Ο Αείμνηστος Διονύσιος Ρώμας είναι γνωστό ότι έχει γράψει πολλά χρονογραφήματα. Πολλά από αυτά έχουν γραφτεί στα “Ζακυνθινά” του. Ένα από αυτά πήρε ο εκδότης των εκδόσεων “Περίπλους”, αγαπητός φίλος κ. Διονύσιος Βίτσος και το έβαλε στo προσωπικό του προφίλ στο Facebook. Από εκεί το πήρα και το δημοσιεύω εδώ. Είναι μία πολύ ωραία μάντσια που καλό είναι να δημοσιευτεί και εδώ, εις μνήμη ίσως, και του νονού αυτής μου της προσπάθειας, από εδώ, των δικών μου “Ζακυνθινών”…
[Μάντσια: Κάτι μεταξύ φάρσας και νίλας. Η διασκέδαση των Ζακυνθινών.
Μαντσιαδώρος: Εκείνος που καταστρώνει μάντσιες].
“Αν επρόκειτο εδώ να σάς διηγηθώ τις ωραιότερες Ζακυνθινές μάντσιες πού ξέρω, θα έκανα ό,τι και οι δυστυχισμένες Δαναΐδες.[…]
… είναι έργο τού περίφημου «μαντσιαδώρου» μακαρίτη Κόντε Παύλου Μερκάτη, λαμπρού Δικηγόρου και πρόξενου της Γαλλίας. Το σοβαρότατο κατά τα άλλα αυτό πρόσωπο είχε αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στην καλλιέργεια του χαρακτηριστικού τοπικού φρούτου. Η εφευρετικότητα του έχει μείνει παροιμιακή. Από τα ωραιότερα του δημιουργήματα είναι και η μάντσια του «Μπαμπάκη» που θα σας διηγηθώ.
Ο τρισταλαίπωρος «Μπαμπάκης» ήταν ένας εύπορος ‘Εβραίος γυρολόγος και ερασιτέχνης τοκογλύφος, ο όποιος έφερε αρχικά το ιστορικό όνομα Μπολής. (Παρένθεση: Λέγω ιστορικό, γιατί όταν ο Λομβάρδος, το 1848, ζήτησε μέσα σ’ άλλες «μεταρρυθμίσεις» και την παροχή ψήφου στους Ισραηλίτες, το έκανε «λανσάροντας» το λαϊκό «σλόγκαν»:
“Και η ψήφος του Μπολή
σαν του Κόντε Νικολή!”
Και ο μεν Κόντε Νικολής ήταν ο πλουσιότατος γαμβρός του Δημητρίου Σολωμού, αδελφού του εθνικού ποιητή, Νικόλας Λούντζης, ο δε Μπολής, Εβραίος γυρολόγος, πρόγονος του δυσπερίγραπτου Μπαμπάκη μας).
Ο Μπολής Β’ λοιπόν ζημιώθηκε κάποτε από τα μπαμπάκια. […]
Το πράγμα δεν άργησε να φτάσει στ’ αυτιά του «Κόντε Πάουλο», ο όποιος τον γνώριζε από την καλή. Ο λαμπρός αυτός νομομαθής απεφάσισε τότε να σκαρώσει μια πρωτότυπη «δικαστική μάντσια». Τοποθέτησε στρατηγικότατα τα στελέχη του, τα περίφημα «λιαπούδικα», τα τρομερά Ζακυνθινά χαμίνια, και τους έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες.[…]
Αδύνατο να ξεμυτίσει από το σπίτι του, δίχως ν’ ακούσει την περιπαικτική φωνή ενός χαμινιού να επαναλαμβάνει την τόσο αντιπαθητική γι’ αυτόν λέξη!
Και οι «μεγάλοι» όμως δεν πήγαιναν πίσω. Δεν του φώναζαν βέβαια «μπαμπάκι», συζητούσανε όμως μεγαλοφώνως για τις αρετές, την αξία και την εμπορικότητα του υλικού αυτού, μόλις ο άτυχος Μπολής βρισκότανε κάπου κοντά και μπορούσε να τους ακούσει.
Έτσι, σιγά-σιγά, ο γυρολόγος έχασε και τ’ όνομά του ακόμη και έμεινε γνωστός σ’ όλο το νησί μ’ εκείνο του «παραγεμίσματος», πού τόσο μισούσε.
Πέρασε αρκετός καιρός και επιτέλους έφτασε ή στιγμή πού περίμενε ο άκαρδος «ποιητής»: ‘Ο Μπαμπάκης άρχισε να «χτυπάει». Η μάντσια έφτασε, δηλαδή, στο κρίσιμο σημείο της διαδρομής της. Με το άκουσμα και μόνο της εφιαλτικής φωνής ο Μπολής έσκυβε, άρπαζε μια πέτρα και την πετούσε κατακέφαλα στον υβριστή του. Έτσι, κάποιο καλό πρωί έγινε και το ποθούμενο: Ο Μπαμπάκης έσπασε το κεφάλι ενός αθώου διαβάτη και βρέθηκε στο φρέσκο.
Από δω και πέρα επεμβαίνει πια ο «νουνός» του υπό την κυρία επαγγελματική του ιδιότητα: Αναλαμβάνει να τον υπερασπίσει στο Δικαστήριο.
Την ημέρα της δίκης όλη ή Ζάκυνθος είχε μαζευτεί στη μεγάλη σάλα του «Μιχαλιτσέικου», που χρησίμευε τότε για Δικαστήριο. Ύστερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, σηκώθηκε ο Μερκάτης και άρχισε την συνηγορία του:
«Κύριε Πρόεδρε, συλλογιστείτε για μια στιγμή τη θέση σας, αν κάποιος αναιδής έπειθε τον κόσμο ότι το πραγματικό σας όνομα δεν είναι Παπακυριτσόπουλος, αλλά Μπαμπάκης!»
Πρόεδρος: «Κύριε συνήγορε, σας ανακαλώ στην τάξη!»
Μερκάτης: «Μιαν υπόθεση κάνουμε! Ας φαντασθούμε λοιπόν ότι επείσθη το νοήμον Ζακυνθινό κοινόν ότι ονομάζεσθε Μπαμπάκης! Βγαίνετε από το σπίτι σας; Προσκυνώ, κύριε Μπαμπάκη! ’Έρχεσθε στο Δικαστήριο; Τα σέβη μου κύριε Μπαμπάκη! Βλέπω ότι το πράγμα δεν σας αρέσει καθόλου, κύριε Πρόεδρε! Για φαντασθείτε όμως αν όλη ή πόλις μετά όλο το νησί κι αργότερα όλη ή Ελλάς και τέλος όλος ο κόσμος ξεχνούσε το σεβαστό προεδρικό σας όνομα και σας φώναζε Μπαμπάκη, Μπαμπάκη, Μπαμπάκη, Μπαμπάκη…»
Κάθε φορά πού ο Μερκάτης επαναλάμβανε το μοιραίο όνομα, ο άτυχος Εβραίος τιναζότανε στο εδώλιο του, σαν να καθότανε σε ηλεκτρική καρέκλα του Σίνγκ-Σίνγκ! Όμως και ο… πρόεδρος σιγά-σιγά είχε εκνευρισθεί, κοκκινίσει και φουσκώσει σαν Ινδιάνος!
Τέλος, κάτι σαν μια έκρηξη «κατέστρεψε τον λόγο» του νομομαθούς κόντε μας. Πρόεδρος και κατηγορούμενος είχαν τιναχθεί ψηλά και φώναζαν μαζί. Ο μεν πρόεδρος για να επιβάλλει ποινή στον ασεβήσαντα προς το Δικαστήριο, ο δε Μπαμπάκης για να σταματήσει το μαρτύριο αυτό με την αμίμητη φράση:
«Σκάσε! Σκάσε, κόντε δικηβόρο* γιατί θα ξεράσουμε!! Μη σώσει και το χάσουμε το παλιοπροτσέσο!!»
’Εννοείται ότι, ύστερα από αυτό, ο «δικηβόρος» με μια θαυμάσια προσλαλιά απέδειξε στο δικαστήριο πόσο δικαιολογημένος ήταν ο βρασμός ψυχής του γυρολόγου και αθώωσε παμψηφεί τον πελάτη του. »
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΡΩΜΑΣ (1906-1981), «ΤΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ», Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (1957)
[* Δικηβόρος: Ζακυνθινή σαρκαστική εκδοχή της λέξης “Δικηγόρος”. Από το Δίκη (δικαιοσύνη) και βορά. Δηλ. εκείνος που κατασπαράζει τη δικαιοσύνη.]










