόεδρος της κοινότητας Κατασταρίου Νίκος Χαρτάς, ο Γιάννης Λευτάκης ή Καρκατζάς από τις Αλυκές και ο Παναγιώτης Βούτος ή Τσιόλης από το Καταστάρι.
Ο πρώτος βοήθησε την Αποστολή με τις πολύτιμες πληροφορίες του, ο δεύτερος με τη βάρκα του θα αναλάμβανε να μεταφέρει απαραίτητα εφόδια, υλικά και προσωπικό της Αποστολής ανάμεσα στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά και ο τρίτος θα εκτελούσε το ρόλο του συνδέσμου ανάμεσα στα δύο νησιά, αφού γνώριζε πολύ καλά τις ακτές της Κεφαλλονιάς και έχοντας, εκεί, συγγενή τον Ηγούμενο της Μονής Αγίου Διονυσίου (πατήρ Ανδρόνικος, κατά κόσμον Δραγανίγος Βούτος) βοήθησε την περαίωση και εγκατάσταση της ομάδας και σε αυτό το νησί.
Το Γενικό Στρατηγείο είχε σχεδιάσει να αποστείλει επιπλέον εφόδια και υλικά στην αποστολή μέσω υποβρυχίου που θα προσέγγισε τις ακτές της Νότιας Κεφαλλονιάς. Ο Παναγιώτης Βούτος “διατάχθηκε” να έλθει από τη Ζάκυνθο για να μεταφέρει μέρος αυτών στο σταθμό της Υπεραγάθου. Οι Γερμανικές περίπολοι, έχοντας πληροφορηθεί από χαφιέδες της εποχής την κινητικότητα ανάμεσα στα δύο νησιά επέδραμαν κατά της παραλίας των Χιονάτων όπου κατέστρεψαν όσες βάρκες βρήκαν, μεταξύ των οποίων και αυτή του Παναγιώτη Βούτου. Παρακάμπτοντας 3 γερμανικές περιπόλους, με μεγάλη προσοχή ο Βούτος και ένα ακόμα άτομο της Αποστολής κατάφεραν να φτάσουν στη παραλία όπου και αντίκρισαν την καμμένη τους βάρκα. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, ο Βούτος, ερεύνησε την παραλία και κατάφερε να ανακαλύψει μισό θαμμένη στην άμμο μία άλλη βάρκα η οποία για καλή τους τύχη ήταν σε άριστη κατάσταση. Με τη βοήθεια των χωρικών την ξέθαψε και αφού την αγόρασε επί τόπου σχεδίασε τον τρόπο με τον οποίο θα περνούσαν με το άλλο μέλος της Αποστολής στη Ζάκυνθο.
Πραγματικά, περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι, φόρτωσαν τη βάρκα με τα υλικά για τον σταθμό “Spoilsport” στην Υπεράγαθο και με κουπί κατάφεραν να φτάσουν ξημερώματα στο Πόρτο Βρώμη, χωρίς κάποιο άλλο απρόοπτο.
Η Αποστολή χρησιμοποίησε μία αποθήκη του Γιάννη Λευτάκη στην περιοχή των Αλυκών για προσωρινή αποθήκευση υλικών όπως εκρηκτικά, ενώ σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να απογράψει τη δύναμη των κατοχικών δυνάμεων στο νησί. Μετά την κατάρρευση της Ιταλίας η κύρια δύναμη κατοχής ήταν πλέον γερμανική υπόθεση. 1400 άτομα προσωπικό του 999ου Παρακτίου Τάγματος Πεζικού ήταν όλη η γερμανική κατοχική δύναμη στη Ζάκυνθο εκείνη ακριβώς την εποχή, κατανεμημένη ανάμεσα στη Χώρα, το Καλαμάκι και το Καταστάρι, ενώ οι 350, περίπου, αφοπλισμένοι Ιταλοί είχαν μεταπέσει σε βοηθητικά καθήκοντα, οπότε δεν λογίζονται ως μάχιμη δύναμη.
Στις Αλυκές έδρευε ο ένας από τους 4 λόχους του 999ου ΠΤΠ με ένα πυροβόλο μεγάλου βεληνεκούς, 5 αντιαρματικά πυροβόλα κοντά στην παραλία, διανθισμένα με σειρά συρματοπλεγμάτων επί της ακτής των Αλυκών, πολλά αντιαεροπορικά πολυβόλα και ένα παρατηρητήριο στη περιοχή της Αγίας Κυριακής. Οι Γερμανοί θεωρούσαν την παραλία των Αλυκών ως μία από τις υποψήφιες, με αυτή του Τσιλιβί και του Λαγανά, για απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων και γι αυτό το λόγο είχαν φέρει βαρύ οπλισμό στη περιοχή.
Από πλευράς αντιστασιακών οργανώσεων στη περιοχή, το Καταστάρι υπήρξε, μέχρι και την διάλυσή του από τον ΕΛΑΣ, ορμητήριο του ΕΔΕΣ με οπλαρχηγό τον Διονύση Χαρτά.
Στη Ζάκυνθο τα υποβρύχια έφταναν από την απελευθερωμένη Ιταλία πιο εύκολα απ ‘ ότι στη Κεφαλλονιά, αφού ο απομονωμένος όρμος του Πόρτο Βρώμη εξασφάλιζε την τέλεια κάλυψη για την εποχή. Την μεταφορά των υλικών που έφερναν τα υποβρύχια, την είχαν αναλάβει από κοινού ο Παναγιώτης Βούτος και ο Γιάννης Λευτάκης (Καρκατζάς) με βοηθούς τον Δημήτρη Μποζίκη και Γιώργο Γιατρά από τις Μαριές. Για τις περιπτώσεις, δε, άφιξης εφοδίων από την Κεφαλλονιά, ο Καρκατζάς διέθετε το δικό του “ιστιοφόρο – βάρκα”, ενώ γινόταν χρήση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, και της αποθήκης που διέθετε στις Αλυκές. Παναγιώτης Βούτος και Γιάννης Λευτάκης (όπως και πολλοί άλλοι που συνεργάστηκαν με την Αποστολή, “χρησιμοποιήθηκαν” σε πλείστες περιπτώσεις στην αλίευση πληροφοριών). Έτσι, δεν ήταν λίγες οι φορές που προσποιούμενοι τους εργάτες, εισέρχονταν σε οχυρωμένες θέσεις της γερμανικής φρουράς για να κατοπτεύσουν τους χώρους και τις θέσεις άμυνας του προσωπικού, δίνοντας πολύτιμες πληροφορίες στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Η συμμαχική Αεροπορία διενεργούσε βομβαρδισμούς στη Ζάκυνθο χρησιμοποιώντας αυτές ακριβώς τις πληροφορίες που στέλνονταν στη Μέση Ανατολή από το σταθμό στην Υπεράγαθο και από εκεί στις Αεροπορικές Βάσεις των συμμάχων στη Νότιο Ιταλία. Όλος αυτός ο κύκλος επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας επικοινωνιών.
Η Αποστολή κράτησε στο νησί μέχρι και τις στιγμές λίγο μετά την απελευθέρωση των Επτανήσων από τους Γερμανούς, συμβάλλοντας με το τρόπο της στην ομαλότερη μετάβαση μίας κατεστραμμένης κοινωνίας σε μια μεταπολεμική Ελλάδα που ακόμα και τότε, δεν είχε ζήσει το χειρότερο πρόσωπο της καταστροφής… Τον Εμφύλιο πόλεμο.
Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του κ. Λευτέρη Ταταρίδη.

Δείτε σχετικό βίντεο εδώ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *