Τον Αλέκο Λιδωρίκη είναι η αλήθεια ότι δεν τον είχα ξανακούσει. Αλλά έπεσε στα χέρια μου ο “ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ’ του κ. Διονυσίου Βίτσου, τεύχος 19, Χρόνος Ε’, Φθινόπωρο 1988. Πολύ σπουδαίος Έλληνας Δημοσιογράφος, Λογοτέχνης, Θεατρικός συγγραφέας, είχε πάρει συνεντεύξεις από την Μέριλιν, τον Ρούσβελτ, τον Έλβις, τον Μουσολίνι, τον Διονύσιο Ρώμα και πολλούς άλλους… Πέθανε στην Αθήνα το 1988. Στο τεύχος του Περίπλου λοιπόν γράφουν πολλοί αξιόλογοι για τον Λιδωρίκη. Αλλά βρήκα εκεί μέσα ένα πολύ ωραίο άρθρο που έγραψε και το δημοσίευσε στην εφημερίδα “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ” την 4η Σεπτεμβρίου του 1971. Όλα αυτά που αφηγείται ο Λιδωρίκης σχετικά με τις εκκλησιαστικές απαγορεύσεις, τα έζησε την περίοδο της Χούντας. Οπότε αυτά τα αναχρονιστικά τα είχε αναρτήσει ο χουντικός μητροπολίτης (και στη νοοτροπία ο Απόστολος -ή κατά τους Ζακυνθινούς «Λάκης») ο οποίος με την πτώση της Χούντας έφυγε άρον άρον από τη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκε μετά από καιρό στο Κιλκίς κι έγινε Κιλκισίου, μέχρι το θάνατό του. Θερμές ευχαριστίες στον κ. Διονύση Βίτσο για όλες τις πληροφορίες και για την αποστολή του άρθρου. ΑΛΕΚΟΣ ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ: «Μα τον Άγιο» «Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος με κυριεύει…» έγραψε ο Ανδρέας Κάλβος. Μεγάλος λόγος! Και ας ήταν μια από τις πιο παλιές, ως λίγο πριν ακόμα, ανεκπλήρωτες επιθυμίες μου η γνωριμία μου με το Φιόρο του Λεβάντε. Έφθασα ως τα πέρατα Αμερικής, Ασίας και Αφρικής, αφήνοντας ξοπίσω ένα μικρούλι όνειρο απραγματοποίητο: Να περπατήσω στα καντούνια της Ζακύνθου, να «ρεγουλαριστώ» με τις καντάδες της, να πιω ένα ποτήρι ολόδροσο κρασί Βερντέα. Ώσπου ο Αύγουστος ετούτης της χρονιάς πήρε το «παραμύθι» μες στις μέρες του και τόκανε πραγματικότητα! Όχι… δεν πρόκειται να κομίσω γλαύκα στην Αθήνα, γράφοντας για το Τζάντε. Έχει τόσες και τόσες γλαύκες η πρωτεύουσά μας, που θάταν πολυτέλεια περιττή να προστεθεί ακόμα μία! Θ’ αφήσω μόνο να ξεχειλίσει για λίγο η ψυχή μου από το κόρεσμα μιας εσωτερικής ανάγκης που βρήκε κάποια απόκριση σ’ αυτό το τελευταίο ταξιδάκι. Όσο κι αν πήξαμε από αντιρομαντισμό ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα «αντί» που αθρόα μας κατακλύζουν – βάναυσα, αναιδή και άχρωμα να πάρει ο διάβολος… κάποιο λουλούδι, κάποια λιχουδιά, κάποιο τραγούδι ξεχασμένο, χρειάζεται κάπου-κάπου για να σε βγάλουν, έστω πρόσκαιρα, από τη δυναμική… πτωμαΐνη που τελευταία μας τριγυρίζει. Μακρυά από τα καυσαέρια για λίγο: Τα αρώματα από τα μπουγαρίνια, τις γκραντούκες, τις ρεζεντές που απαλοανεμίζουν χαϊδεμένες από τις αύρες του Ιονίου, σε βοηθάνε να χαρείς μια ξενιασιά, σ’ ένα καφενεδάκι κάποιας ρούγας ή στην πολύβουη ολόλευκη «γκραντιόζα» πλατεία του Διονυσίου Σολωμού με το επιβλητικό της κέντρο – «Κόκκινος Βράχος», τ’ όνομά του – με άνεση, όσες «ντελιγκατέτσες» γαστριμαργικές έχει να σου προσφέρει αυτός ο τόπος’ αυτός ο τόπος που όσο κι αν τον ρημάξανε οι σεισμοί και οι πυρκαϊές, όσο κι αν έχασε τόσο μεγάλο ένα κομμάτι από την παλαιά μαγεία του, ωστόσο δεν έπαψε από του να είναι το αθάνατο νησί του θρύλου της ποιήσεως, της αρχοντιάς, μια κιβωτός που τα οικόσημά της μένουνε σκαλισμένα με άφθαρτο βενετσιάνικο χρυσάφι και με ασημόσκονη απ’ την ελληνική «μπραβούρα», τα ιδανικά του χθες και την ευγένεια του σήμερα. Κι έτσι ένα κέρασμα από αγνό παστέλι, μάντολα ή μαντολάτο, μ’ ένα ποτήρι γάργαρο νερό, δροσίζει το λαρύγγι και ευφραίνει την ψυχή σου… Μα η ευφροσύνη αυτή πάει και παρακάτω.. Πορεύεται με συνοδεία μελωδικούς ρυθμούς σε κάποιες «ειδικές γωνιές» – στα «Γεροντάκια», στο «Λιμάνι», στην «Ψαρόβαρκα», όπου το ντόπιο σφριγηλό κρασί και η πατροπαράδοτη καντάδα ενώνουνε του Βάκχου τις χαρές με τις ντολτσέτσες» του Απόλλωνα. Παλιά τραγούδια δημοτικά– του άγνωστου συνθέτη – και αρμονίες γλυκομελάγχολες από συνθέσεις του Τσιλιμίγκρα, του Πελεκάση κι άλλων… κι άλλων, σκορπίζονται μέσα στη νύχτα, ναζιάρες νυχτερίδες που ξεπροβάλλουν από τα παλιά. «Ωραία, ωραία πούναι η Ζάκυνθο, μα να… μα νάταν πιο μεγάλη» (τι καημός!). «Διαβαίνει η νύχτα ολόχαρη». «Απ’ τα ωραία σου μάτια». «Ξύπνα και κοίτα τ’ ουρανού». «Την είδα την ξανθούλα…». «Γλυκειά παρθένα μου». «Πούσαι, ω! πούσαι λευτεριά»! Πάμπολλες είναι οι φυσικές – με τόση γενναιοδωρία σκορπισμένες – μαγείες του νησιού. Απ’ την ολάνθιστη, κοντινή στην πολιτεία, Μπόχαλη ως του Τσιλιβή την έξοχη αμμουδιά, την κρυσταλλένια θάλασσα. Από το Λαγανά με τους διάσημους… αστακούς του μέχρι την ορεινή οπτασία του Κοιλιωμένου, της Λιθακιάς τη χάρη. Κι από το Μαχαιράδο με την ιστορική, ολόφωτη εκκλησία της Αγίας Μαύρας που το καμπαναριό της αντιλαλάει τόσο παράξενα, μετακομίζοντάς σε σ’ ένα ταξίδι προς την αιωνιότητα, έως το Ψήλωμα που δώσαν όρκο εκεί οι Φιλικοί, μέχρι ακόμα το τόσο ζωγραφικό και παιχνιδιάρικο Κερί. Και τι να πρωτοαναφέρει ο περιηγητής-προσκυνητής, εξόν απ’ του να σταματήσει πάλι στο στίχο του ωραίου ποιητή: «Απ’ ένα ψήλωμα/ξεχνάω τ’ όνομά του πια/σαν χώρα επαγγελτή/ξαγνάντεψα την εξοχή της/του πρασίνου μεθύσι/και χαροκοπιά,/μόσχος τ’ αγέρι της/και μόσχος η πνοή της…». Αλλά… Πνοή λευτεριάς Στις μέρες της τόσο βασανιστικής «συγχύσεως» που απλώνει ολόγυρά μας τα πλοκάμια της, ας πάρουμε μια αναπνοή ελευθερίας! Από την πλατεία του Διονυσίου Σολωμού, που ήδη μιλήσαμε γι’ αυτή και που αποτελεί, κατά ένα τρόπο, τον ομφαλό της πολιτείας, αρχίζεις να έχεις το αίσθημα του λυτρωμού… Πλατειά μες στη φανταχτερή λευκότητά της, με το ωσάν απέραντο εύρος της να σου προσδίνει τη διάθεση ν’ ανοίξεις ολόπλατα τα – φέυ – ανύπαρκτα φτερά σου, έχει και το προνόμιο να σε οδηγάει σε δυό «ναούς» τέχνης και ιστορικής λαμπρότητας. Ο ένας είναι το Μαυσωλείο Σολωμού και Κάλβου (και άλλων Ζακυνθίων επιφανών) μια στέγη που, σε μικρογραφία, θυμίζει κάτι από το μεγαλειώδες Παρισινό Μέγαρο των Απομάχων. Εκεί βρίσκεται ο Ναπολέων θαμμένος με πομπώδη χλιδή και βάρος αυτοκρατορικό! Εδώ σ’ αυτό το ήρεμο Μαυσωλείο, δύο υμνητές της Λευτεριάς κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο, ο ένας δίπλα στον άλλον. Πόσο απέριττη μα και πόσο υποβλητική μαζί, η προσφορά στη μνήμη τους. Ένα «ριντώ» που πέφτει σαν ατέλειωτη πορφύρα στο βάθος του λιγοφωτισμένου δωματίου και οι δύο κατοικίες των ωραίων βάρδων. Το ίδιο αίσθημα που είχε ενώσει στη ζωή τα οράματά τους, λες και τους ψιθυρίζει ακόμα αιώνιες κουβέντες για τον άνθρωπο, μέσα στην κατανυκτική σιγή. Στο απάνω διαμέρισμα του ίδιου κτιρίου, μια ανεκτίμητη πλούσια συλλογή από χαρακτηριστικά εκθέματα γύρω από τη δράση και από την ιδιωτική ζωή άλλων επιφανών προσώπων της Ζακύνθου. Από την τέφρα του χαμένου παρελθόντος αναβιώνουνε μορφές σαν του Φώσκολου, του Μάτεσι, του Λούντζη και ανάμεσα σε τόσα άλλα – η αξέχαστη φυσιογνωμία του Ξενόπουλου. Βέβαια, υπάρχει και η προτομή του κάπου εκεί κοντά στον Άγιο Διονύσιο που μοιάζει σαν «απορριγμένη» εκεί. Όμως, μέσα στο Μαυσωλείο, παίρνει τη θέση του ο σεβάσμιος δάσκαλος με τα θυμητικά που μας τον ξαναφέρνουν τόσο ζωηρά στη μνήμη. Πολλά κειμήλια που έχουν θαυματουργά διασωθεί απ’ το σεισμό και τη φωτιά έχουν τη θέση τους εκεί και ο απόηχος από τα ένδοξα Ζακυνθινά «παιδιά» είναι ευάρεστα και ευγνώμονα ακουστός, όπως και στο μουσείο, που είναι ένα άλλο σημαντικότατο ακόμα κόσμημα του νησιού. Μοναδικό για τη μεταβυζαντινή αγιογραφία, δίνει την ευκαιρία στον επισκέπτη να ενωτισθεί όλες τις χάρες του ταλάντου ζωγράφων του είδους, που τα ονόματά τους έχουνε ήδη πια γραφτεί στην ελληνική αιωνιότητα. Πίνακες και υπέροχα τέμπλα ναών, (όσα έχουν δια σωθεί από τη συμφορά), φέρνουνε τη σφραγίδα της τέχνης του Εμμανουήλ Μπενιαλή Τζάνε, του Δοξαρά, του Γιάννη Κοραή, των δύο «Κάπα»: Κουτούζη και Καντούνη και άλλων άξιων στην ανωνυμία! – μαθητών τους. Μια μέθη του ματιού, μιά συγκλονιστική ευφορία της ψυχής. Μια διάθεση για απέραντη προσήλωση στο «χθες», που όμως μιλάει τόσο έντονα και τόσο θερμουργά, που καταλύει απότομα όλη τη διαθέσιμη δαιμονική πληρότητα του «σήμερα». Ο νους γυρίζει πίσω στο «λίμπρο ντ’ όρο», στη χρυσή βίβλο τόσων και τόσων μεγάλων ονομάτων που μας χωρίζουνε αιώνες από την άνθησή τους, τόσων και τόσων θησαυρών που μέρος τους μονάχα διασώθηκε από τη θεομηνία της 12ης Αυγούστου του έτους 1953. Και ξαφνικά έρχεται η διάθεση να κλίνει κανένας απαλά το γόνυ μπροστά στη μνήμη όσων πέρασαν… για όσα άφησαν… για όσα ακόμα μας διδάσκουν, για την πραγματική αρχοντιά, για την αγνή μεγάλη τέχνη, για την αληθινή – την όχι παραποιημένη…– ελευθερία! «Μα τον άγιο…» Συνυφασμένη της Ζακύνθου η ζωή με τον προστάτη Άγιό της. Κι αν κύλησαν τα χρόνια κι αν αργοπέρασαν οι αιώνες, παντού στη νήσο, μα και πάντα, τ’ όνομα του Διονυσίου, του Μεγαλοασκητή, βρίσκεται στα στόματα και στις καρδιές των ντόπιων. Σε ώρα επίκλησης, σε ώρα γαλήνης ή σε στιγμή θυμού, σε λύπη ή σε χαρά, ξεφεύγει αυθόρμητα το επιφώνημα που μοιάζει σα να ζητάει τη συμπαράστασή του: ….Ε… μα τον Άγιο! Παντού ο Άγιος, η μορφή Του, η ιστορία Του, το θείο «παραμύθι» γύρω απ’ Αυτόν, από τη δράση και τα επιτεύγματά Του. Διονύσιος Σιγούρος το όνομά Του και η πρώτη επαφή μαζί του, μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα, γίνεται όταν τα βήματά σου σε φέρνουνε ευλαβικά μέχρι το μοναστήρι της Αναφωνήτριας, μια στοιχειωμένη θάλεγες πια περιοχή που ιστοράει τη μνήμη Του για τέσσερις 100ετίες. Εκεί, στην Ιερά Μονή που ακόμα την τριγυρίζουν βαρειές και μελαγχολικές σκιές, κάμποσοι ερημίτες: φυλάσσονται τα άμφια του Αγίου, τα όσα άλλα θυμητικά Του, ό,τι απόμειναν από την εποχή που ο Διονύσιος Σιγούρος ήταν Ηγούμενός της γι’ απάνω από 40 χρόνια. Ο θρύλος τον θέλει σοφό και μεγαλόκαρδο, γλυκύτατο μα και αυστηρό, πλημμυρισμένο από το δώρο της συγγνώμης και για τον πιο σκληρό μετανοούντα αμαρτωλό. Τόσο που μπόρεσε να συγχωρέσει – ακόμα και να φυγαδεύσει – τον ίδιο το φονιά του αδελφού Του! Ένας νέος ακόμα μα γραφικότατος καλόγερος, ο συμπαθέστατος και «εμβριθέστατος» πα- – Γεράσιμος έχει αναλάβει να ιστορεί, με περισσή δεξιοτεχνία, σε πεζό λόγο μα και έμμετρα: τις μέρες, τα έργα και την επίγεια δόξα του Αγίου. Και ο ίδιος, έπειτα από την εκτέλεση αυτού του καθήκοντος, σπεύδει να σε εφοδιάσει μ᾿ ένα μικρό έντυπο σημείωμα που περικλείει τις επιταγές (από τις Άγιες Γραφές), που είχε ενωτισθεί ο μέγας ερημίτης… Ανάμεσα σ’ αυτές υπάρχουνε και κάποιες που προξενούν… φρικίαση στο πλήρωμα των ευσεβών προσκυνητών – ανδρών και γυναικών – γιατί αυτοί δεν παύουν, παρά την ευλάβειά τους, να είναι όλοι (ποιος λίγο, ποιος πολύ), γνήσιοι αμαρτωλοί, σύμφωνα με τους καυστικούς λόγους του εντύπου: • «Οι μη εκκλησιαζόμενοι εις 3 συνεχείς Κυριακάς αφορίζονται από την Εκκλησία, (80 κα νών 5η Οικ. Συν.)». • «Όσοι εισέρχονται εις εκκλησία και δεν κοινωνούν ή φεύγουν προ τέλους, αφορίζονται (Καν. Θ΄ Αγ. Αποστ.)». • «Αισχρόν η γυναίκα να κουρεύει ή να ξυρίζει τα μαλλιά της»! • «Παρασκευή ή Τετάρτη ο υγιής δεν τρώει λάδι και κρασί, ο μοναχός και την Δευτέραν˙ ξηροφαγία μόνον…». Ο… μικροπανικός εισδύει στις ψυχές μας. Και είναι φυσικό ν’ αποζητήσουμε την άφεση αμαρτιών σπεύδοντας για εξομολογιστικό άλλο προσκύνημα στον Ιερό Ναό του Αγίου Διονυσίου που δεσπόζει στην καρδιά της πολιτείας. Εκεί, σε λάρνακα μαλαματένια, υπάρχει το άχραντο Λείψανό Του, σχεδόν ανέγγιχτο από το χρόνο, που ευωδιάζει μύρο – όπως το θέλει πάντα ο θρύλος – και που σκορπάει την κατάνυξη σύμμικτη με το δέος. Μαγνήτης για τους απειράριθμους πιστούς μα και για όσους δεν πιστεύουνε ακόμα! Στολίδι και καμάρι του όμορφου νησιού, που – μα τον Άγιο! – θάλεγε αδίστακτα κανένας αποτελεί π’ τους πολυτιμότερους τουριστικούς θησαυρούς του τόπου μας. Αλλά…. Να! το «αλλά»… Και ήρθε η ώρα να εξηγήσουμε τα «αλλά» που συναντήσατε πιο πάνω και πιο πάνω. Τι ωραία είναι ίσως όλα αυτά, που σύντομα ιστορήσαμε, αλλά και πόσο μοιάζει πάλι απαραίτητη η γκρίνια μας για ό,τι λείπει… Γιατί η τόση εγκατάλειψη στις πιο ωραίες ακρογιαλιές, στις πιο παραμυθένιες γωνιές του εκπληκτικού νησιού; Δεν μπορούσε να εκτιμηθεί ακόμα η αξία της Ζακύνθου, σαν λαμπρότατου – ιστορικά και φυσικά – θέρετρου, έτσι που να δημιουργηθεί γύρω απ’ αυτήν η έλξη που θάφερνε κοντά της – όχι μονάχα τους διψασμένους Έλληνες για κάτι έξω από το θόρυβο, τα καυσαέρια, το δράμα της μεγαλούπολης; Αλλά και τους χιλιάδες ξένους, που αποζητάνε μια κάποια «κάθαρση» από τις νευρωτικές περιοχές; Τίποτα το ουσιαστικά οργανωμένο. Τέλεια έλλειψη προσωπικού που να εξυπηρετεί με κάποια στοιχειώδη αρτιότητα. Τα κέντρα, τα ξενοδοχεία (τα τόσο λιγοστά…), τα παραλιακά άφθονα καταφύγια που βρίσκονται ακόμα σε κάπως πρωτόγονη κατάσταση. Η τζόρα στην αποθέωσή της! Μου είπαν πως οι ίδιοι οι Ζακυνθινοί δεν ενδιαφέρονται για τουρισμό. Πως δεν τον θέλουν: Πως – δόγμα του Μονρόε! – θα προτιμούσανε την απομόνωση στον τόπο τους. Αλλά δεν το πιστεύω… Αντίο.. Φεύγουμε ανήμερα της μεγάλης θερινής γιορτής του Αγίου Διονυσίου. Είναι 24 Αυγούστου (μνήμη της μετακομιδής του Λειψάνου από τις νήσους Στροφάδες στη Ζάκυνθο). Σε πυρετό όλο το νησί. Σε φλογισμένο οργασμό ολόκληρη η πόλη. Η Λιτανεία είναι από τις πιο επιβλητικές σε τάξη και πανηγυρικότητα. Η γραφικότητα αγκαλιασμένη με τη θρησκευτική λατρεία, φθάνουν στη διαπασών. Εμείς θα φύγουμε. Ὁμως τα «αλλά», για τη σωστή αξιοποίησή της, θα γίνει όπως το γράψαμε… Γιατί; Και ως πότε άραγε; Εφ. «Απογευματινή» 4.9.71.
Συνέντευξη του Λιδωρίκη με την Μέριλιν…
Συνέντευξη του Λιδωρίκη από τον Έλβις…









