Μία τῶν σπουδαιοτέρων ἐν Ζακύνθῳ συντεχνιῶν, μεθ’ ἧς βραδύτερον ἠνώθησαν καὶ οἱ Βυρσοδέψαι, ἦτο ἡ Συντεχνία τῶν Υποδηματοποιῶν. Η Συντεχνία αὕτη προστάτην ἔχουσα τὸν Αγιον Λάζαρον, ἐν τῷ Ναῷ τοῦ ὁποίου καὶ συνεδρίαζεν, ὑπῆρχε πρὸ τοῦ ἔτους 1567, ὡς προκύπτει ἐκ τινος συμβολαίου ἀπὸ 5 Οκτωβρίου 1567, ἐν ὁ ὁ Νικόλαος Ποταμίτης ἐκ Γαλάρου ὑποχρεοῦται νὰ πληρώνη, πλὴν ἄλλων, καὶ ρεάλια δύο κατ᾿ ἔτος πρὸς τοὺς κατὰ καιρὸν πρωτομάστορα καὶ γαστάλδους διὰ νὰ κάμουν ἀνάκτησι τοῦ αὐτοῦ Μοναστηρίου.
Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Πρώτου ἢ ᾿Αρχιτεχνήτου τῶν Ὑποδηματοποιῶν ἐγένετο ἀνὰ διετίαν ἐξ αὐτῶν τῶν πρώτων χρόνων τῆς συστάσεως τῆς ἐν λόγῳ Συντεχνίας. Τοῦτο ἐκ διαφόρων ἐπισήμων καὶ ἰδιωτικῶν ἐγγράφων προκύπτει.
Ἐκ τοῦ κατωτέρω δημοσιευομένου ἐγγράφου γίνεται γνωστὸς ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν ᾿Αρχιτεχνητῶν:
«1693 ἀπριλίου 8: ἐπιδίτης καὶ νὰ ἐφινήρισε ὁ κερὸς τοὺ προτομαστόρου καὶ μέλλοντας νὰ ψιφίσουν ἄλλον ἰς τὸ πόδι τοῦ μα[στορα] Σπυρώτη Στεριότη ἐσυνάχθη ὅλη ἡ ἀδελφότης τῶν τζαγγαράδω, καὶ οἱ ταμπάκιδες τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Λαζάρου εἰς τὸν ἄνοθε Ναὸ καὶ κατέμπροστε εἰς το Ἐκλαμπρότατο ρεγγιμέντο καὶ ἦτανε ἡ ἀδελφότες ὅλη τὸ νούμερο 150 καὶ ἐπήγε ὁ μπούσουλας[το κουτί, η κάλπη] ἀτόρνο[σε περιφορά] διὰ νὰ πάρουνε εἰσὲ λετζιὸν[εκλογές] διὰ νὰ ψηφίσουνε ἄλον ἱς τὸν τόπον τοῦ ἄνωθεν Στεριώτη καὶ ἐπίρανε δὲ ἐλετζιὸν τὸ μρ Αλεξανδρὶ Ζαρκάδι γιος Κατζηλήβα καὶ μρ Στυλιότη Στεριότη καὶ μρ Στάθη Σκορπέο καὶ μρ Σταμάτη Ζαρκάδη καὶ μρ Παναγιότη Δουκατάρα γιο Ξακληρίτη καὶ οὗτος ἔμεινε ὁ κρ Παναγιότης.»
Ἐν ἄλλῳ δ’ ἐγγράφῳ ἀναγιγνώσκομεν:
«Εἰς τοὺς 1695 Μαΐου 5. Ἐγίνικε μάζοξης ἀπὸ τη μαιστράντζα τῶν τζαγγαράδο εἰς τὸν ἄγιο Λάζαρο διὰ κάμουν πρωτομάστορα καὶ ἐλετζέρανε τὸ μρ Σταμάτη Ζαρκάδι καὶ Νικολέτο Ταυλάρι καὶ ἐπίγε ὁ μπούσουλας ἀτόρνο καὶ ἐπίρε ὁ μρ Νικολέτος Ταυλάρης μπάλες [γινόταν «μπαλοτάρισμα» δηλ. ψήφιζαν με σφαιρίδια] πενήντα εὐτὰ Νο 57 καὶ ὁ μρ Σταμάτης Ζαρκάδης μπάλες εκατὸ δεκατέσσερες καὶ ἔτζη έμινε ὁ μρ Σταμάτης Ζαρκάδης.
Τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ ἐκλεγομένου Πρώτου τῶν Υποδηματοποιῶν ἦσαν νὰ ἐπαγρυπνῇ ὅσον ἀφεώρα τὴν καλὴν κατεργασίαν τῶν δερμάτων καὶ τομαρίων καὶ τὴν καλὴν ἐργασίαν τῶν ὑποδηματοποιῶν, νὰ φροντίζη ὥστε νὰ μὴ στερῆται ὁ τόπος διὰ συνεχῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων ἐξαγωγῶν τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ, εἰς πᾶσαν κατάχρησιν νὰ ὑποβάλλη ἀναφορὰν τῇ ἁρμοδίᾳ ἀρχῇ διὰ τὴν δέουσαν πρόνοιαν καὶ νὰ παρευρίσκηται εἰς τε την εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν δερμάτων, ἵνα εἰσπράττη ὅ,τι δικαιωματικῶς ἀνῆκεν αὐτῷ, ἤτοι κατ’ ἀπηρχαιωμένην συνήθειαν μίαν πιάστραν δι᾽ ἑκάστην χιλιάδα βελανιδίου [υλικό τότε απαραίτητο για την κατεργασία των δερμάτων] καὶ παράδες δύο δι’ ἔκαστον δέρμα.
Βραδύτερον ὅμως, ἐπειδὴ πολλαὶ καὶ διάφοροι συνέβαινον άνωμαλίαι, ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν ᾿Αρχιτεχνητῶν, διὰ διαταγῆς αὐτοῦ ἀπὸ 27 Ἱουλίου 1816 ὁ τότε διοικητὴς Ζακύνθου Φραγκίσκος Ριβαρόλας ὥριζεν αὐτοῖς δύο ἐπὶ τοῖς ἐκατὸν, ὅταν δι᾿ αὐτῶν διενέμοντο εἰς μὲν τοὺς ὑποδηματοποιοὺς τὰ εἰσαγόμενα δέρματα, εἰς δὲ τοὺς βυρσοδέψας τὸ βελανίδιον.
Αλλὰ καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν οἱ ᾿Αρχιτεχνῆται ὑπέκειντο εἰς βάρη τινά. Οὕτω λ.χ. τῇ 2 Φεβρουαρ. 1703 συναχθέντες οἱ ἀδελφοὶ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Λαζάρου καὶ οἱ τὴν Συντεχνίαν τῶν ὑποδηματοποιῶν ἀποτελοῦντες τεχνῆται ἀπεφάσισαν, ἵνα τοῦ λοιποῦ ὁ βουλόμενος να ἐκλεχθῇ ᾿Αρχιτεχνήτης τῆς ἄνω συντεχνίας, ἐπὶ διετίαν, ὡς σύνηθες, ὑποχρεῶται νὰ κάνη δύο κηροδοσίαις [δωρεά κεριού] τοῦ Ἐπιταφίου ἀπὸ λίτρες 30 τὴν κάθεμία, ἄσπρο βενέτικο καὶ μία λαμπάδα λίτρες δύο τοῦ ἀγίου Λαζάρου.
Ἐν συνεδριάσει δὲ τῆς ἄνω συντεχνίας τῇ 18 Ἰουλίου 1783 ἐψηφίσθη, ἵνα, ἀντὶ τῶν δέκα τσεκινίων, ἅτινα οἱ κατὰ καιρὸν ἐπιτυγχάνοντες ἀρχιτεχνῆται προσέφερον εἰς τὸν Ναὸν, προσφέρωσι τοῦ λοιποῦ δεκαπέντε τοιαῦτα, ὧν τὰ δέκα εἰς όφελος τοῦ ναοῦ, τὰ δὲ πέντε ἵνα τίθενται ἐντὸς τοῦ ταμείου, διὰ πᾶν τῆς συντεχνίας συμβάν.
Ὁ ἱερεὺς τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Λαζάρου ἐκλεγόμενος ὑπὸ τῆς συντεχνίας ἀνελάμβανεν ὅλα τὰ βάρη καὶ τὰς ὠφελείας τοῦ Ναοῦ, οἱ δὲ ἐπίτροποι (γασάλδοι) δύο τὸν ἀριθμὸν, ἐξελέγοντο καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς αὐτῆς συντεχνίας διαμένοντες εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο, καθὼς καὶ ὁ ἱερεὺς καὶ ο ᾿Αρχιτεχνήτης δύο μόνον, ἔτη. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν διαφόρων τῆς Συντεχνίας προϊσταμένων, συνέβαινον πολλαὶ ἀταξίαι ἐν τῷ ναῷ δι᾽ ἀναφορᾶς αὐτῶν ἀπὸ 13 Ἰουνίου 1791 ὁ τότε ᾿Αρχιτεχνήτης καὶ οἱ Ἐπίτροποι τῆς Συντεχνίας εζήτησαν παρὰ τῆς Διοικήσεως, ἵνα κατὰ πᾶσαν ψηφοφορίαν μὴ δύνανται νὰ ψηφῶσιν ἢ μόνον ἐκ τῶν ὑποδηματοποιῶν καὶ βυρσοδεψῶν οἱ κατέχοντες ἴδιον [δικό τους] ἐργαστήριον, τὰ τέκνα αὐτῶν, ἐὰν τὴν αὐτὴν μετήρχοντο τέχνην, καὶ ένας ἐκ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν· ὥφειλον δ’ οἱ τεχνῆται νὰ καταγράφωσι τοὺς ἐργάτας (λαουρέντας) πρὸς ἀποφυγήν θορύβων καὶ αὐθαιρεσιῶν ἐν τῷ κώδηκι τοῦ ναοῦ, ἐὰν δέ τις ἐξ αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε ν᾿ ἀνοίξη ἐργαστήριον καὶ νὰ θεωρῆται ὡς τεχνήτης χαίρων τα προνόμια τῆς τέχνης αὐτοῦ, ὤφειλε νὰ δίδη σημείωσιν περὶ τούτου, ἵνα καταγραφῇ ἐν τῷ κώδηκι, μετὰ τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς τοῦτο πληρωμήν.
Οὕτω ἀπεκλείοντο παντὸς δικαιώματος του ψηφίζειν πάντες οἱ παλαιορράφοι (μπαλωματάδες), ὡς πρόσωπα μὴ κατέχοντα μόνιμα εργαστήρια καὶ μὴ ὑποκείμενα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς τέχνης αὐτῶν, ὡς οἱ τὴν Συντεχνίαν ἀποτελοῦντες.
Τὴν τοιαύτην αἴτησιν ἡ Διοίκησις ἐνέκρινε διὰ διαταγῆς αὐτῆς ἀπὸ 3 Ἰουλίου 1791. Τῇ 18 ὅμως Ἰουλίου 1781 οἱ ἐνορῖται τοῦ ἄνω ναοῦ, παρεκάλεσαν τὴν Συντεχνίαν, ὡς κάτοχον τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Λαζάρου, νὰ προσλάβωσιν αὐτοὺς εἰς τὰς ψηφοφορίας αὐτῶν καὶ νὰ τοῖς ἐπιτρέψωσι νὰ ἐκλέγωσιν και εκ τοῦ σωματείου των ἕνα ἐπίτροπον, ὅπως οὗτος ἑνούμενος πρὸς τοὺς ἑτέρους δύο τοὺς ὑπο τῆς Συντεχνίας ἐκλεγομένους δύνανται ὁμοῦ νὰ κυβερνῶσι τὰ τοῦ ναοῦ, προσφέροντες πρὸς τοῦτο οἱ Ενορῖται ὑπὲρ τοῦ ναοῦ διακοσίας πιάστρας καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον οὐδόλως νὰ δύναται νὰ παρεμβαίνη ὁ ἐπίτροπος αὐτῶν ἐν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ πάντοτε τὴν τελευταίαν νὰ κατέχη θέσιν. Υπὸ τοιούτους ἐπεξηγηματικοὺς ὅρους, ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ αἴτησις τῶν Ἐνοριτῶν ὑπὸ τῆς Συντεχνίας, ἧς ἡ ἀπόφασις ἐπεκυρώθη διὰ διατάγματος τῆς Ενετικῆς Διοικήσεως (Reggimento).
Εὐχαριστηθέντες οἱ Ενορῖται ἐξηκολούθησαν ἀπολαύοντες τοῦ προνομίου τούτου, πλήρεις εὐγνωμοσύνης, ἀλλὰ δραττόμενοι τῆς εὐκαιρίας κατέφυγον βραδύτερον εἰς τὴν προσωρινὴν ἐγχώριον Κυβέρνησιν (Municipalità), παρὰ τῆς ὁποίας, οὐδόλως λαβούσης ὑπ᾿ ὄψιν τὰ παράπονα τῆς Συντεχνίας, ἐπέτυχον νὰ ἐκλέγωσιν ἐκ τοῦ σωματείου των δύο ἀνθ᾽ ἑνὸς Ἐπιτρόπους. Πιεζομένη ἡ Συντεχνία ἀνεφέρθη, εὐθὺς ὡς ἡ νῆσος ἠλευθερώθη ἐκ τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, νέα δὲ τάξις πραγμάτων ἐξησφάλισε τὴν ἰδιοκτησίαν, τὰ δικαιώματα καὶ τὰς πράξεις ἑκάστου, ἐνώπιον τῆς Εὐγενοῦς Προεδρείας (Presideuza), καί κατέστησεν ὀρατὴν τὴν ἄδικον ταύτην πράξιν τῆς Προσωρινῆς Εγχωρίου Κυβερνήσεως.
Καὶ εἶνε μὲν ἀληθὲς ὅτι ἡ Πρεσβεία (Deputazione), μετὰ τὴν μεταβολην τῶν πραγμάτων, ἐξέδωκε διάταγὴν, ἵνα πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις τῆς πρώην Γαλλικῆς Κυβερνήσεως μείνωσι σταθεραὶ, ἀλλ᾽ ἐπειδη τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἀφεώρα, τὰς ἀποφάσεις τὰς φερούσας τοὺς ἀνθρώπους τῶν φυσικῶν τῆς ἰδιοκτησίας δικαιωμάτων, ἀλλὰ καθαρῶς ἐννόει τὰς πολιτικὰς καὶ νομικὰς ὑποθέσεις, διὰ τοῦτο καὶ ἡ Συντεχνία, ὡς ἰδιοκτήτρια τοῦ ναοῦ τοῦ Αγίου Λαζάρου, δι’ ἀναφορᾶς αὐτῆς ἀπὸ 15 Μαρτίου 1800 ἐζήτει τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως περὶ καταργήσεως του τοιούτου διατάγματος, παρακαλοῦσα ἅμα, ἵνα ἢ ἀπόφασις τῆς 18ης Ιουλίου 1781 ἔχη την ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἰσχύν.
Ἐπὶ τῶν διαφορῶν τούτων μεταξύ τῆς Συντεχνίας καὶ τῶν Ἐνοριτῶν ἐζητήθη δι ἐγγράφου τῆς Προεδρείας ἀπὸ 27 Μαρτίου 1800 ἡ γνώμη τῶν πρὸς τοῦτο ἐντεταλμένων Δικαστῶν (Giudici in Commissione,) οἵτινες καὶ δι’ ἀναφορᾶς αὐτῶν ἀπὸ 24 Ιουνίου ἰδίου ἔτους ἀπεφάνθησαν, μετὰ τὴν ἐξετασιν τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἦτο καλὸν, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, νὰ ἐκλέγωνται, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, δύο Επίτροποι ἐκ τῶν Ενοριτῶν, καὶ τέσσαρες ἐκ τῶν Υποδηματοποιῶν καὶ Βυρσοδεψῶν, καὶ διότι ὁ ναὸς τοῦ ῾Αγίου Λαζάρου ἦτο ἱερὰ καὶ σεβαστὴ ἀποθήκη τῶν ὁστῶν τῶν πατέρων τῶν Ἐνοριτῶν καὶ διότι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ναοῦ ἐν καλῇ πάντοτε θὰ διετέλουν καταστάσει.
Σ.Σ. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του ΛΕΩΝΙΔΑ ΖΩΗ “AI ΕN ZAKYNΘΩ ΣYNΤΕXNIAI”, Τυπογραφείον «Ο Φώσκολος, Σπύρου Καψοκεφάλου», ΖΑΚΥΝΘΟΣ 1893
Το άρθρο δημοσίευσε ο Εκδότης – Συγγραφέας ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΒΙΤΣΟΣ στο προσωπικό του προφίλ στο Facebook και, με την άδειά του, δημοσιεύθηκε εδώ ως έχει.










