ΖΑΚΥΘΟΣ, 24-8-1953…
Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΜΙΑΣ ΛΙΤΑΝΕΙΑΣ – ΠΑΝΗΓΥΡΙΟΥ, ΠΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΘΗΚΕ ΣΕ ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΠΕΝΘΟΥΣ, ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΜΙΑΣ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ…
“Εκείνο το πρωί του Αυγούστου, μας έβρηκε σε μία πρόχειρη σκηνή, στην Παναγούλα, κοντά τσου… Κήπους, όπου ήταν και το σπίτι μας, από το οποίο δεν απόμεινε τίποτσις. Από τα παιδιά μου, ζούσαν οι 3 θυγατέρες μου, οι 2, η Δημητρία, και η Ευδοξία, στη Ζάκυθο, η τρίτη, η Γεωργία, μία πραγματική αντάρτισσα Ελληνίδα, στην Αθήνα, όπου και πήγε, γιατί θα την σκοτώνανε, αυτοί που συνεργαστήκανε με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, και που μετά τον πόλεμο, παρίσταναν τους πατριώτες, ενώ είχαν σηκώσει ιταλικές σημαίες στα σπίτια τους,… Κάθε τέτοια μέρα, κατεβαίναμε όλοι μαζί με τα πόδια στην Χώρα, προσκυνούσαμε τον Άγιό μας, και παρακολουθούσαμε την λιτανεία Του, μέσα στην όμορφή μας πόλη, που για μας τους χωριάτες έμοιαζε, με την πιο όμορφη πόλη του κόσμου, και ήταν πραγματικά, πολύ όμορφη η Ζακυθούλα, πιο όμορφη από την Αθήνα, στην οποία και με έφερε η θυγατέρα μου, όταν παντρεύτηκε τον καλό άνθρωπο Στέφανο Τσίπηρα… Όμως εκείνη τη μέρα, φοβόμασταν να κατέβουμε στη Χώρα, η γής ακόμη έτρεμε, κάτω από τα πόδια μας, οι νεκροί πολλοί, οι τραυματίες χιλιάδες, και κειό που βλέπαμε γύρω μας, δεν ήταν πιά η Ζακυθούλα μας, ούλα ένα ερείπιο, οι αγαπημένες μας εκκλησίες τς’ Κήπους, ο Άγιος Γεράσιμος, γκρεμίδια, ο Άγιος Σπυρίδωνας, δίπλα στη θάλασσα, μετά τα Λογοθεταίικα, όπου και λειτουργούσε ένα δημοτικό σχολείο, με τον δάσκαλο περισσότερο να ενδιαφέρεται, για τσι κοπελούλες, και λιγότερο να μάθει γράμματα στα παιδιά μας, γκρεμίδια, τα σπίτια τσης Αγγέλικας του Κολαΐτη, πραγματικής αρχόντισσας, και ξαδέρφισσάς μου, ερείπια, το αρχοντικό των Παπαδάτων, ερείπιο, οι συγγενείς μας ούλοι, η οικογένεια Μαρούλη, στον δρόμο, η Αγγέλικα του Μώρου, το ίδιο, οι Λιβέρηδες, οι Κοκολέτσηδες, όρθιο σπιτάκι δεν είχε μείνει… Ζούσαμε από την ημέρα του μεγάλου σεισμού, πολύ δύσκολα, πείνα, τρεχούμενο νερό δεν υπήρχε, ούτε ηλεκτρικό, τα 3, και 3 παιδιά των 2 θυγατέρων μου, υπέφεραν, για αυτό, και η Δημητρία, αναγκάστηκε να φύγει, λίγο καιρό, μετά, στην Αθήνα, με την βοήθεια, της Γεωργίας μου. Τα βράδια φυλάγαμε σκοπιά στα ερείπια των σπιτιών μας, γιατί ερχόντουσαν καΐκια, από την Πελοπόννησο, και έκλεβαν… Ο στρατός που είχε έρθει, φύλαγε τα μεγάλα κτίρια, και τα πλουσιόσπιτα… 24 Αυγούστου, και όλοι θέλαμε να πάμε στον Άγιό μας, χωρίς τον οποίο Τζάντε δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει ποτέ…, όμως, δεν ξέραμε, αν θα μπορούσε να γίνει η Λιτανεία, και τι κατάσταση επικρατούσε στην Χώρα, στην οποία και από μακρία, βλέπαμε ότι η εκκλησία του Αγίου μας, έστεκε κατά περίεργο τρόπο ολόρθη, σαν από θαύμα, ενώ όλες οι άλλες εκκλησίες του νησιού μας, είχαν καταρρεύσει… Και…ξάφνου,… κατά το … μεσημέρι…, μία φήμη…εξαπλώθηκε παντού… << Θα βγεί ο Άγιος, θα βγεί ο …Άγιος !!!>>, έλεγε ο ένας στον άλλο, και δίνοντας και παίρνοντας κουράγιο, αρχίσαμε σιγά – σιγά, να βαδίζουμε τα χιλιόμετρα που μας χώριζαν από την Χώρα, με την προσμονή να δούμε το κορμάκι του Αγίου μας, και να του ζητήσουμε να μας βοηθήσει, να σωθούν τουλάχιστον τα παιδάκια μας…. <<Θα βγεί ο Άγιος, θα βγεί ο …Άγιος !!!>>, και τα μοναχικά άτομα, άρχισαν να γίνονται ομάδες, και πιο μετά, ένα ανθρώπινο ποτάμι, βουβό, που κατέβαινε, γεμάτο πόνο και θλίψη, με τα πόδια, από όλα τα χωριά, του νησιού μας, προς την Χώρα. 11 ημέρες μετά τον σεισμό, πρώτη φορά κατέβαινα στην πρωτεύουσά μας, και όταν αντίκρισα τα ερείπια της αγαπημένης μας εκκλησίας του Αγίου Χαραλάμπους στο Ποτάμι, έβαλα τα κλάματα… Από τα ερείπια των σπιτιών, που μύριζαν ακόμη, τα αποκαΐδια, έβγαιναν άνθρωποι, πολλοί με κουρέλια, ακόμη και σχεδόν ξυπόλητοι, και μας ακολουθούσαν, το ανθρώπινο ποτάμι μεγάλωνε, ώσπου φτάσαμε, κοντά στο μπαστούνι του Αγίου, στον Άμμο, και τότε ακούσαμε την μοναδική καμπάνα που είχε απομείνει όρθια στο νησί μας, να σημαίνει… Έβγαινε ο …Άγιος… Πέσαμε, χιλιάδες άνθρωποι, όλες και όλοι κάτω και κλαίγαμε. Άλλος έκλαιγε για τσου ανθρώπους που έχασε, άλλος για το βιός του που καταστράφηκε, οι πιο πολλοί όμως έκλαιγαν για τη Ζακυθούλα μας που χάθηκε, και την οποία ήμασταν βέβαιοι, ότι δεν θα την ξαναδούμε… Χιλιάδες άνθρωποι γονάτισαν, παρακαλώντας τον Θέο, να μας λυπηθεί, την ώρα που περνούσε ο Άγιος, δεν ήταν πιά πανηγύρι, όπως κάθε χρόνο η Λιτανεία Του, ήτανε θρήνος, ήτανε καημός… <<Άγιε μου…>>, παρακάλεσα κι εγώ, την ώρα που περνούσε, ο Άγιός μας… << Σώσε τα παιδάκια τα ταλαίπωρα, βόηθα τη Ζακυθούλα μας, να μην χαθεί….>>. Ήτανε φοβερό αυτό που βλέπαμε. Οι παππάδες και ο Μητροπολίτης μας, ένας καλός άνθρωπος, ακολουθούσαν το σώμα του Αγίου μας, το οποίο δεξιά και αριστερά φρουρούσαν τιμητικά στρατιώτες, από αυτούς που έστειλε η κυβέρνηση να μας βοηθήσουν. Πολλά από τα παιδάκια που κρατούσαν τσι λαμπάδες και τα θυμιατά, κάποια αντί για παπούτσια, φορούσαν … λάστιχα στα ποδαράκια τους, εξιόντουσαν από τις ψείρες,… Πιο πίσω ο Φιλιώτης ο Δήμαρχος, με το άσπρο του λινό κουστούμι, έκλαιγε, αλλά έδινε και κουράγιο, στον κόσμο, που παρακολουθούσε βουβά την Λιτανεία… Πιο πίσω από βουλευτής ο Καρρέρ, μαζί με την στρατιωτική ηγεσία, ψύχραιμοι, και αγέλαστοι, καθώς η Λιτανεία, περνούσε μέσα από τα ερείπια, μόνο μέσα από ερείπια, της πιο όμορφης πόλης στον κόσμο… Το πλήθος άλλοτε εντελώς βουβό, άλλοτε άκουγες αναφιλητά, και κραυγές…<< άχ μανούλα μου…>>, << άχ Διονυσάκη μου…>>, << άχ …Ζακυθούλα μου, που χάθηκες…>>. Ανακατεμένος ο κόσμος, όχι όπως στις άλλες λιτανείες, που μπροστά έμπαιναν οι πλούσιοι, και οι καλοντυμένοι, ετούτη τη μέρα, μπροστά μπήκαν οι χωριάτες, οι σέμπροι, και οι κουμμουνιστές, που ήταν και οι πρώτοι που πήγαιναν στις εκκλησίες, παρότι τους κυνηγούσαν, και τους εξόριζαν,… και τότε το Κάπα- Κάπα, ήτουνα, η πρώτη δύναμη στο Τζάντε,… Ξαφνικά, μέσα στο πλήθος, βλέπω, ντυμένο σαν αξιωματικό του ναυτικού του Ισραήλ (!), τον γιό της οβριακής οικογένειας του κυρίου Ζάκ, που τον είχαμε βαφτίσει “Νιόνιο”, για να μην ξεχωρίζει από τους χριστιανούς, και που φιλοξενήσαμε και κρύψαμε, στο σπίτι μας, και σώσαμε, από τους βρωμερούς Γερμανούς. Ούτε ένας Οβριός δεν οδηγήθηκε στα στρατόπεδα, οι Ζακυθινοί τσου έσωναν ούλους… Ήρθε κοντά μας, και έκλαιγε μαζί μας, στα ελληνικά. Το Ισραήλ, δεν ξέρω πώς, εκείνες τις φοβερές μέρες, είχε στείλει ένα πολεμικό του πλοίο, στη Ζάκυθο, και στην Κεφαλλονιά… Λίγο παρακάτω, ακούσαμε για πρώτη φορά, την σπαρακτική κραυγή, μίας χήρας φτωχής της λεγόμενης Δαιμονιόσας, που έχασε τα πάντα στον σεισμό, και βουρλίστηκε, και γύρναγε στο νησί, με τον γάϊδαρό της, φωνάζοντας, με όλη την δύναμη τση ψυχής της… “Διονυσάκη, Διονυσάκηηηηηηηηηηηηηηη”…., μόνο που ο χαμένος γιός της ο Διονυσάκης, δεν βρέθηκε ποτέ, κι άλλοι λένε, ότι κάηκε στην μεγάλη πυρκαγιά, κι άλλοι πώς έπεσε στην θάλασσα για να σωθεί, και πνίγηκε… Την απελπισμένη αυτή, κραυγή, την ακούγαμε πολλά χρόνια μετά, μέχρι που η καημένη αυτή η γρία, πέθανε…”.
Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΦ. ΤΣΙΠΗΡΑΣ
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΛΟΥΔΗ, το γένος ΠΑΤΡΑ. Μάνα της μάνας μου, ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΤΣΙΠΗΡΑ, και, νόνα μου, αγαπημένη…
Η ηχογράφηση έγινε το 1973. Στο βίντεο ακούγεται η φωνή της Νέλλης Διαμαντοπούλου. Θερμές ευχαριστίες στον ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΦ. ΤΣΙΠΗΡΑ για την παραχώρηση και την άδεια δημοσίευσης της πιο πάνω μαρτυρίας.










