Η Μεγάλη Παρασκευή στην Ζάκυνθο. Ήθη και έθιμα αιώνων…

Η Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, η πιο μυσταγωγική και διαφορετική ημέρα του χρόνου στην Ζάκυνθο. Δεν ξέρω τι γίνεται στους άλλους τόπους, στα άλλα μέρη, αλλά ετούτο που γίνεται στην Ζάκυνθο και συρρέει πλήθος κόσμου στο νησί, θεωρώ ότι είναι κάτι το ανεπανάληπτο, κάτι το εντελώς διαφορετικό… Εκείνη η Λιτανεία του Εσταυρωμένου Ιησού, οι δρόμοι που λιτανεύεται και όλη η χώρα, μοιάζει με τον Γολγοθά όπου περπάτησε ο Κύριος πριν από την Σταύρωσή Του… Και ο κόσμος ακολουθεί, γίνεται ένα με το Θείο Δράμα και την κορύφωσή του, έδεκει στο κέντρο τση Πλατείας Σολωμού όπου αυτή, γεμάτη από κόσμο, και να μην ακούγεται ούτε κιχ, να συμμερίζονται όλοι το Θείο Πάθος… Και ο Δεσπότης να ευλογεί και από τα τέσσερα σημεία του Σύμπαντος τον κόσμο που έχει γεμίσει κάθε σπιθαμή της Πλατείας… Αλλά ας πάμε στο βιβλίο του Αειμνήστου φίλου, Ζακυνθίου Ποιητή, Συγγραφέως, Καθηγητή, λαογράφου κ.λ.π. ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΥ να δούμε τι ακριβώς γράφει για αυτήν την ιδιαίτερη μέρα και την Ζάκυνθό μας. Την Ζάκυνθο που τόσο αγάπησε, τόσο ύμνησε και δεν ξεχνώ, ειδικά σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή μεσημέρι… Ο Διονυσάκης στο μπαλκόνι του σπιτιού του, έδεκει στην Φωσκόλου, με τους φίλους του, την οικογένειά του, να περιμένει τον Εσταυρωμένο να περάσει από έδεκει και να κάμει τον Σταυρό του και να γνέψει με το κεφάλι του σε γνωστούς και φίλους, ευχές… Στιγμές ανεπανάληπτες και οι μνήμες νωπές…

“Η Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα γενικού πένθους. Το πρωί οι πιστοί συνηθίζουν να πίνουν μια γουλιά ξύδι, σε ανάμνηση του όξους με το οποίο πότισαν τον Χριστό στον Σταυρό (σ.σ. η Αείμνηστη Μανούλα μου, παιδιά ακόμα εμείς, μάς βουτούσε μέσα στο ποτήρι με το ξύδι ένα μαχαίρι, από το οποίο πίναμε τρεις φορές). Οι εκκλησίες γεμίζουν από κόσμο, ο οποίος προσέρχεται για να παρακολουθήσει τις Μεγάλες Ώρες και κυρίως την Αποκαθήλωση. Η Αποκαθήλωση στην Ζάκυνθο γίνεται με ένα ξεχωριστό, θεατρικό τρόπο, που θυμίζει αναπαράσταση. Δεν πραγματοποιείται όπως αλλού, την ώρα που ακούγονται τα σχετικά λόγια του Ευαγγελίου, αλλά μετά το τέλος του. Πριν ξεκινήσουν τα Απόστιχα, ο Ιερέας βγαίνει από το Ιερό και κατευθύνεται προς τον Εσταυρωμένο, όπου τον θυμιατίζει και από τις τέσσερις πλευρές. Μετά γονατίζει μπροστά Του και απαγγέλει αργά και κατανυκτικά το “Τον ήλιον κρύψαντα…”, το οποίο περιέχει και την επαναλαμβανόμενη φράση “Δος μοι τούτον τον ξένον”, με την οποία είναι κυρίως γνωστός. Να σημειωθεί πως ο ύμνος αυτός δεν ανήκει στην ακολουθία της Αποκαθηλώσεως, αλλά έχει μεταφερθεί εδώ, τοπικά, για την περίπτωση από την Ακολουθία του Επιταφίου Θρήνου, από την οποία και παραλείπεται.

Μετά το τέλος της ανάγνωσης, ο Ιερέας, ενώ ψέλνεται αργά το “Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν…”, κατεβάζει σιγά σιγά το σώμα του Ιησού από τον Σταυρό, για να μεταφέρει το εκκλησίασμα στον Γολγοθά. Αφού τον κατεβάσει, τον τοποθετεί σε λευκό σεντόνι, το οποίο κρατούν δίπλα του κάποιοι πιστοί, τιμητικά, συνήθως επιφανείς ενορίτες. Το ραντίζει με κολόνιες και το ραίνει με λουλούδια. Μετά το τυλίγει με το σεντόνι και το μεταφέρει στο Ιερό.

Με το άκουσμα του δοξαστικού “Σε τον αναβαλλόμενον…” από την πόρτα του Ιερού βγαίνει ο Αμνός, τυλιγμένος και αυτός σε ένα σεντόνι, ο οποίος περιφέρεται τρεις φορές στον Ναό. Αυτό το δοξαστικό κρατά πολύ ώρα, προκειμένου να μπορέσει ο Ιερέας να πραγματοποιήσει την περιφορά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο λαός λέει: “Σού είπε τον αναβαλλόμενο”, όταν αναφέρεται σε μεγάλο μάλωμα ή μεγάλη κουβέντα. Ο Αμνός είναι μια αμφιπρόσωπη εικόνα του νεκρού Χριστού, η οποία είναι κομμένη στο περίγραμμα. Αυτή χρησιμοποιείται στις εκκλησίες της Ζακύνθου, αντί για το γνωστό πανί με την απεικόνιση της ταφής του Χριστού το οποίο χρησιμοποιείται σε άλλα μέρη.

Ο Ιερέας μετά το τέλος της περιφοράς στέκεται μπροστά στον Επιτάφιο και την ώρα που θα ακουστεί το “…εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο” του πρώτου απολυτικίου “Ο ευσχήμων Ιωσήφ…” τοποθετεί τον Αμνό στον Επιτάφιο, έτσι ώστε να φαίνονται και οι δύο ζωγραφισμένες πλευρές του. Στο άκουσμα του δευτέρου απολυτικίου “Ταις Μυροφόροις γυναιξί…” τον ραίνει με κολόνιες και λουλούδια, τα οποία και λέγονται επίσης “αμνοί”. Γι’ αυτήν την περίπτωση προτιμούνται τα νεραντζάνθια, τα οποία δίνουν μια ξεχωριστή ευωδιά. Κάποια από αυτά τα βάζουν μέσα σε νερό και με αυτό πλένουν τα μάτια τους, για να έχουν καλή υγεία.

Ο Επιτάφιος της Ζακύνθου δεν στολίζεται με λουλούδια, αλλά είναι ένα περίτεχνο, ξυλόγλυπτο κουβούκλιο, επιχρυσωμένο και συνήθως επενδυμένο με κόκκινο βελούδο. Συχνά στις πλευρές της βάσης του έχει ζωγραφιές με εικόνες του Θείου Πάθους.

Την Μεγάλη Παρασκευή δεν ανάβει φωτιά στο σπίτι, ούτε στρώνεται τραπέζι, ενώ συνηθίζεται η ξηροφαγία, στην οποία ο καθένας τρώει λιτά μόνος του. Κλασικά λαχανικά της ημέρας είναι η ρουμάνα, ένα είδος μεγάλου και πλατύφυλλου μαρουλιού, που τρώγεται με ξίδι.

Το μεσημέρι στις 14.00, γίνεται από της εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Μόλου η μοναδική στον Ορθόδοξο χώρο Λιτανεία του Εσταυρωμένου. Όλοι πηγαίνουν στην Πλατεία με μαύρα, επίσημα ρούχα. Το έθιμο μάλιστα, θέλει και τους άνδρες να φορούν μαύρη γραβάτα. Την ώρα της Εξόδου του Εσταυρωμένου από τον Ναό, η μπάντα παίζει το κοσμοαγάπητο “ϊνα τι…” το οποίο ξανακούγεται, προσαρμοσμένο αυτήν την φορά για Φιλαρμονική, όπως το προηγούμενο βράδυ στις εκκλησίες από τους χορούς των ψαλτών.

Μαζί με τον Εσταυρωμένο λιτανεύεται και η Mater Dolorosa, η Παναγία του Πάθους, η οποία είναι μάι από τις πιο αγαπημένες Παναγίες των Ζακυνθινών. Τοποθετείται κάτω από το μπαλτακί (“ουρανό”), που για την περίπτωση είναι μαύρο, όπως μαύρα είναι και τα καπίτουλα (λάβαρα) αυτής της Λιτανείας, με παραστάσεις προσώπων του Θείου Πάθους.

Στα παράθυρα και στα μπαλκόνια των σπιτιών, από τα οποία περνάει η πένθιμη πομπή κρέμονται επίσης μαύρα πεύκια, ορθογώνια δηλαδή βελούδινα πανιά, με λευκό Σταυρό την μέση και παρόμοια μπορντούρα, παρόμοια με τα κόκκινα των Λιτανειών του Αγίου και των άλλων γιορτών. Οι σημαίες επίσης είναι μετζάστες (μεσίστιες) και συχνά έχουν μια μαύρη και μια μοβ κορδέλα.

Η Λιτανεία επιστρέφει στην Πλατεία Σολωμού περίπου στις 15.00, την ώρα δηλαδή που έχει παραδοθεί πώς ξεψύχησε ο Χριστός στον Σταυρό. Εκεί, ο τοπικός Επίσκοπος παίρνει τον Εσταυρωμένο και ανεβαίνοντας σε ένα μαυροντυμένο βάθρο πραγματοποιεί την “Ευλογία του Σύμπαντος”. Γέρνει δηλαδή τον Σταυρό πάνω από τα κεφάλια των παρευρισκομένων και ευλογεί τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ενώ η μπάντα παίζει το “Και κλίνας την κεφαλήν…”, που είναι και το τέλος του μελοποιημένου “Ίνα τι…”. Στην συνέχεια ο Εσταυρωμένος μπαίνει στο Ιερό του ναού και ακολουθεί ο ενταφιασμός, η τοποθέτηση δηλαδή του Αμνού στον Επιτάφιο.

Το βράδυ, σε όλες τις ενορίες, εκτός από την Μητρόπολη, πραγματοποιείται η ακολουθία του Επιταφίου Θρήνου. Στα χωριά μετά γίνεται η περιφορά του Επιταφίου, ενώ στην πόλη αυτός περιφέρεται εντός του Ναού. Εδώ η Λιτανεία του, μία και μοναδική από τον Μητροπολιτικό Ναό, θα πραγματοποιηθεί τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, με ιδιαίτερη κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια”.

Αξίζει να σημειωθούν δύο ακόμα στοιχεία για την Λιτανεία της Μεγάλης Παρασκευής:

Στην Λιτανεία συμμετέχουν δύο από τα σημαντικότερα ιερά κειμήλια της τοπικής λατρείας:

Ο Εσταυρωμένος Χριστός, ένα εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο έργο, φιλοτεχνημένο από τον μεγάλο Ζακυνθινό αγιογράφο Νικόλαο Καντούνη (1767–1834). Πρόκειται για αριστούργημα εικαστικής και θεολογικής έμπνευσης, το οποίο ενσαρκώνει όχι μόνο το Πάθος αλλά και το ήθος της επτανησιακής τέχνης.

Η εικόνα της Mater Dolorosa, της Παναγίας του Πάθους, που παριστάνει τη Θεοτόκο (Μητέρα Θρηνωδούσα) με σκυμμένο πρόσωπο, τυλιγμένο σε μαύρο πέπλο, σε στάση μητρικής απόγνωσης και ταυτόχρονα ελπίδας. Είναι έργο του τέλους του 18ου αιώνα, εμπνευσμένο από την ιταλική εικονογραφία, το οποίο έχει ενσωματωθεί στη ζακυνθινή εκκλησιαστική παράδοση ως σύμβολο του θείου και ανθρώπινου πένθους.

Ο Αείμνηστος παπα Μπάμπης Κουτουλογένης, Εφημέριος του Ιερού Ναού Αναλήψεως Λιτανεύει τον Εσταυρωμένο ενώ από πίσω ακολουθεί ο τότε Μητροπολίτης Ζακύνθου Παντελεήμων.

  Τις 20-9-1981, ο Τίμιος Σταυρός που βλέπετε και υπάρχει στον Μητροπολιτικό Ναό, καθηγιάσθη εις τον Ιερό Γολγοθά και μεταφέρθη από τα Ιεροσόλυμα στην Ζάκυνθο από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ζακύνθου κ. Παντελεήμονα και ομάδα προσκυνητών, εις ευλογίαν του ευσεβούς λαού της Ζακύνθου.

Ο σεισμός και οι μπαράγκες, δεν σταμάτησαν τα Μεγαλοβδομαδιάτικα έθιμα της Ζακύνθου…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *