“Κι αγιάζει ο αναμάρτητος την ώρα π’ αμαρτάνει”… Άρθρο του Διονυσίου Ρώμα από “τα Ζακυνθινά” του

Μέρες που έρχονται, Άγιες, με τα καθημερινά σένια μας από το Καμπαναρίο, περιμένοντας την μεγάλη γιορτή του Πολιούχου μας την 24η Αυγούστου, βρήκα ένα ωραίο χρονογράφημα του Διονυσίου Ρώμα δημοσιευμένο στα “Ζακυνθινά” του και είπα να σάς το μεταφέρω εδώ για τους μή κατέχοντες το βιβλίο και ίσως να μην το έχουν διαβάσει. Ο τίτλος του χρονογραφήματος είναι “Ο ΑΓΙΟΣ”:

Έχω καιρό να σάς μιλήσω για το Τζάντε. Τις προάλλες (Κυριακή 24 Αυγούστου), γιόρταζε το καλοκαιριάτικο πανηγύρι του Αγίου του. Την ίδια ημέρα επρόκειτο ν’ αποκαλυφθούνε και τρεις προτομές. Το δόλιο, το κακορίζικο, το φαλιρισμένο νησάκι κρατάει ακόμα ψηλά τη σημαία της παράδοσης! Σε μιάν εποχή όπου το κύριο εισόδημά του, η σταφίδα, “εξεμέτρησε το ζειν”, που οι δρόμοι του από τα χαλάσματα θυμίζουνε στον ταξιδιώτη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που η μισή Πλατεία Ρούγα βρίσκεται ακόμα χάμου ρημαγμένη από έναν τρομερό πολεμικό βομβαρδισμό, σε μια τέτοια περίοδο “ισχνών αγελάδων” που ο κόσμος λέει το ψωμί ψωμάκι, οι Τζαντιώτες καταφέρανε να φτιάξουνε προτομές μιάς τριάδας που δόξασε κάποτε την πατρίδα τους. Η πράξη αυτή τιμάει περισσότερο το “Φιόρο του Λεβάντε” από τους ίδιους τους αλησμόνητους νεκρούς. Σ’ εκείνους αντανακλάει μονάχα η τιμή ότι γεννηθήκανε κάποτε σ’ ένα τέτοιο τόπο! Γιορτάστηκε λοιπόν το καλοκαιριάτικο πανηγύρι με όλη τη συνηθισμένη του μεγαλοπρέπεια. Φαίνεται μάλιστα ότι φέτος είχε εξαιρετική κοσμοσυρροή.

Είναι παράξενη και συγκινητική η αφοσίωση των Ζακυνθινών στον Άγιό τους… Δεν πρόκειται για θρησκευτικό φανατισμό. Είναι κάτι άλλο, διαφορετικό. Ο προστάτης του νησιού είναι ίσως ο μόνος Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, για τον οποίον έχει γραφτεί επικολυρικό ποίημα από δόκιμο ποιητή. Να συνεννοούμεθα: Δε μιλάω για τροπάρια! Όλοι οι Άγιοι έχουν τα τροπάριά τους και μερικά μάλιστα είναι ξεχωριστής και ανώτερης ποιητικής ποιότητας. Έπος όμως σχετικό με μια μεγάλη στιγμή της ζωής του δεν ξέρω να έχει άλλος από τον Άγιο Διονύσιο. Έργο του Ανδρέα Μαρτζώκη (αδελφού του Στεφάνου), “Ο Ηγούμενος της Αναφωνήτρας” έχει για θέμα το επεισόδιο εκείνο που χαρακτηρίζει τον άσπιλο γιο της Ζακύνθου, τον απόστολο της συγνώμης, της αγάπης και της ειρήνης. Θαρρώ ότι χριστιανικότερη πράξη  από αυτή δεν αναφέρεται στους “Βίους των Αγίων”. Ζυγίστε την, γιατί αξίζει ο κόπος να την ξαναθυμηθούμε αυτή τη στιγμή, που οι φιλέκδικοι άνθρωποι είναι πάλι έτοιμοι ν’ αλληλοσπαραχθούνε για μυριοστή φορά.

Ο υπέρτατος αυτός ερμηνευτής της άδολης χριστιανικής αγάπης δεν γεννήθηκε σε μια εποχή ασκητισμού, ούτε σε περιοχή που κυριαρχούσε το πνεύμα της Θηβαΐδος. Το μοναχικό σχήμα δεν το διάλεξε για λόγους βιοποριστικούς, όπως οι τόσοι και τόσοι τεμπέληδες “ευσεβείς”, που πιστέψανε με το δίκιο τους πως, όσο βαριά κι αν ήταν η καλογερική, το σκάψιμο κουράζει περισσότερο από τις μετάνοιες. Γόνος μιας από τις μεγαλύτερες, παλαιότερες και πλουσιότερες οικογένειες του νησιού, ο Βαρόνος και Κόντες Γραδενίγος Σιγούρος άφησε τα εγκόσμια, γιατί πίστεψε ότι η κοινωνία, μέσα στην οποία ζούσε μεγαλόπρεπα σαν μέλος της μειοψηφίας των τυχερών, είχε ξεφύγει από τα όρια της διδασκαλίας του Όρους των Ελαιών. Έτσι, ύστερ’ από λίγα χρόνια βρισκότανε μ’ ελάχιστους μαζί αναχωρητές στο Μοναστήρι της Αναφωνήτρας. Σκαλωμένος απάνω σ’ ένα βράχο στην ακατοίκητη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, ο ερημικός αυτός καστρόπυργος με την θαυμάσια θέα ήταν ένα ιδεώδες ερημητήριο για μια γαληνεμένη ψυχή. Δρόμος από την πόλη, φυσικά, δεν υπήρχε εκείνη την εποχή, κι ούτε και μονοπάτι. Κάποια λοιπόν άγρια νύχτα, ένας φυγόδικος παραπλανήθηκε μέσα στα κατσάβραχα και, ποιός ξέρει από ποιά δύναμη σπρωγμένος, έφτασε ως την πόρτα του Μοναστηριού. Με την ψυχή στο στόμα εζήτησε φιλοξενία. Επρόκειτο για ένα ανθρώπινο ράκος, πεινασμένο, κυνηγημένο, εξαντλημένο… Ο Ηγούμενος της Αναφωνήτρας τον τάισε, τον κοίμησε, και το άλλο πρωί δέχτηκε την εξομολόγησή του. Ο άνθρωπος αυτός είχε σκοτώσει έναν απο τους δυνατότερους άρχοντες του νησιού και οι “μαρκουλίνοι” (οι Βενετσιάνοι στρατιώτες της φρουράς), τον κυνηγούσανε από κοντά. Ζήτησε από τον Ηγούμενο να τού δώσει την βαρκούλα του Μοναστηριού για να περάσει απέναντι, στην Κεφαλονιά, να γλιτώσει. Ο Άγιος δίστασε, γιατί δεν ήξερε αν είχε το δικαίωμα να εμποδίσει την λειτουργία της νόμιμης εξουσίας. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι…

Εκείνη τη στιγμή οι Μαρκουλίνοι ζώσανε το Μοναστήρι και ζητούσανε να κάνουν έρευνα. Ο Άγιος βγήκε τότε στο προαύλιο να τούς μιλήσει και πρωτάκουσε έτσι τ’ όνομα του σκοτωμένου. Ήταν ο πιο αγαπημένος του αδελφός! Με ύφος πράο τους βεβαίωσε τότε ότι ο φονιάς που γυρεύανε δεν βρισκόταν εκεί. Με την ψυχή συντετριμμένη από την τραγική αυτή σύγκρουση της ανθρώπινης με την θεϊκή αγάπη, αποσύρθηκε στο κελί Του και προσευχήθηκε ως το βράδυ. Την νύχτα κατέβασε ο ίδιος τον φονιά του αδελφού του από το δύσβατο μονοπάτι και τον μπαρκάρισε για την Κεγαλονιά.

Στο ψέμα που είπε στους στρατιώτες για να γλιτώσει τον άνθρωπο που τού είχε σκίσει την καρδιά, ο Μαρτζώκης αφιέρωσε τούτον τον αξέχαστο στίχο: “Κι αγιάζει ο αναμάρτητος την ώρα π’ αμαρτάνει”…

ΠΗΓΗ: Διονυσίου Ρώμα “ΤΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ” – Έκδοση “Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ” – 1983

Εικόνα Άρθρου:  Έργο του Ζωγράφου – Αγιογράφου Μπάμπη Πυλαρινού

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *