Καθαρή Δευτέρα στην Ζάκυνθο!

Με ευχές για Καλή Σαρακοστή και καλή δύναμη στον αγώνα της ζωής, βρήκα σήμερα το πρωί μία δημοσίευση από τον καλό φίλο εκδότη του “ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ” κ. ΔΙΟΝΥΣΗ ΒΙΤΣΟ, αυτό που θα διαβάσετε, του 1909!

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ
«Εφθάσαν και τελείωσαν και αυτά τα καρναβάλια,
Με φτώχες, με νεροσυρμές, με κρύα και με χάλια
Μ’ όλες αυτές τις συφορές και μ’ όλα αυτά τα χάλια
Δεν έπαψαν οι μάσκαρες να παίζουν τα καβάλια.
Σεντόνι μήπως έμεινε, τσιπούνι ή καμπαβία,
΄Η γεμενή ή κότολο ή και σπαλέτα μία;
Νέοι και νιές στα μαγαζιά χρωστάνε τσι μορέτες
Τα ντόμινα, και τσι λοιπές περφέτες ντουαλέτες.
Και οι σβέρκοι του χιονίστρονε, και οι πιο βαρβάτοι κάλοι
Υποχωρήσανε κι αυτοί μπροστά το καρναβάλι
Τα πιο στενά υποδήματα μ΄ ούλα τα καρακούσια
Στα πόδια μπαίνουν μ’ ευκολιά, ελεύθερα και πλούσια.
Και οι μπαλαρίνοι χορευταί με χίλια δύο κιάσα
Με βέρσα με λιγίσματα εσέρνανε τα πάσα
Κοπέλλες ερωτιάρισες, μικρές και παντρεμένες,
Πλύστρες, μαυλίστρες μάτια μου, γλώσσες ατσαλωμένες.
Μπύρες, κρασιά, αρνιά ψητά και γάλους και ζαμπόνια
Που τα ονειρευόντανε, τα χόρτασαν για χρόνια
Εκεί οι καβελιέρηδες καλοί κακοί ποιος ξέρει
Χορευτηρήδες έπιαναν των μασκαρών το χέρι
Αισθήματα γκαρδιακά, λατρείες, και θυσίες…
Κρυφομιλήματα στ’ αυτιά ερωτοκτυπισίες.
Ως και λεχώνες μια βραδιά δεν άφηκαν εφέτο
Πήγαν κι αυτές για να γευθούν της μούρλιας το κουφέτο
Και όσες ακόμα πούχουνε τα βιζανιάρικά τους
Να αποκοιμήσουν μ’ ευκολιά με μιας να πάνε εκεί
Στα σπετσαρία[φαρμακεία] τρέξανε να πάρουν θεργιακή.
Τέλος τι θέρτε να σας πω, τι θέρτε να σας ψάλλω;
Την ύλη μου την σκέπτομαι στο φύλλο εδώ να βάλλω.
Τώρα η σαρακοστιανή καμπάνα θα κτυπήσει
Κι οι μάσκαρες θα φύγουνε με πίκρα απ’ το χορό
Η κάθε μια καμπανιά στ’ αυτιά τους θ’ αντηχήσει
Και θα σκεφτούν τα χρέγια τους στο μαύρο τους μυαλό.
Έρχεται και η καθαρή Δευτέρα η μεγάλη
Οπού ‘χει γλέντια αλλοιώτικα και άλλο καρναβάλι.
Τα μαομπύτσια τα πολλά πέρα στις εξοχές
Θα φέρνουν στα στομάχια τους σκινέλες συφορές.
Εκεί τα ρετσινόλαδα θα παίρνουν και θα δίνουν
Άμπρες βαρβάτες μυρωδιές που θα σκορπούν τριγύρα
Που οι γειτονιές θε να γευθούν αμπούλες τη πλημμύρα.
Έχει και η σαρακοστή κι αυτή τσι μασκαράδες
Όπου θε να γλεντήσουνε και οι καλοπαπάδες.
Έρχονται οι χειρετισμοί, νυμφία και εκκλησούλες
Και μη μου πικρεντόσαστε καλές μου μασκαρούλες
Μεγαλοβδόμαδο θα ‘ρθει, που το γυναικολάσι
Αφ’ τη νηστεία τη πολύ και από τη μετανοία
Με νύξη θα προσευχηθεί εις το παπαδολάσι
Την του Θεού συγχώρησιν να πάρει μ’ ευλογία.
Τώρα τελειώνω ως εδώ με όσα σας είπα μύρια
Γελάστε με τις μάσκαρες κι αυτές με σας γελάσαν
Πληρώσατε τα μπουκασιά, τα γάντια, τσι μορέττες.
Τση νιότης είναι όλα αυτά μικρούλες μπαρτζολέτες…
ΔΙΠΛΩΜΑΤΗΣ, ΣΑΤΙΡΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΝΕΜΟΤΡΑΤΑ», Ζάκυνθος 8.2.1909
Στην Ζάκυνθο, κυρίως οι τσαγκάρηδες, έφτιαχναν σήμερα, Καθαρή Δευτέρα, εφτά καλόγριες, όσες είναι και οι μέχρι το Πάσχα εβδομάδες. Οι έξι πρώτες ήταν μαυροντυμένες και η τελευταία φορούσε κόκκινα. Ανάλογα με την γιορτή, κρατούσαν στα χέρια και σχετική εικόνα. Η της Ορθοδοξίας μία εικόνα, η της Σταυροπροσκύνησης βιολέτες, η τού Βαγιώνε φοινικόκλαδα κ.λ.π. Τις κάρφωναν σε ένα δοκάρι και μία μία με την σειρά της την έγερναν από την Δευτέρα, μέχρι να εξαφανιστεί το Σάββατο. Έτσι μετρούσαν τον χρόνο της νηστείας. Επίσης οι νοικοκυρές καθαρίζουν το φαμιλιακό εικονοστάσι από όλα τα ξεραμένα πια γιορταστικά φυτά και φιόρα της χρονιάς: Τα νερατζόφυλλα του Φωτώνε, τα ματζέττα της Σταυροπροσκύνησης με την λεβάντα και την βιολέτα και της Πεντηκοστής με τις μερτίες και το γαρίφαλο, τον βασιλικό του Σταυρού κλπ. Το νεράντζι (πορτοκάλι) που είχαν τοποθετήσει στην κεντρική εικόνα την μέρα του Αγιασμού το στύβουν και πίνουν τον χυμό του για τον πονόλαιμο. Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΙΩΛΗΣ: «Ξημερώνοντας η Καθαρή Δευτέρα, που άρχιζε η νηστεία της Σαρακοστής, ξεχύνονταν όλοι στα μπακάλικα να ψωνίσουν σαρακοστιανά φαγητά για να πάνε στα κούλουμα. Όλα τα μπακάλικα στη χώρα από ενωρίς ήταν ανοιχτά, με απλωμένα τα φαγώσιμά τους ταραμάδες, χαλβάδες, πιπεριές, ξυδάτες ελιές, τα νοστιμότατα μπρίκς με χαβιάρι, που δυστυχώς πριν τον πόλεμο χάθηκαν κλπ. Τα μανάβικα γεμάτα και αυτά με μαρούλια, ρουμάνες, μάτσα με χλωρά κρεμμυδάκια και σκόρδα, ραπανάκια, μήλα, πορτοκάλια,  κουνουπίδια και άλλα λαχανικά.  Στον Άγιο Παύλο είχαν στήσει σιδερωστρίες με κακάβια και πουλούσαν κουκιά «πάρτε ρε παιδιά κουκιά μπαμπάκια» και πολλοί έτρεχαν και αγόραζαν μέσα σε σκουτέλες με ζουμί και ρίγανη ή θρούμπη. Στο Γιοφύρι, στους Αγίους Σαράντα και στον Άγιο Παύλο πουλούσαν χάβαρα μέσα από τα σακιά, που είχαν φέρει από τη Πρέβεζα. Αφού ψώνιζαν τα σαρακοστιανά τους, φεύγανε για την εξοχή με κάθε μέσο, με καρότσες, με κάρρα και σούστες ή συρτόκαρρα, με άλογα και γαϊδουράκια.  Την Καθαρή Δευτέρα η μεγαλύτερη κίνηση, με πιο πολύ κόσμο για τα κούλουμα, παρουσιαζόταν στα κοντινότερα χωριά Αργάσι, Καλλιτέρο, Καλαμάκι, Ρόϊδο, Λυκούδι, Αγρία, Γαϊτάνι, Κυδώνι, Βανάτο, Ακρωτήρι, Βαρρές, Πλάνο, Τσιλιβή κ.α. όπου οι χωρικοί που περίμεναν συγγενείς και γνωστούς κάνανε τις σχετικές προετοιμασίες. Ακόμη πέρνανε μαζί τους μαντολίνα, κιθάρες, ακορντεόν, γραμμόφωνα με δίσκους και μετά το φαγητό το στρώνανε στο γλέντι και στο χορό, στις αυλές ή στα πόρτεγα. Σε ορισμένα χωριά της Ζακύνθου οι Αποκριές συνεχίζονταν και την Καθαρά Δευτέρα με διάφορα δρώμενα της Αποκριάς. Στο Γαϊτάνι ομάδες ατόμων μεταμφιέζονταν ως παλιάτσοι και περιφέροντο με τραγούδια σε όλο το χωριό. Οι αφεντάδες πηγαίνανε με τις άμαξές τους να κάμουν κούλουμα στα εξοχικά τους, μαζί με τους καλεσμένους φίλους τους. Πριν νυχτώσει γυρίζανε όλοι στη χώρα, με τραγούδια και καλαμπούρια».
Στην φωτογραφία είναι ο πίνακας “Χαρταετοί” (1984) του ΒΑΣΙΛΗ ΣΚΑΡΑΚΗ.
Το πέταγμα του αετού, έργο με πετρωτά της ΧΑΡΑΣ ΘΕΟΔΩΡΙΤΣΗ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *