Χριστός Ανέστη!
Μέσα σε δύο λέξεις κρύβεται η ουσία της πίστης μας, το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Χριστιανισμού, το μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία, η Ανάσταση του Χριστού. Δεν είμαστε οπαδοί ενός ηθικού ή φιλοσοφικού συστήματος, αλλά πιστοί ενός μοναδικού αρχηγού, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος. Αν δεν υπήρχε η Ανάσταση, κενό το κήρυγμά μας, μάταιη η πίστη μας, θα τονίσει ο Απόστολος Παύλος. Στην εκκλησία μας δεν τελούμε ανάμνηση γεγονότων, αλλά βιώνουμε τα γεγονότα. Πηγή ανεξάντλητης χαράς, ενίσχυσης, παρηγοριάς, δύναμης και αισιοδοξίας αυτές οι δυο λέξεις.
Η Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία συνάντησε τον Αναστημένο Υιό της, όταν ήλθε η ώρα να αποχαιρετήσει τα επίγεια, χαρά μεγάλη την κατέλαβε, γιατί και πάλι θα συναντούσε το αγαπημένο παιδί της. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, όχι όπως οι υπόλοιποι των ανθρώπων που δεν έχουν ελπίδα σωτηρίας, αλλά ήταν σίγουρη, ότι πήγαινε, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος.
Οι Απόστολοι ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού ήταν αδύνατο να φυλάξουν το γεγονός μόνο ως εσωτερική πίστη, γι’ αυτό βγήκαν στα πέρατα της οικουμένης να διακηρύξουν ότι η καινή κτίση έγινε πραγματικότητα όχι δια της ανθρώπινης ενέργειας, αλλά δια της αγάπης του Θεού, όχι δια της επαναστάσεως του ανθρώπου, αλλά δια της Αναστάσεως του Θεανθρώπου.
Τα εκατομμύρια των μαρτύρων στα πρώτα Χριστιανικά χρόνια, που για την πίστη του Χριστού την αγία, υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο, μάλιστα δε σε νεαρή ηλικία, βίωναν, ότι δεν υπάρχει άλλο υποκατάστατο από την αγάπη του Αναστημένου Ιησού. Αυτός ήταν ο μοναδικός τους έρωτας και ήταν αδύνατο να τον αρνηθούν και γι’ Αυτόν έδωσαν θυσία το αίμα τους, επειδή δεν ήταν μόνο ο καλύτερος διδάσκαλος όλων των εποχών, αλλά και ο νικητής του θανάτου.
Οι νεομάρτυρες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχαν να επιλέξουν τη ζωή ή το θάνατο, το χριστιανισμό ή να γίνουν μουσουλμάνοι και να ζήσουν με δόξες και τιμές και επέλεξαν το θάνατο που ήταν ζωή κοντά στο Χριστό. Όταν τους ρωτούσαν το όνομα τους, την καταγωγή τους και αν αρνούνται το Θεό μια ήταν η απάντηση, «είμαι Χριστιανός», γιατί βίωναν την Ανάσταση και πίστευαν, ότι είτε ζήσουμε είτε θα πεθάνουμε ένα έχει σημασία, να ανήκουμε στον Κύριο.
Οι Όσιοι, οι Άγιοι Ασκητές που έζησαν στα μοναστήρια ή σε ερημικούς τόπους υπέμειναν και άντεξαν τις δυσκολίες είτε της φύσεως είτε του εαυτού τους, γιατί εμπνέονταν από το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Έφτασαν στην Αγιότητα θυσιάζοντας τις ανέσεις που θα μπορούσαν να είχαν στη ζωή τους, πολεμώντας τον παλαιό εαυτό υπέρ της αγάπης του Χριστού, για να Τον συναντήσουν στο ανέσπερο φως της Αναστάσεως.
Οι Άγιοι, άνδρες και γυναίκες που έζησαν μέσα στον κόσμο, σ΄ οποιονδήποτε τόπο και σε οποιανδήποτε επαγγελματική θέση, είτε έγγαμοι, είτε άγαμοι, πάλεψαν με το πνεύμα του κόσμου που ήταν αντίθετο με το θέλημα του Θεού και έζησαν θεάρεστα με πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης προς τους άλλους, γιατί ήθελαν να κάνουν το δικό τους Πάσχα, δηλαδή το δικό τους πέρασμα στον Αναστάντα Ιησού Χριστό.
Και σήμερα οι άνθρωποι εμπνέονται απ’ αυτές τις δυο λέξεις, «Χριστός Ανέστη». Αγωνίζονται με μετάνοια να κοιμίσουν τα πάθη τους, να διορθώσουν τα λάθη τους, για να μη χάσουν από ατέλειες και αστοχίες τη λαμπρότητα του φωτός της Αναστάσεως.
Κάθε Κυριακή με τους αναστάσιμους ύμνους ομολογούμε ότι «θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου απαρχήν» και μεταφέρουμε την είδηση ότι ο άνθρωπος μεταβαίνει από τα επίγεια στα ουράνια, από τα φθαρτά στα άφθαρτα, από τα εφήμερα στα αιώνια.
Ο άνθρωπος πρέπει να ανοίξει το παράθυρο του δωματίου του για να χαρεί τον ήλιο, να βγει έξω από το σπίτι για να νοιώσει τη δροσιά του αέρα, παρόμοια και για να συναισθανθεί, ότι ο χαιρετισμός «Χριστός Ανέστη» δεν αναφέρεται σ’ ένα ιστορικό γεγονός, αλλά νοηματοδοτεί, κατευθύνει, δημιουργεί το παρόν και το μέλλον της ζωής του πρέπει να προχωρήσει σε σχέση μοναδικού έρωτα με τον Αναστάντα Ιησού Χριστό.
Ραντεβού στην εκκλησία της Ανάστασης. Χαρά ασύγκριτη που πηγάζει από τον κενό τάφο. Πίστη σε πρόσωπο, που έχει όνομα, Ιησούς, Υιός του Θεού και Θεός. Ομολογία, ότι «Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και μέγα έλεος».
Ο Εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός και συμπατριώτης μας στο ποίημά του « Η Ημέρα της Λαμπρής» θεολογεί και μας προσκαλεί να βιώσουμε το μήνυμα της εορτής με τους εξής στίχους:
Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε· μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε· ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε· φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη, πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι.
Επιμέλεια κειμένου: ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (Καθηγητής Θεολόγος)
Στην φωτογραφία είναι η εικόνα της Αναστάσεως από τον Ιερό Ναό Παναγίας Φανερωμένης πόλεως Ζακύνθου.
Λεπτομέρεια από την Ανάσταση του Κυρίου από το Τέμπλο του Ναού Σωτήρος του Καλλιπάδου (Ζωφόρος Τέμπλου και Πυραμίδας).
Από τον Ιερό Ναό Παναγίας Φανερωμένης πόλεως Ζακύνθου. Έργο του Ζωγράφου – Αγιογράφου ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΟΛΑΚΟΥ.










