Είχα ακούσει τις μαρτυρίες εδώ και κάποια χρόνια. Ότι δηλαδή κατεβαίνουνε την Παραμονή του Αγίου από τα βουνά αλλά και από το Καταστάρι για να πάνε με τα πόδια να προσκυνήσουνε την Χάρη Του… Και είπα να κάτσω να γράψω ένα άρθρο, να το κάνω γνωστό σε όσους δεν ξέρουνε… Και έκατσα και έψαξα, και ρώτησα και έμαθα… Μία κυρία από τα ορεινά με παρακάλεσε, απλά, να μην γράψω ονόματα συμμετεχόντων στην πεζοπορία – τάμα για να πάνε τόσα χιλιόμετρα με τα πόδια και να αντικρίσουν το Καμπαναρίο φωτισμένο… Και τότε ανοίγει η ψυχή… Τα υπόλοιπα τα γράφουνε οι συμμετέχοντες:
Στην διαδρομή από το Καταστάρι για την χώρα, ρώτησα, έμαθα, γράφω… Να ναι καλά η φίλη μου επί σειρά ετών Δέσποινα Στόκκου – Ποταμίτη αλλά και μία όμορφη περιγραφή από την κ. Τζίνα Μιτάκη από τα Χαρτάτα που αφορά το έθιμο της πεζοπορίας όπου γίνεται μία φορά κάθε χρόνο, μόνο τον Αύγουστο, με αφορμή τη μεγάλη γιορτή του Αγίου Διονυσίου. Η Δέσποινα άρχισε να συμμετέχει στην πεζοπορία πίστης το 2018. Κάποιες φίλες και γνωστές της όμως, το έκαναν ήδη αρκετά χρόνια πριν και ήταν εκείνες που παρακίνησαν να τις ακολουθήσει. Αυτές το πραγματοποιούν χρόνια πριν και το έχουν μάθει από τους γονείς τους. Από πληροφορίες, ακούγεται ότι πολλοί ξεκινούν ακόμη και από τις Βολίμες και κατεβαίνουν στον Άγιο με τα πόδια! Η έναρξη είναι από το Καταστάρι, γύρω στις 21.30 και η διαδρομή με τα πόδια είναι περίπου 16 χιλιόμετρα μέχρι τη Χώρα, με προορισμό τον Ναό του Αγίου Διονυσίου, για να προσκυνήσουν οι πεζοπόροι την Χάρη Του… Δεν υπάρχει κάποια οργανωμένη ομάδα και κάθε χρόνο ο αριθμός των συμμετεχόντων δεν είναι σταθερός. Κάθε χρόνο η ομάδα που μετέχει ξεκινάει από 6 με 7 άτομα αλλά στόμα με στόμα διαδίδεται, και έρχονται και άλλοι που θέλουν να κάνουν αυτή τη διαδρομή. “Η αφετηρία μας είναι το Καταστάρι, λίγο πιο κάτω από την εκκλησία και στην διαδρομή προστίθενται και ακολουθούν κι άλλα άτομα ανάλογα με το πού μένει ο καθένας, περιμένει την παρέα και συνεχίζει μαζί”… Και η Δέσποινα περιγράφει χαρακτηριστικά: «Όταν οι φίλες μου μού πρότειναν για πρώτη φορά να πάω μαζί τους, θυμάμαι ότι πίστευα πως δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρω. Τελικά τα κατάφερα και από τότε το περπάτημα αυτό έγινε για μένα κάτι πολύ περισσότερο από μια πεζοπορία. Είναι πραγματικά βάλσαμο για την ψυχή μου. Μια διαδρομή πίστης, προσευχής και κατάνυξης. Κάθε βήμα και ένα «ευχαριστώ», κάθε σκέψη και μια προσευχή στον Άγιό μας. Και όταν, ύστερα από τόσα χιλιόμετρα και την κούραση, αντικρίζουμε το φωτισμένο καμπαναριό του Αγίου, το συναίσθημα δύσκολα περιγράφεται… Και για αυτό πάντα βγάζουμε μία φωτογραφία όταν φτάνουμε και φαίνεται το καμπαναριό του Αγίου. Έχει γίνει πια το δικό μου αντέτι. Αν περάσει ένας Αύγουστος και δεν κάνω αυτή τη διαδρομή, αισθάνομαι ότι κάτι μου λείπει, σαν να άφησα κάτι που έπρεπε να κάνω στη μέση».
Υπάρχει επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα προφορική παράδοση, που συνδέει το περπάτημα με τις μετακινήσεις του ίδιου του Αγίου Διονυσίου από τη Μονή της Αναφωνήτριας προς τη Χώρα. Μετά από ψάξιμο λίγο περισσότερο, το θέμα πραγματικά τεκμηριώνεται ιστορικά, η στενή σχέση του Αγίου με την Αναφωνήτρια και τις μετακινήσεις Του στη Ζάκυνθο, ενώ στην Αγιολογική παράδοση υπάρχει και η διήγηση ότι, σε μία μετάβασή Του προς την Χώρα μαζί με τον διάκονό Του Δανιήλ, συνάντησαν ύστερα από μεγάλη βροχή έναν ορμητικό χείμαρρο, τον οποίο, κατά την παράδοση, ο Άγιος ευλόγησε και διέβησαν. Αυτό που δεν έχω καταφέρει ακόμη να τεκμηριώσω ιστορικά, αναφέρει η κ. Στόκκου, είναι εάν η συγκεκριμένη πορεία περνούσε πράγματι από το Καταστάρι και εάν αυτό το περπάτημα αποτελεί άμεση συνέχεια εκείνης της διαδρομής. Γι’ αυτό προτιμάει να γραφτεί στο άρθρο και να παρουσιαστεί ως παράδοση που έχει διασωθεί από στόμα σε στόμα και όχι ως αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός. Ίσως μάλιστα αυτή να είναι και η ομορφιά του: κανείς μας δεν το ξεκίνησε για να δημιουργήσει ένα καινούργιο «έθιμο». Το παραλάβαμε από άλλους και το συνεχίζουμε. Για μένα πάντως, κάθε χρόνο που παίρνω αυτόν τον δρόμο, η ευχή είναι μία: Να μάς έχει ο Άγιος καλά και να μας αξιώσει και του χρόνου να πάρουμε πάλι τον δρόμο για τη Χάρη Του… Κάτι ακόμη που θεωρώ πολύ όμορφο και αξίζει να αναφερθεί είναι η αυθόρμητη προσφορά του κόσμου κατά μήκος της διαδρομής. Υπάρχουν άνθρωποι που, γνωρίζοντας ότι εκείνο το βράδυ περνούν οι προσκυνητές με τα πόδια με προορισμό προς τον Άγιο, αφήνουν έξω από τα σπίτια τους μπουκαλάκια με νερό για τους πεζοπόρους! Μπορεί να φαίνεται μια μικρή χειρονομία, όμως εκείνη την ώρα, μέσα στη νύχτα και μετά από αρκετά χιλιόμετρα δρόμου, έχει ιδιαίτερη αξία. Είναι σαν να συμμετέχουν κι εκείνοι στο προσκύνημα με τον δικό τους τρόπο. Και ίσως αυτό είναι από τα πιο όμορφα στοιχεία αυτής της διαδρομής: άλλοι περπατούν, άλλοι προσφέρουν ένα μπουκάλι νερό, αλλά όλοι γίνονται μέρος της ίδιας πορείας προς τον Άγιο…
Η κ. Τζίνα Μιτάκη αναφέρει: “Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, παραμονή του Αγίου, κατεβαίνουν από τα ορεινά του νησιού περπατώντας, με προορισμό τη Χώρα, για να προσκυνήσουν τον Άγιο. Φαντάζομαι πως στη διαδρομή συναντιούνται με πιστούς από τα παρακάτω χωριά και οι διαφορετικοί δρόμοι τους ενώνονται σε έναν. (Φέτος, στις 18.30 το απόγευμα, ξεκίνησαν οχτώ άτομα από τις Βολίμες).
Τους κοιτούσα να περνούν και, όπως κάθε χρόνο, σκεφτόμουν τη σχέση των ανθρώπων με την πίστη.
Δεν ανήκω σ’ αυτό που λέμε «πιστοί». Έχω, ωστόσο, τον δικό μου τρόπο να σκέφτομαι για όλα εκείνα που συνδέονται με την πίστη και τη θρησκεία. Δεν μου είναι εύκολο να αποδεχτώ άκριτα δοξασίες, τελετουργίες και βεβαιότητες. Κι ακόμη περισσότερο, με ενοχλεί πολλές φορές ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι άνθρωποι εκφράζουν τη θρησκευτικότητά τους, όταν αυτή μετατρέπεται σε επίδειξη, συνήθεια, κοινωνική υποχρέωση ή, ακόμη χειρότερα, σε άλλοθι για συμπεριφορές που κάθε άλλο παρά συμβαδίζουν με όσα υποτίθεται πως πρεσβεύει η πίστη τους.
Υπάρχουν στιγμές που η λατρεία αγγίζει στα μάτια μου το παράλογο, ακόμη και το γελοίο. Κι όμως, όσο κι αν μπορεί να με εκνευρίζει η υπερβολή, δεν μπορώ να γελάσω με την ανάγκη που κρύβεται από πίσω της.
Γιατί η ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει είναι πολύ παλιότερη από τις θρησκείες.
Ίσως να γεννήθηκε την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος στάθηκε μόνος απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο. Στον θάνατο. στην αρρώστια., στην απώλεια, στη συμφορά, στο άγνωστο.
Στην ανάγκη του να εξηγήσει όσα δεν μπορούσε να εξηγήσει και, κυρίως, να αντέξει όσα δεν μπορούσε να αλλάξει.
Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι θεοί, οι προσευχές, τα τάματα, οι ναοί, οι εικόνες, οι τελετές. Ο άνθρωπος έψαξε έναν τρόπο να συνομιλήσει με το ακατανόητο. Να ζητήσει βοήθεια, να ευχαριστήσει, να ελπίσει, να πενθήσει, να φοβηθεί λιγότερο.
Κάθε εποχή, κάθε τόπος, κάθε κοινωνία βρήκε τον δικό της τρόπο να εκφράσει αυτή την ανάγκη.
Άλλος ανάβει ένα κερί.
Άλλος γονατίζει.
Άλλος κάνει ένα τάμα.
Άλλος περπατάει χιλιόμετρα.
Άλλος προσεύχεται σιωπηλά μόνος του
Κι άλλος μπορεί να μην μπει ποτέ σε εκκλησία, αλλά να σηκώσει το βλέμμα του προς τον ουρανό σε μια δύσκολη στιγμή και να ψιθυρίσει μια λέξη.
Μπορεί τελικά η πίστη να μην είναι μόνο αυτό που δηλώνουμε ότι πιστεύουμε. Ίσως να είναι και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να σταθούμε απέναντι σε όσα μας ξεπερνούν.
Περισσότερο από την υπερβολή των πιστών με ενοχλεί η περιφρόνηση εκείνων που τους κοιτούν αφ’ υψηλού. Εκείνων που χλευάζουν τον άνθρωπο που κάνει ένα τάμα, που περπατάει μέσα στη νύχτα, που γονατίζει μπροστά σε μια εικόνα. Που θεωρούν την ανάγκη του για πίστη απόδειξη αφέλειας ή έλλειψης λογικής.
Αναρωτιέμαι τότε πόσο διαφορετικοί είμαστε πραγματικά;
Δεν έχουμε όλοι κάτι στο οποίο ακουμπάμε;
Κάτι που μας δίνει κουράγιο όταν φοβόμαστε, ελπίδα όταν όλα μοιάζουν χαμένα, έναν λόγο να σηκωθούμε το επόμενο πρωί;
Για άλλον είναι ένας Θεός. Για άλλον ένας άνθρωπος. Για άλλον η επιστήμη, η φύση, η τέχνη, η αγάπη, η ιδέα πως ο κόσμος μπορεί κάποτε να γίνει καλύτερος. Και για κάποιους ίσως είναι απλώς η βαθιά, πεισματική πίστη στον ίδιο τους τον εαυτό.
Δεν έχουν όλες αυτές οι πίστεις το ίδιο όνομα. Έχουν όμως κάτι κοινό, την ανθρώπινη ανάγκη να μην αισθανόμαστε εντελώς μόνοι απέναντι στο άγνωστο.
Και ίσως γι’ αυτό, χθες το βράδυ, όχι δεν με ενόχλησαν άνθρωποι που περνούσαν, όχι δεν του κοίταξα με ειρωνικό και χλευαστικό βλέμμα, μα τους είδα με κατανόηση και με ένα είδος θαυμασμού για την απόφαση τους και την προσήλωσή τους στον στόχο τους, να διανύσουν τόσες δεκάδες χιλιόμετρα μέσα στην νύχτα.
Οι σκύλοι μου, βέβαια, είχαν άλλη άποψη. Για εκείνους, κάθε περαστικός είναι ύποπτος και κάθε καινούργιος ήχος λόγος για συναγερμό. Στέκονταν παραταγμένοι, με τα αυτιά τεντωμένα και τα μάτια καρφωμένα στον δρόμο, σαν να είχαν αναλάβει προσωπικά την προστασία ολόκληρου του νησιού.
Τους άφησα να κάνουν τη δουλειά τους. Κι εγώ κοίταζα τους ανθρώπους να περνούν…
Παρέες-παρέες άλλοι αμίλητοι, άλλοι κουβεντιάζοντας. Άνθρωποι που είχαν ξεκινήσει από διαφορετικά χωριά και τώρα βάδιζαν προς τον ίδιο προορισμό.
Δεν ξέρω τι ζητούσε ο καθένας από τον Άγιο.
Ίσως μια χάρη.
Ίσως να αποδώσει ευγνωμοσύνη για κάτι.
Ίσως μια συγχώρεση
Ίσως απλώς λίγη δύναμη για να συνεχίσει.
Και σκέφτηκα πως, τελικά, αυτό μπορεί να είναι η πίστη:.
Η ανάγκη του ανθρώπου να δώσει μορφή στην ελπίδα του και να βρει έναν τρόπο να την εκφράσει.
Δεν χρειάζεται να πιστεύω όπως εκείνος για να σεβαστώ αυτό που τον κρατά όρθιο.
Όπως δεν χρειάζεται να καταλαβαίνω έναν δρόμο για να αναγνωρίζω πως κάποιος τον περπατά επειδή έχει λόγο να φτάσει κάπου.
Κι εκεί, ανάμεσα στα γαβγίσματα των τετράποδων αγοριών μου και στα βήματα των προσκυνητών, σκέφτηκα πως ίσως η μεγαλύτερη ανάγκη του ανθρώπου δεν είναι τελικά να έχει όλες τις απαντήσεις.
Είναι να μπορεί να συνεχίζει, ακόμη κι όταν δεν τις έχει.
Χρόνια πολλά Ζακυνθινοί”…
Θερμές ευχαριστίες στις ανωτέρω κυρίες που ανάφερα και με βοήθησαν στην σύνταξη του άρθρου.
Στην φωτογραφία του άρθρου, η παρέα του Κατασταριού, αντίκρισε το Καμπαναρίο του Αγίου μας (έτος 2021)!!
Στάση στο θεατράκι του Αγίου Δημητρίου (έτος 2024).









