Της Παναγίας της Χρυσοπηγής σήμερα…

Το Πανηγύρι αυτό από παλιά γίνεται στο προάστιο Μπόχαλη ανήμερα της γιορτής της, την Παρασκευή μετά το Πάσχα, με κάθε μεγαλοπρέπεια και συμμετοχή πολύ κόσμου από τη χώρα και τα γύρω χωριά. Από την παραμονή που διαβάζεται ο Εσπερινός κτυπούν οι καμπάνες χαρμόσυνα, ενώ παίζει το πατροπαράδοτο ταμπουρλοανιάκαρο. Την επομένη που είναι και η γιορτή της από ενωρίς μαζί με τις καμπάνες αρχίζει να παίζει πάλι το ταμπουρλοανιάκαρο, που ακουγόταν στην χώρα και στον κάμπο. Μετά την Αρχιερατική Λειτουργία, στις 11 το πρωί, γίνεται η λιτάνευση της εικόνας μαζί με την εικόνα της Ανάστασης, ανάμεσα στους δρόμους της γραφικής και γεμάτης λουλούδια Μπόχαλης μέχρι την είσοδο του Κάστρου, όπου ξαναγυρίζει στην Εκκλησία και γίνεται η δέηση. Το ίδιο απόγευμα καταφθάνουν προσκυνητές από διάφορα σημεία του νησιού.Η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής εσώζετο μέσα στο Κάστρο το 1538, όπως και η εκκλησία της Λαουρένταινας. Το 1790 έπεσε με τους σεισμούς και ανακαινίσθηκε. Το 1799 έπαθε σοβαρές ζημιές από άλλους σεισμούς και μεταφέρθηκε προσωρινά η εικόνα της Παναγίας Χρυσοπηγής στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Μώλου. Με τους σεισμούς του 1840, ανήμερα του Αγίου Λουκά, η εκκλησία έπεσε τελείως. Η εκκλησία αυτή κτίστηκε το 1841 εκεί που είναι τώρα, μαζί με το καμπαναριό της. Με τους σεισμούς του 1893 έπαθε ζημιές και επισκευάστηκε. Με τους σεισμούς του 1953 έμεινε όρθια και έπαθε ζημιές αλλά αναστηλώθηκε. Η εκκλησία της Χρυσοπηγής διατηρεί θαυμάσια έργα τέχνης. Το σημαντικότερο έργο τέχνης της εκκλησίας και ένα από τα σπουδαιότερα της Χριστιανικής Βυζαντινής αγιογραφίας, είναι η θαυματουργός εικόνα της Θεοτόκου της Χρυσοπηγής, που τη μεταφέρανε όπως μάς αναφέρει ο Λεωνίδας Ζώης από την Κωνσταντινούπολη μετά την άλωση. Ο ιστορικός Παναγιώτης Χιώτης, υποστηρίζει ότι η εικόνα της Χρυσοπηγής είναι από το έτος 848.

Σύμφωνα με τον Λαογράφο, ποιητή συγγραφέα, δάσκαλο κ.λ.π. Αείμνηστο Διονυσάκη Φλεμοτόμο, (που πάντα ψάχνω τα άρθρα του, ενημερώνομαι και μαθαίνω από αυτά, και προπάντων, να αναφέρω ότι πηγές μου, σε πολλά από αυτά που γράφω εδώ μέσα είναι ο Λεωνίδας Ζώης, ο Διονύσης Φλεμοτόμος, ο Ντίνος Κονόμος κ.λ.π.), παραδοσιακό φαγητό της ημέρας, κυρίως για την περιοχή που γιορτάζει, είναι τα τρυγόνια με μπίζι (αρακάς).

Ω Παναγιά μου, ωχ το Σκοπό

Χρυσοπηγή, ωχ το Κάστρο

φέρτε μου την αγάπη μου

να ρθω να σας δοξάσω”

(Δημώδες της Ζακύνθου, λόγω της ημέρας).

 

Η  ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ

Τα πολύ παλιά τα χρόνια ζούσε στην Καππαδοκία

μια κοπέλα, πού ήταν, λένε, σαν και τα νερά τα κρύα.

Κράταγε από σπουδαίο αρχοντόσογο η γενιά της,

Μα είχε απομείνει μόνη, και Πηγή ήταν τ’ όνομά της.

Άστραφτε το πρόσωπό της σαν τον ήλιο, το φεγγάρι,

Τυχερό τον νιο λογιάζαν που γυναίκα θα την πάρει.

Γιατί και ομορφάδα είχε, μα και φρόνηση και γνώση

και κανείς σοφός δεν βρήκε λάθος να της διορθώσει.

Είχε μελετήσει όλη των αρχαίων τη σοφία

κι είχε μάθει απ’ τους δασκάλους Φυσική, Φιλοσοφία.

Των ουράνιων σωμάτων, τις τροχιές παρατηρούσε,

και τις Επιστήμες όλες σπούδαζε και αγαπούσε.

Όταν άνοιγε το στόμα, μέλι λες κι ήθελε τρέξει

άξιζε κι από χρυσάφι πιο πολύ κάθε της λέξη.

Βασιλιάδες και αρχόντοι, ντόπιοι κι από ξένα μέρη

στέλνουνε προξενητάδες, μήπως και την καταφέρει

κάποιος να την στεφανώσει, στο πλευρό του να την βάλει.

Σαν κορώνα που αξίζει όσο και καμία άλλη.

Τ’ άκουσε και ο Αφέντης ο τρανός, της Κιλικίας

που ήταν ξακουστός στα πλούτη και της ίδιας ηλικίας.

Στον καυγά, θεριό μονάχο, τον εχθρό δεν λογαριάζει

κι εύμορφος πολύ. Θαμπώνει όποιον κι αν τονε κοιτάζει.

Μα η καρδιά, σκληρή σαν πέτρα, λύπηση καμιά δεν έχει

φίλος να σταθεί σιμά του ούτε ώρα δεν αντέχει.

Στέλνει της μαντατοφόρους να της πάνε δαχτυλίδι

και λογιάζει πως στο θρόνο θα την έχει για στολίδι.

Μα η κόρη τον αρνιέται. Και τους λέει με παρρησία

«Ούτε κι αν ακόμα δώσει όλη την περιουσία

και τα πλούτη όλου του κόσμου να τα ρίξει στην ποδιά μου,

σ’ άδικο, εγώ δεν δίνω, ξένο αφέντη την καρδιά μου.»

Σκύλιασε ως να τ’ ακούσει τούτα, ο άρχοντας ο μαύρος

και ξεκίνησε την κόρη να ’βρει, ωχρός μαζί και λαύρος.

Μα η κόρη δεν φοβάται. Με το που τον αντικρίζει

κύρη πορφυροντυμένο, λόγο τού αντιγυρίζει.

«Τα που είπα στους δικούς σου, και μπροστά σου ξαναλέω.

Απ’ το να γενώ δική σου, κάλλιο το κορμί μου καίω».

Το σπαθί ευθύς σηκώνει, με σκληρό, κακούργο χέρι,

να την κόψει, αυτή που αρνιέται έτσι, να τον κάμει ταίρι.

Τρέχει η κόρη να ξεφύγει, μα στους κάμπους, μα στα δάση

και ξοπίσω της εκείνος ρίχνεται να την προφτάσει.

Κι ως να την κοντοζυγώσει, βάζει ευθύς φωνή η κόρη.

που αντηχήσαν τα λαγκάδια, τα ρουμάνια και τα όρη.

«Ας γινόμουνα, Θεέ μου, μια πηγούλα ή μια κρήνη!»

Κι ως που το’πε, θαύμα μέγα, από το Θεό εγίνη.

Σκίστηκεν η γή στα δύο, και η κόρη ευθύς εχάθη

απ’ τον κόσμο, απ’ τους ανθρώπους κι από τ’ άδικα τα πάθη.

Κι από εκείνο το σημείο που εχάθη μες στη γή,

άρχισε νερό να τρέχει, κρύα, δροσερή πηγή.

Να δροσίζονται οι διαβάτες, τ’ ουρανού τα πετεινά,

κυνηγοί και στρατολάτες μα και ζούδια ταπεινά.

Μόλις είδε τέτοιο θαύμα ο σκληρόκαρδος ο ρήγας,

ένοιωσε μες στην καρδιά του να τον καίει άγριος λίβας.

Μεταστράφηκε στα οπίσω και μετανιωμένος φεύγει

στο μεγάλο του το κρίμα, λύτρωση να βρει γυρεύει.

Διατάζει στην πηγούλα να κτιστεί η εκκλησιά της.

Και αγίασμα να τρέχουν τα νερά στην εμπασιά της.

Χάθηκε απ’ το παλάτι και καλόγερος εγίνει,

να σ’χωράει, να σχωριέται απ’ ανθρώπους κι από εκείνη.

Κι όπως λένε αυτοί που ξέρουν, κάθε βράδυ ως την αυγή

σκύβει, πίνει από την κρήνη, βλέπει την Χρυσοπηγή.

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ    (Από την ποιητική συλλογή «Σιγή Ασυρμάτου» – 2016).

Η φωτογραφία είναι του κ. Θεοτόκη Φλεμοτόμου (Λιτανεία Χρυσοπηγής).

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *