Η Παναγία η Λαουρένταινα και η ιστορική της διαδρομή στη Ζάκυνθο. Άρθρο του Θεολόγου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΙΑΤΡΑ: Στην καρδιά της παλαιάς Ζακύνθου, μέσα στα τείχη του Κάστρου, αναπτύχθηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ένας από τους πιο σημαντικούς ναούς του νησιού, αφιερωμένος στην Παναγία με την επωνυμία Λαουρένταινα (ή Λαβουρένταινα, Λαουρεντιάνα). Η ύπαρξή του μαρτυρείται ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα, ενώ καταγραφές αναφέρουν και κτήματα που ανήκαν σε αυτόν, γεγονός που αποδεικνύει την οικονομική και κοινωνική του ακτινοβολία. Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, ο ναός περιήλθε στη διοίκηση επιφανών προσώπων του νησιού. Παραχωρήθηκε διαδοχικά σε κληρικούς και άρχοντες, μεταξύ των οποίων και ο Ιάκωβος Σιγούρος, ο οποίος όχι μόνο ανέλαβε το ναό αλλά ίδρυσε δίπλα του και Μονή. Στη διαθήκη του μάλιστα ζήτησε να ταφεί εκεί, όπου ήδη αναπαύονταν οι γονείς του. Το γεγονός αυτό φανερώνει τον ιδιαίτερο δεσμό της οικογένειας Σιγούρου με την Παναγία Λαουρένταινα. Η εικόνα της Παναγίας Λαουρένταινας, βυζαντινής τεχνοτροπίας, συνδέεται με πλούσια παράδοση. Κατά μία εκδοχή μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη μετά την Άλωση· κατά άλλη, βρέθηκε στην ακτή του Πλάνου από εργάτες. Είναι βέβαιο πάντως ότι ήδη από το 1478 υπήρχε στο Κάστρο ναός αφιερωμένος στην εικόνα αυτή. Η φήμη της απλώθηκε σε όλο το νησί, καθώς θεωρούνταν θαυματουργή και απολάμβανε βαθύτατου σεβασμού. Με την Αγγλοκρατία, τα κτίσματα του Κάστρου στρατιωτικοποιήθηκαν και ο ναός εγκαταλείφθηκε. Οι ενορίτες, για να διασώσουν τα ιερά κειμήλια, μετέφεραν την εικόνα στην πόλη, αρχικά στον ναό της Αγίας Τριάδας και κατόπιν σε άλλους ναούς της περιοχής του Ακρωτηρίου. Η καθιερωμένη λιτανεία της Δευτέρας του Πάσχα διατηρήθηκε ως ζωντανή ανάμνηση της παλαιάς της θέσης στο Φρούριο. Με την πάροδο των ετών, ο τόπος του πανηγυριού μεταβλήθηκε για πρακτικούς λόγους, καταλήγοντας στον ναό του Αγίου Νικολάου στο Ψήλωμα, στη γνωστή περιοχή της Γαϊδουροταβέρνας, όπου τελείται μέχρι σήμερα η πανήγυρη και η επιστροφή της εικόνας με λιτανευτική πομπή. Η ίδια η εικόνα της Λαουρένταινας φέρει αργυρόγλυπτη επένδυση, με τα πρόσωπα της Θεοτόκου και του Θείου Βρέφους ακάλυπτα. Στο πίσω μέρος αναγράφεται «Μήτηρ Θεού – Η Κυρά η Λαουρένταινα». Στην οπίσθια όψη έχει προσαρμοστεί πίνακας του Δημητρίου Σπ. Πελεκάση με θέμα την Υπαπαντή (1920), ενώ η ξυλόγλυπτη καθέδρα είναι έργο του Αντωνίου Κουρελή, με επιχρύσωση των Αντώνη και Σπύρου Πανταζή (1926). Ένα μοναδικό τοπικό έθιμο τελείται κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας στον ναό της Αγίας Τριάδας στην πόλη της Ζάκυνθος. Αντί του συνηθισμένου Κατανυκτικού Εσπερινού, τελείται Παράκληση προς την Παναγία Λαουρένταινα. Στο τέλος της ακολουθίας πραγματοποιούνται οι λεγόμενοι «γύροι» της εικόνας, σύμφωνα με τη Ζακυνθινή παράδοση: η εικόνα περιφέρεται εντός του ναού με ιδιαίτερη ευλάβεια και συγκίνηση, σε μια τελετουργική πράξη που ενώνει το παρελθόν με το παρόν και διατηρεί ζωντανή τη σχέση των Ζακυνθινών με την Κυρά τους, τη Λαουρένταινα. Κωνσταντίνος Γιατράς – Θεολόγος Εκπαιδευτικός Σε άλλο άρθρο, στην ημερήσια τοπική εφημερίδα “ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ” (21-4-2022) του Συγγραφέως – Ερευνητή κ. ΓΙΑΝΝΗ ΔΕΜΕΤΗ αναφέρονται τα εξής: Στην Τέρρα, τη μεσαιωνική πρωτεύουσα του νησιού της Ζακύνθου, που βρισκόταν στο Κάστρο, υπήρχε Ναός με την ονομασία Λαουρένταινα, Λαβουρένταινα, Λαουρεντιάνα. Ο Λεωνίδας Ζώης μας πληροφορεί, «… λίαν ονομαστός δια την πολυτέλειαν ού κτήματα απαντώσιν εν τω κώδ. της Μητροπόλεως το 1478» και « … Λαουρένταινας χωράφι …». (Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, Αθήναι 1963, τόμος Α΄, σελ. 344) και συνεχίζει : «Ο ναός καταληφθείς υπό της Βενετίας παρεχωρείτο εις επιφανή πρόσωπα και πρώτον τω ιερέα Κ. Καλοφώνω, την 20 Μαρτίου 1495, και κατόπιν τω ιερεί Κωνστ. Λαζάρω, 1507, είτα τω Ιακώβω Σιγούρω, ιδρύσαντι και μονήν, πλην του ναού, αμφότερα δε παραχωρηθέντα πάλιν δια βίου τω αυτώ Καλοφώνω. Ανακαινιστής του Ναού εγένετο ο πρωθιερεύς Λαύρεντιος Βέργαμος +1636. Το 1665 ο Ναός εδόθη τω εκ Χανίων ηγουμένω Φιλοθέω Σκούφω, έχων δε ανάγκην επισκευής, δια διατάγματος από 10 Μαΐου 1670 ωρίσθη, όπως μετά τον θάνατον του Φιλοθέου παραχωρηθή ο Ναός εις τον ανεψιόν του Παρθένιον Σκούφον δια βίου. Δια του από 22.11.1677 διατάγματος του Γενικού Προβλεπτού Θαλάσσης Α. Κορνέρ, εν Κεφαλληνία εκδοθέντος, ο ναός της Λαουρένταινας εδικαιούτο λαμβάνειν παρά της Βενετικής Κυβερνήσεως 25 βατσέλια σίτου ετησίως, υπό τον όρον το ευεργέτημα τούτο να λαμβάνη δια βίου ο ηγούμενος Σκούφος και όχι οι διάδοχοι αυτού, αρκούμενοι μόνον εις τους πόρους του Ναού. Δι’ ετέρου διατάγματος από 29 Ιανουαρίου 1704, ο ναός παρεχωρήθη εις τον Ιερομένο Βενιαμίν Κουτούβαλη, δι’ ετέρου δε από 11 Ιουνίου 1729, εις τον ανεψιόν του Φραγκίσκο Γαήταν και δι’ άλλου από 10 Σεπτεμβρίου 1743, εις τον Νικόλαον Καψοκέφαλον. Εν τω Ναώ τούτω ετηρείτο καλλιτεχνική εικών, της Θκου Λαουρένταινας καλουμένη, μετακομισθείσα εκ Κωνσταντινουπόλεως μετά την άλωσιν αυτής υπό των Τούρκων, και πολλού απολαύουσα σεβασμού παρά των κατοίκων. Καταληφθέντος του Ναού υπό των Άγγλων, οι ενορίται μετεκόμισαν την εικόνα εις εκεί πλησίον ναό του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου και είτα εις τον εν τη πόλει Ναό της Αγίας Τριάδος, είθισται δ’ έκτοτε, τη Δευτέρα του Πάσχα, όρθρου βαθέος, να μεταφέρωσι την εικόνα, ως άλλοτε εκ του φρουρίου, εις τον εν Ακρωτηρίω και έναντι του σκοπέλου Βόϊδι, ναό της Αγίας Τριάδος, εκείθεν δε, τελουμένης λιτανείας, εφέρετο η εικών εις το φρούριον και βραδύτερον εις τον εν τη πόλει Ναόν της Αγίας Τριάδος, αλλ’ ένεκα του δυσβάτου, διετάχθη η μεταφορά εις τον εν Ακρωτηρίω ναό των Τριών Μαρτύρων, στη Τριμάρτυρο, αλλά το 1888 εις τον εκεί ναό της Υπαπαντής και τέλος εις το ναό του Αγίου Νικολάου της Γαϊδουροταβέρνας μέχρι σήμερον, όπου τελείται και πανήγυρις και κατόπιν η λιτανεία του Κονίσματος». Ο Ντίνος Κονόμος στο βιβλίο του Ιστορικές Εικόνες της Παναγίας στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1973, σελ. 27, γράφει : «Η βυζαντινή ωραία εικόνα της Θεοτόκου Λαουρένταινας, που λιτανεύεται κάθε Δευτέρα της Διακαινησίμου στο Ψήλωμα, είναι άγνωστο έως τώρα σε ποιόν ανήκε αρχικά και αν ήταν έργο τοπικό ή φερμένο από έξω. Η λαϊκή παράδοση του νησιού αναφέρει ότι η εικόνα τούτη βρέθηκε στην ακρογιαλιά του Πλάνου από εργάτες (λαουρέντες). Γεγονός είναι ότι στην περιοχή εκείνη του Ακρωτηριού, απέναντι από το νησάκι Βόϊδι, σωζόταν στα τέλη του δεκάτου πέμπτου αιώνα η μονή της Αγίας Τριάδας του Μπαρμπία, όπου ήταν αρχικά τοποθετημένη η εικόνα. Ωστόσο από επίσημα έγγραφα προκύπτει ότι το 1478 υπήρχε στο Κάστρο της Ζακύνθου ναός αφιερωμένος στην εικόνα της Θεοτόκου Λαουρένταινας». Ο Ναός της Λαουρένταινας στο Φρούριο, ήταν ενοριακός ναός της οικογένειας των Σιγούρων από την οποία κατάγεται ο Άγιος Διονύσιος, και που αναφέρεται ότι η ρίζα της ήταν στους Σταυροφόρους ιππότες Segur. Η οικογένεια εξιταλίζεται και από τον ΙΕ΄ αιώνα, επί δε Τόκκων, ένας κλάδος της εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο, όπου και εξελληνίζεται με μικτούς γάμους. Ο Ντίνος Κονόμος στο βιβλίο του Άγιος Διονύσιος ο Πολιούχος της Ζακύνθου, Αθήνα 1969, αναφέρει ότι : «Ο Ιάκωβος Σιγούρος ψηφίστηκε σοπρακόμιτος κι έλαβε από την Βενετία ως jus patronato την ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας Λαουρένταινας, χτίζοντας μάλιστα ο ίδιος μ’ έξοδά του στο πλάι μοναστήρι. Με την διαθήκη του ο Ιάκωβος, διέταξε να ταφή στην εκκλησία της Παναγίας Λαουρένταινας, όπου ήταν θαμμένοι οι γονείς του …» Ο Ιάκωβος, γιός του Νούκιου Σιγούρου παντρεύτηκε την Ισαβέλλα Μονδίνου και απέκτησε εφτά παιδιά. Ο δευτερότοκος γιός του, ονόματι Νούκιος, (ήταν ο πατέρας του Πολιούχου και Προστάτη της νήσου Αγίου Διονυσίου), και όπως τα αδέλφια του Μάρκος και Κωνσταντίνος εκλέγονται από τη Βενετία σοπρακόμιτοι. Ο Νούκιος έδειξε παραδειγματική ανδρεία ως Διοικητής του Brazzo της Μάνης. Υπηρέτησε και ως Διοικητής στραδιωτών, στο πεζικό της Βενετίας, όπου επίσης διακρίθηκε σε διάφορες μάχες στις οποίες πολέμησε με γενναιότητα και πίστη. Το 1539 παντρεύτηκε με την αρχοντοπούλα Παυλίνα Μάρκου Βάλβη. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκαν τρία παιδιά. Ο Κωνσταντίνος, ο Δραγανίγος (Άγιος Διονύσιος) και η Σιγούρα. Βλέπουμε λοιπόν ότι η οικογένεια Σιγούρου είχε άμεση σχέση με το Ναό της Λαουρένταινας στο Φρούριο. Ο Νούκιος Ιακώβου Σιγούρος αμέσως μετά το γάμο του (1539) με την Παυλίνα Μάρκου Βάλβη, εγκαταστάθηκαν σε μια οικία στην πόλη του Αιγιαλού (περιοχή ενορίας Αγίου Νικολάου των Ξένων). Θα μπορούσε, γράφει ο Ντίνος Κονόμος, να μείνει στο Κάστρο ανάμεσα σε στενούς συγγενείς και στην οικογενειακή ενορία της Παναγίας Λαουρένταινας. Και θα ήταν πιο ασφαλής αυτός και η οικογένειά του από τις επιδρομές των Τούρκων και των πειρατών. Ήταν όμως σοπρακόμιτος και πολέμαρχος, έτοιμος να συμμετάσχει σε ναυμαχίες και συγκρούσεις στη στεριά. Ένα χρόνο πριν γεννηθεί ο Άγιος (1547), ο πατέρας του αντάλλαξε το προικώο οίκημα του αιγιαλού με το προικώο του άρχοντα Εμμανουήλ Βλαστού, στο ρεπάρο της συνοικίας της Santa Maria delle Grazie, Υπεραγίας των Χαρίτων. Στη θέση που βρισκόταν η οικία που γεννήθηκε ο Άγιος, σήμερα επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα βεβαιώνει το γεγονός, ενώ δυστυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο με την θέση της οικίας που κοιμήθηκε (1622), ενώ στην προσεισμική πόλη υπήρχαν και στις δύο οικίες αντίστοιχες πινακίδες. Επί Αγγλοκρατίας όλα τα κτήρια και οι ερειπωμένοι ναοί του Κάστρου καταλήφθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως χώροι στρατιωτικοί. Ο ναός και η μονή της Παναγίας Λαουρένταινας ήταν σε πλήρη εγκατάλειψη . Έτσι οι ενορίτες μετέφεραν την εικόνα της Θεοτόκου καθώς και τα ιερά σκευή και τις άλλες εικόνες του Ναού στην πόλη, στο ναό της Αγίας Τριάδας. Από εκεί τη Δευτέρα του Πάσχα μεταφερόταν η εικόνα στην Αγία Τριάδα στο Βόϊδι, όπου γινόταν πανηγύρι. Λόγω όμως του δύσβατου της περιοχής αποφασίστηκε να γίνεται η μεταφορά και το πανηγύρι στο ναό, στην Τριμάρτυρη του Ακρωτηριού, και αργότερα (1888) στον κοντινό ναό της Υπαπαντής. Στις αρχές του 20ου αιώνα αποφασίστηκε να γίνεται το πανηγύρι στο ναό του Αγίου Νικολάου του Ψηλώματος στη Γαϊδουροταβέρνα. Εκεί μέχρι και σήμερα, πρωί, πρωί γίνεται η μεταφορά της εικόνας από το Ναό της Αγίας Τριάδας της πόλεως, και ακολουθεί θεία λειτουργία και το βραδάκι με λιτανεία πραγματοποιείται η επιστροφή της με τη συνοδεία του κλήρου, πλήθος λαού και της φιλαρμονικής. Σύμφωνα με μαρτυρία του Αντωνίου Ιωάννου Καρδιανού – Μπούκιου, κατοίκου της συνοικίας της Αγίας Τριάδος, έχει ακούσει από γέροντες, ότι στα προσεισμικά χρόνια η εικόνα της Παναγίας Λαουρένταινας, μεταφερόταν εις το Ναό της Αγίας Τριάδας, στην περιοχή Φάφλα, όπου παλιά υπήρχε Μοναστήρι, απέναντι από τη νησίδα Βόϊδι, με μαούνα την οποία ρυμουλκούσε σκάφος που κινείτο με μηχανή. Οι κάτοικοι της συνοικίας ακολουθούσαν με διάφορα πλεούμενα, ενώ πολλοί έφταναν στην περιοχή και οδικώς. Σαν έφτανε η εικόνα στο Ναό, ετελείτο Θεία Λειτουργία και ακολούθως ακολουθούσε γεύμα που παρασκεύαζαν επί τόπου, καθότι μετέφεραν από την πόλη διάφορα φαγώσιμα. Τα φαγητά τα μετέφεραν σε καλάθια και βαντάκες. Έστρωναν μεσάλες στο έδαφος, άπλωναν κουρελούδες και πατανίες και έτρωγαν. Νερό έπαιρναν από πηγή που βρίσκεται στην περιοχή. Η επιστροφή της εικόνας γινόταν το απόγιομα, εν ήδη λιτανείας, οδικώς, ακολουθώντας την οδό του Ακρωτηρίου, αρχικά μέσα από τις ελιές. Στη διαδρομή σταματούσαν την πομπή και έκαναν δέηση. Πρώτη στάση γινόταν στο ναό των Τριών Μαρτύρων της πίστης μας τον αφιερωμένο στους μάρτυρες Αναστάσιο, Γεώργιο και Λουκία. Η τριπρόσωπη εικόνα των τριών μαρτύρων έφτασε στο νησί ύστερα από την πτώση του Χάνδακα από Κρήτες πρόσφυγες. Άγνωστη η τύχη της αρχαίας εκείνης εικόνας. Αντίγραφό της υπάρχει σήμερα ενσωματωμένη στο τέμπλο του μετασεισμικού ναού. Δεύτερη στάση γινόταν στο ναό της Παναγίας της Κρυονερίτισσας, την Παναγία στην Πούντα. Τρίτη στάση γινόταν μπροστά από το κατάστημα των φυλακών. Στον περίβολο των φυλακών υπήρχε ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος. Η λιτανεία ολοκληρωνόταν όταν έφταναν στο ναό της Αγίας Τριάδας. Στο πλάτωμα που υπήρχε απέναντι από το ναό είχαν τοποθετήσει παγκάδες και πάγκους, που είχαν φέρει από τις ταβέρνες της γειτονιάς και συνέχιζαν το φαγοπότι. Είχε προηγηθεί από ενωρίτερα το ψήσιμο αμνοεριφίων. Αδελφωμένοι οι πανηγυριστές απολάμβαναν το φαγητό τους, ενώ το ταμπουρλονιάκαρο που έπαιζε από το πρωί στου Φάφλα, συνέχιζε να παίζει μέχρι αργά. Στην περιοχή όπου βρισκόταν το νησάκι Βόϊδι, σήμερα έχει διαβρωθεί και αφανιστεί από τους αέρηδες και τα κύματα της θάλασσας, συντελέστηκε ένα από τα θαύματα που έκανε εν ζωή ο Άγιος Διονύσιος. Το θαύμα έχει καταγραφεί στην Ασματική Ακολουθία του Γεωργίου Σύπανδρου και ψάλεται στην μνήμη της Κοίμησής Του στις 17 Δεκεμβρίου. Αναφέρεται στο θαύμα της ευλογίας των διχτύων των ψαράδων. Ένας άρχοντας προσκάλεσε τον Άγιο μαζί με άλλους φίλους του ιερωμένους και λαϊκούς, να πάνε προς το νησάκι Βόϊδι, δια θαλάσσης εκδρομή και να ρίξουν οι ψαράδες, που ήταν μαζί τους, τα δίχτυα τους και να ψαρέψουν, ενώ εκείνοι θα επισκέπτονταν το ναό της Αγίας Τριάδος και το μοναστήρι που ήταν εκεί κοντά. Μόλις επιβιβάστηκαν στο σκάφος οι προσκαλεσμένοι του άρχοντα, οι ψαράδες άρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ τους και να λένε ότι αφού μπήκαν ιερωμένοι στο σκάφος δεν θα πάει καλά το ψάρεμα. Σαν έφθασαν στην περιοχή όπου βρισκόταν το μοναστήρι οι καλεσμένοι βγήκαν στην ξηρά να ξεκουραστούν και οι ψαράδες ύστερα από εντολή του άρχοντα πήγαν για ψάρεμα. Έριξαν στη θάλασσα τα δίχτυα και ύστερα από κάμποση ώρα επέστρεψαν χωρίς να πιάσουν ψάρια. Ο άρχοντας στεναχωρήθηκε και οι ψαράδες σχολίαζαν την παρουσία των ιερωμένων, που σύμφωνα με τις δεισιδαιμονίες της εποχής τούς θεώρησαν υπεύθυνους της αποτυχίας τους. Βλέποντάς τους ο Άγιος ζήτησε να μάθει την αιτία της λύπης του άρχοντα και την αιτία της γκρίνιας των ψαράδων. Εκείνοι δίστασαν να του πουν, όμως ο Άγιος κατάλαβε το πρόβλημα. Τους κάλεσε να φέρουν να δίχτυα τους και φορώντας το πετραχήλι Του, ανάγνωσε ευχή και τα ευλόγησε. Απευθυνόμενος στους ψαράδες τους είπε δείχνοντας προς την θάλασσα : «Πηγαίνετε σε εκείνο το μέρος της θάλασσας και ρίξετε τα δίχτυα σας και θέλετε πιάσει ιχθύς πολλούς.» Οι ψαράδες απευθυνόμενοι στον Άγιο του είπαν : «Δέσποτα, εμείς πηγαίνουμε με την ευχή σου να σας υπηρετήσουμε σήμερα, αλλά ο τόπος εκείνος που μας υποδεικνύεται δεν είναι ψαρότοπος, ποτέ δεν πιάσαμε ψάρια εκεί.» «Θέλω να ρίξετε τα δίχτυα σας εκεί οπού σας λέγω» τους προέτρεψε ο Άγιος. Πήγαν λοιπόν χωρίς τη θέλησή τους και έριξαν τα δίχτυα τους και τα σήκωσαν γεμάτα από πληθώρα ψαριών. Τότε έπεσαν μπροστά στα πόδια του Αγίου και μετέτρεψαν την δυσπιστία και δεισιδαιμονία τους σε πίστη. Το θαύμα έχει εικονογραφηθεί σε πίνακα του Νικολάου Κουτούζη, με περιεχόμενο θέματα από τη ζωή και τα θαύματα του Αγίου, που υπάρχει στο τέμπλο του ναού του Αγίου Διονυσίου στην πόλη της Ζακύνθου. Υπεραγία Θεοτόκος Λαουρένταινα: Η εικόνα έχει αργυρόγλυπτη επένδυση, εκτός των προσώπων του Θείου Βρέφους και της Θεοτόκου. Στο πίσω μέρος του ασημιού είναι χαραγμένη η επιγραφή «Μήτηρ Θεού. Η Κυρά η Λαουρένταινα». Στο πίσω μέρος της εικόνας υπάρχει πίνακας του Δημητρίου Σπ. Πελεκάση «Η Υπαπαντή της Θεοτόκου» (1920). Η ξυλόγλυπτη καθέδρα είναι έργο του Αντωνίου Κουρελή και το χρύσωμά της έγινε από τους Αντώνη και Σπύρο Πανταζή (1926).
Πληροφορίες από Ντίνο Κονόμο – Ιστορικές Εικόνες της Παναγίας στη Ζάκυνθο.











