Το πρωί του Μ. Σαββάτου, οπότε και τελείται η Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου μαζί με τον Εσπερινό της Κυριακής του Πάσχα, η Εκκλησία εορτάζει την ανάμνηση της Εἰς ᾍδου Καθόδου του Χριστού. Η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για την Κάθοδο του Χριστού στον Άδη, θεμελιωμένη στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, έχει ήδη διαμορφωθεί από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η ψυχή του Χριστού, με τον θάνατό του, χωρίζεται από το σώμα και «ἐν δόξῃ» κατέρχεται στον Άδη, ενώ το σώμα του ενταφιάζεται και, σε αντίθεση με τους φυσικούς νόμους, παραμένει ανέπαφο και «διαφθορᾶς ἀλλότριον».
Μετά τη σταυρική θυσία του Χριστού, το σώμα του ενταφιάσθηκε και η ψυχή του κατήλθε στον Άδη. Όπως, όμως, ανήλθε στον σταυρό εκουσίως, έτσι και στον Άδη κατήλθε «ἐλευθέρως», ως Κύριος και Βασιλεύς, «ἵνα αὐτὸς δι’ ἑαυτοῦ λύσῃ τὴν ἑαυτοῦ ἀπόφασιν, ἐν μορφῇ τοῦ καταδικασθέντος ἀκαταδικάστῳ καὶ ἀναμαρτήτῳ ὀφθείς· ἵνα καὶ ἡ καταλλαγὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον γένηται, καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ παντὸς ἀνθρώπου δι’ ἀνθρώπου ὑπάρξῃ ἐν τῇ καινότητι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν» (Μ. Αθανάσιος, PG 26, 1117).
Η Αγία Γραφή, η πατερική γραμματεία αλλά και η υμνολογία της Εκκλησίας αναφέρονται με σαφήνεια στην θριαμβευτική Κάθοδο του Χριστού στον Άδη, όπου, ως βασιλεύς και νικητής του θανάτου, ήλθε να απελευθερώσει τους «ἀπ’ αἰώνων νεκροὺς» από «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τὸν διάβολον», από τον θάνατον, που υπήρξε το αποτέλεσμα της αμαρτίας, και από τον Άδη, του οποίου το βασίλειο γεμίζει με νεκρούς από την συνέργεια του διαβόλου και του θανάτου. Επομένως, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη αποτελεί την απαρχή της νίκης του κατά του θανάτου, που ξεκινά από τα τελευταία λόγια πάνω στον σταυρό και ολοκληρώνεται με την Ανάσταση και την «ἐνδόξῃ» Ανάληψη και Δεύτερη Έλευσή του στα Έσχατα.
Ο Χριστός, κατερχόμενος στον Άδη, κήρυξε το Ευαγγέλιο στις ψυχές των νεκρών. Έδωσε έτσι τη δυνατότητα της σωτηρίας, χωρίς διάκριση, όχι μόνο στους πατριάρχες, προφήτες και δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά σε όλες τις ψυχές των κεκοιμημένων, αγαθών και αμαρτωλών, δικαίων και αδίκων, Ιουδαίων και Εθνικών. Όσοι αποδέχθηκαν τον νέο τρόπο ζωής, απελευθερώθηκαν από τα δεσμά του διαβόλου και του θανάτου και οδηγήθηκαν στον παράδεισο, όπου παραμένουν και προγεύονται την αιώνια μακαριότητα και δόξα μέχρι την ανάσταση των νεκρών και τη μέλλουσα αιώνια ζωή.
Το κήρυγμα του Ευαγγελίου στις ψυχές των νεκρών θα πρέπει να το δούμε μέσα από την καθολικότητα του έργου της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του «πεπτωκότος» ανθρώπου. Ο Ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού δίδαξε και έδρασε στην επίγεια ζωή του, έπαθε και πέθανε. Πριν από την Ανάστασή του, συνέχισε στον Άδη το σωτηριώδες έργο του με την διδασκαλία του Ευαγγελίου σε όλους ανεξαιρέτως τους νεκρούς, όπως απαιτούσε η θεία δικαιοσύνη και φιλανθρωπία, αφού οι νεκροί δεν είχαν τη δυνατότητα να ακούσουν το κήρυγμά του και να πιστέψουν, κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής του. Έτσι, το έργο και η χάρις του Χριστού απλώνονται «ἐπὶ πασῶν τῶν σφαιρῶν τῆς ὑπάρξεως τῶν τε ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Ι .Ν. Καρμίρης, Η Εις Άδου του Χριστού εξ επόψεως ορθοδόξου, Αθήναι 1939, 61). Ο Λόγος αποκαλύφθηκε στον κόσμο με σώμα και ανθρώπινη μορφή, ενώ στις ασώματες ψυχές των νεκρών του Άδη φανερώθηκε ασώματος, μόνο με την «ἔνθεη» ψυχή του, και οδήγησε τις ψυχές που τον ακολούθησαν στην πρόγευση της ανάστασης των νεκρών και της Μέλλουσας Ζωής.
Αυτήν τη θεμελιώδη διδασκαλία της Εκκλησίας για την ζωή και τον θάνατο, τον ουρανό και τον Άδη, το φως και το σκοτάδι, την πτώση και την αναδημιουργία, την αμαρτία και την σωτηρία, την κατήφεια του θανάτου και την χαρά της ζωής προσπάθησε και η βυζαντινή τέχνη να εκφράσει με την παράσταση της Εἰς Ἅδου Καθόδου. Δεν απεικόνισε το ίδιο το γεγονός της Ανάστασης στην ιστορική του διάσταση – εξάλλου δεν υπήρξαν ανθρώπινοι μάρτυρες του γεγονότος- αλλά την ένδοξη Κάθοδο του Χριστού στον Άδη και το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας του ανθρώπου. Αυτή την εικόνα η Εκκλησία, μέσω του καλλιτέχνη, την αποκαλεί συνειδητά H ANACTACIC και ο πιστός που την προσκυνά συνειδητοποιεί ότι η Ανάσταση του Χριστού σημαίνει και τη δική του ανάσταση: «Εἰ δὲ Χριστός … ἐγήγερται, πῶς λέγουσίν τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν;» (Α΄ Κορ. 15, 12).
Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε δυο βασικούς εικονογραφικούς τύπους της παράστασης: στον πρώτο ο Χριστός ανασύρει από τον τάφο μόνο τον Αδάμ και ακολουθούν η Εύα και οι λοιποί δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ στον δεύτερο ο Χριστός ανασύρει και τον Αδάμ και την Εύα (Ι. Στουφή-Πουλημένου, Η Βυζαντινή ‘Ανάστασις’). Ζητήματα της παλαιολόγειας εικονογραφίας, εκδ. Έννοια, Αθήνα 2019, 45 κ.ε.). Ο πρώτος αποτυπώνει με πληρότητα το σχέδιο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου (Εικ. 1). Η «τυπολογική» σχέση ανάμεσα στον Χριστό (Νέο Αδάμ) και τον Παλαιό Αδάμ, διατυπωμένη πρωταρχικά από τον απόστολο Παύλο, αποτελεί τη θεολογική προϋπόθεση για την ερμηνεία του. Η Ανάσταση του Χριστού (Νέου Αδάμ) είναι η προϋπόθεση για την ανάσταση του Παλαιού Αδάμ, του ανθρώπου γενικότερα. Ο Αδάμ βέβαια ως ο πρωτόπλαστος αντιπροσωπεύει, κατά διαδοχή, όλο το ανθρώπινο γένος, κατ’ εξοχήν την Εύα, που προήλθε από την πλευρά του. Αυτός είναι ο λόγος που ο συγκεκριμένος τύπος είναι ο αρχαιότερος και επικρατεί σε όλη τη μεσοβυζαντινή και υστεροβυζαντινή τέχνη.
Παρά την θεολογική όμως πληρότητα του «μεσοβυζαντινού» τύπου, ιδιαίτερη διάδοση στην υστεροβυζαντινή εικονογραφία έχει και ο δεύτερος τύπος (Εικ. 2). Η Εύα πλέον διαδραματίζει ισότιμο με τον Αδάμ ρόλο στην κύρια δράση της παράστασης. Για την Εκκλησία, η Ανάσταση του Χριστού είναι αναδημιουργία «ἐν Χριστῷ», αναγέννηση και ανακεφαλαίωση όλης της δημιουργίας, η δυνατότητα που παρέχεται στον άνθρωπο να αναστηθεί και αυτός και να ζήσει αιώνια. Έτσι η παράσταση δεν μπορεί πλέον να εκφράζει την πτωτική κατάσταση, τη σχέση υποταγής της Εύας στον Αδάμ, αλλά την ισότιμη σχέση άνδρα και γυναίκας στη νέα δημιουργία και τη μέλλουσα ζωή.
Αναμφίβολα, η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της χριστιανικής πίστης. Αυτό διατυπώνει με σαφήνεια ο απόστολος Παύλος: «Εἰ δὲ Χριστός οὐκ εγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν» (Α΄ Κορ. 15, 17). Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, όλα είναι μάταια, δεν υπάρχει ελπίδα και προσδοκία σωτηρίας του ανθρώπου. Η νίκη του Χριστού κατά του θανάτου, η συντριβή του βασιλείου του Άδη, είναι η προϋπόθεση και η απαρχή της σωτηρίας της ανθρωπότητας και της συμμετοχής των πιστών στην Βασιλεία του Θεού στα Έσχατα.
ΙΩΑΝΝΑ ΣΤΟΥΦΗ – ΠΟΥΛΗΜΕΝΟΥ
Ομότιμη Καθηγήτρια Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ.
Η Ανάσταση του Χριστού, 2021, – Αυγοτέμπερα σε προετοιμασία- ιδιωτική συλλογή, Ζάκυνθος. Έργο ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΠΙΑΖΗ











