Το γραφικό πανηγύρι τση Σπηλούλας στο Καλλιπάδο

Ψάχνοντας στοιχεία για να γράψω ένα αξιόλογο άρθρο για έναν από τους ομορφότερους Ναούς στο νησί μας, την Παναγία την Σπηλούλα όπου βρίσκεται σε ένα υπέροχο λόφο, πάνω από το χωριό Καλλιπάδο, βρήκα ένα αφιέρωμα της εφημερίδας ΗΜΕΡΑ της 7ης Σεπτεμβρίου του 2012. Το άρθρο γράφει τα εξής:

“Μια παλιά συνήθεια του νησιού μας, που πιστεύω πως είναι καθαρά Ζακυνθινή, θέλει ή πιο σωστά συχνά απαιτεί, τα πανηγύρια των διαφόρων εκκλησιών και κυρίως αυτών της υπαίθρου, να γιορτάζονται με μετάθεση. Μ’ άλλα λόγια στα περισσότερα χωριά οι ναοί τους, τις πιο πολλές φορές οι κεντρικού, δεν πανηγυρίζουν την ημέρα της μνήμης των Αγίων ή των γεγονότων, στα οποία τιμώνται, αλλά μιαν άλλη Κυριακή, κατά κανόνα καλοκαιρινή, όπου ο καιρός το επιτρέπει και οι συνθήκες είναι κατάλληλες.
Κάποια από αυτά τα πανηγύρια γίνονταν και γίνονται, όπου η παράδοση τηρείται και η ιστορία συνεχίζεται, και τούτες τις μέρες, στις αρχές του Σεπτέμβρη. Αιτία γι’ αυτά ο γλυκός καιρός της χρονικής αυτής περιόδου, αλλά και ο «μαύρος χρυσός» του νησιού, η κάποτε περίφημη σταφίδα, η οποία αυτές τις μέρες έχει μαζευτεί και έχει δώσει έσοδα στους κατοίκους του νησιού, απαραίτητα εντελώς, μια και όπως λέει η παροιμία: «για να πας σε πανηγύρι, πρέπει η πούρσα σου να γείρει».
Βασισμένο σ’ αυτήν την ανάγκη ήταν και το πρώτο από αυτά τα πανηγύρια, του Οσίου Ιωσήφ στο Γαϊτάνι, όπου παλιότερα, όπως μου έχουν διηγηθεί κάτοικοι της περιοχής, το λείψανό του έμενε έντεκα μέρες «στη θύρα Του», για να περνούν από την εκκλησία οι χωρικοί, σαν έμπαιναν «τη Χώρα» για να πουλήσουν το φρούτο, να προσκυνήσουν και να του αφήσουν την πορτάδα του.
Τελευταίο του κύκλου αυτών των παραδοσιακών πανηγυριών, που τονίζουν την ιδιορρυθμία μας και την ταυτότητά μας, είναι αυτό που γίνεται την επόμενη Κυριακή στη Σπηλούλα, στο χωριό Καλιπάδο και στην ουσία μ’ αυτό κλείνει ο κύκλος των Καλοκαιρινών γιορτών, όπως ακριβώς με το άλλο γραφικό πανηγύρι, του Αγίου Λύπιου, τελειώνει ο γιορτασμός του Ζακυνθινού Πάσχα.
Το μέρος που έχει κτιστεί η εκκλησία είναι μοναδικό και ακόμα πιο σπουδαία είναι η από εκεί θέα, όπου ο επισκέπτης βλέπει όλο σχεδόν το νησί και προπάντων τον πλούσιο και κατάφυτο κάμπο του.
Το όνομα της εκκλησίας, η οποία σημειωτέον είναι φαμιλιακή, διατηρώντας μια πανάρχαιη τοπική συνήθεια, προέρχεται από την εφέστια εικόνα, η οποία κατά την τοπική παράδοση βρέθηκε σε μια σπηλιά, λίγο πιο κάτω από τον κεντρικό ναό, η οποία έχει μετατραπεί σε παρεκκλήσιο. Πρόσφατα, μάλιστα, ο χώρος διαμορφώθηκε, με την φροντίδα των ευαίσθητων και δραστήριων ιδιοκτητών και η εκεί πρόσβαση είναι εύκολη, διευκολύνοντας τους πανηγυριστές και όχι μόνο να πάνε δίχως κίνδυνο στον ιερό αυτό τόπο, να προσκυνήσουν στο σημείο της εύρεσης της εικόνας και ν’ ανάψουν το κεράκι τους.
Χιλιάδες είναι οι πιστοί και κυρίως οι αντετεδόροι, οι οποίοι κάθε χρόνο ανηφορίζουν όχι πια με τα πόδια, όπως παλιά, αλλά με το αυτοκίνητό τους στο λαοφιλές εκκλησάκι, είτε στην πρωινή λειτουργία, είτε στην εσπερινή παράκληση και λιτανεία και μετά κάθονται στους γύρω διαμορφωμένους χώρους για ν’ απολαύσουν το ψητό και το κρασάκι τους, μαζί με την υπέροχη θέα και την φύση, που ετοιμάζεται να ξεπεράσει την ξεραΐλα του Καλοκαιριού και να ξαναρχίσει την αναζωογονητική της πορεία.
Με τις ευωδιές του Φθινόπωρου, μάλιστα, που είναι έντονες και μαγευτικές, ιδίως τα βράδια του, σμίγουν οι μυρωδιές του παστελιού και της φ(ρ)ιτούρας, διατηρώντας την παράδοση και συνδέοντάς μας με τις ρίζες μας, σε μια χρονική στιγμή, που η τουριστική περίοδος βαδίζει προς το τέλος της και το νησί μας γίνεται ξανά δικό μας, κάνοντάς μας να μετανοήσουμε για τις πολλές μας υποχωρήσεις και παρεκκλίσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες που άντλησε ο ακαταπόνητος Λεωνίδας Ζώης, τις ατελείωτες ώρες που διασωστικά πέρασε στο Αρκίβιο (Αρχειοφυλακείο) της προσεισμικής Ζακύνθου και μας τις χάρισε ο συνεχιστής του έργου του Ντίνος Κονόμος, δημοσιεύοντάς τες στο βιβλίο του «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο», την πρωταρχική εκκλησία έκτισε ο μοναχός Αθανάσιος του ποτέ Γκίνη από την Χιμάρα, «που με κόπους του, με το πελέκι, έσκαψε μέσα εις τον βράχο, εις τόπον λεγόμενον Σκουταρέα, σύνορον Καληπάδου ή Καλέντζη».
Από την ίδια ιστορική πηγή πληροφορούμεθα πως ο ρασοφόρος κτήτορας της εκκλησίας φρόντισε για την τύχη της, δύο φορές, όπου για λόγους ευσεβούς ανάγκης, θέλησε προσωρινά να την εγκαταλείψει.
Την πρώτη, θέλοντας να πάει στο Άγιο Όρος, άφησε το ναό του στον Καλόγερο Μπούλτσο, όπως φαίνεται σε συμβόλαιο του Ιωάννη Σκουλογένη, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1671. Τη δεύτερη ο ευσεβής καλόγερος επιθύμησε να πάει στην όμαιμη Κέρκυρα, να προσκυνήσει το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα. Τότε παραχωρεί την εκκλησία του στην γειτονική της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων, «επειδή εκεί είχε την μετάνοιάν του όταν ήρθε στη Ζάκυνθον», όπως ήταν γραμμένο σε συμβολαιογραφική πράξη του Ν. Νομικού.
Διαβάζοντας όλα αυτά σκεφτόμαστε από τι μας στέρησε η θεομηνία του Αυγούστου του 1953 και πόσο στιγμάτισε τη ζωή και την ιστορία μας.
Μα σαν αντίσταση κρατάμε τα έθιμα και τις ιδιαιτερότητές μας. Γι’ αυτό το πανηγύρι της Σπηλούλας πρέπει να διατηρηθεί και να συνεχιστεί”.

Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες και με αυτά που γράφει ο Αείμνηστος ιστορικός Ντίνος Κονόμος, πρόκειται για «εκκλησάκι, καμωμένο με πελέκι, που βρίσκεται στη μέση σχεδόν του βράχου, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, βρέθηκε σε μια χαραματιά παλιά θαυματουργή εικόνα της Παναγίας».  Ο Ναός ήταν αρχικά το καθολικό μιας μικρής Μονής πάνω από τον βράχο. Μέσα στην σπηλιά, κάτω από τον Ναό είχε βρεθεί μια εικόνα της Παναγίας, η οποία θεωρήθηκε θαυματουργή. Ιδρύθηκε ένας μικρός Ναός μέσα στη σπηλιά με μικρό νάρθηκα έξω από αυτή, γύρω στο 1671 από τον μοναχό Αθανάσιο Γκίνη. Ο Ναός ιδρύθηκε μετά τα μέσα του 17ου αιώνα ως τμήμα μιας μικρής μονής.  Κάποια στιγμή στις αρχές ίσως του 20ού αιώνα η μονή εγκαταλείφθηκε, αλλά ο Ναός λειτουργούσε ως ιδιωτικός. Στις μέρες μας ανήκει στην οικογένεια Βούλτσου – Καλλίνικα, η οποία ανέλαβε να αποκαταστήσει τις ζημιές που υπέστη ο Ναός μετά τους σεισμούς του 1953 και του 2006. Ο Ναός είναι μια μονόκλιτη βασιλική με την κύρια είσοδο στην βόρεια πλευρά, ανάμεσα σε δυο παράθυρα, ενώ δυο μικρότερα ανοίγονται στα άκρα. Την ίδια διαμόρφωση έχει και η νότια πλευρά. Στα δυτικά ανοίγεται μόνο μια δευτερεύουσα θύρα.

     

Ποιήματα π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ (Εφημερίου Παναγίας Βανάτου), γραμμένα για την Σπηλούλα:

 

ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ 

 

Εκεί που τότε σημαίνονταν οι Όρθροι να: 

Κοκοράκια 

ταφεία λυγμών 

θωπείες αγιάτρευτες 

και θορυβώδεις. 

 

Άβατα βάτα φράζουνε τη Σπηλούλα 

μέχρι που νάρθει 

βράχου κελλιώτης 

σκαπανέας μοναχός 

ολομόναχος. 

 

Βίγλα ελέους λογχίζει 

ως έπρεπε 

νέους πειρατές 

 

νιο μυρίζει φως 

φοβερά προστασία 

μέντα νεαρή. 

 

Τ’ άηχα χνάρια 

τα ρητά και τ’ άρρητα 

τα δυσνόητα 

ουσίες 

αφές 

φωτιές υποχθόνιες προαισθάνομαι. 

 

Φρέαρ της νήψης κοχλάζει δες 

αστείρευτο

 

Νίψου το έαρ. 

 

[7-12.5.2000]

 

 

 

ΤΟ ΠΑΤΗΜΑ 

 

Στη Μεγάλη Πέτρα με τ’ απολιθώματα 

και τις αμφιβολίες 

των οστρακόδερμων ανέμων και των κοχυλιών 

πρωτεύουσα πάλαι ποτέ 

βαστάει καλά το Μακελειό. 

 

Έψαυες τότε πάνω απ’ τη Σπηλιά 

το Πάτημα της Παναγίας 

κι αναθάρρευες 

σα να περπάτησε αρχαίο πουλί 

σε ώρα παλίρροιας 

παρασυρμένο από την ευωδιά του εφτάζυμου. 

 

Τώρα τσιμενταρίστηκε η αυλή κ’ η προσδοκία 

ασφαλαχτός το ψέμα της αγάπης 

φυτρώνει ολόγυρα 

και παραπέρα θες δε θες βαστάει ακόμη 

το Μακελειό των Εωσφόρων.

 

[Αύγουστος 2003]

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *