Το μπλόκο του Μόντε… Του ΠΑΝΟΥ ΑΜΠΕΛΑ

Μέσα στις επόμενες ημέρες, όταν θα περάσεις από τον Πλατύφορο, κοντοστάσου εκεί στο Μόντε (Ενεχυροδανειστήριο). Ανάμεσα στα σημερινά Αβάντ Γκαρντ και Εργατικό Κέντρο, έλαβε χώρα “το μπλόκο του Μόντε”, εκεί που οι ψίθυροι της κοινωνικής αναταραχής έγιναν κραυγές φωτιάς. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1799, χιλιάδες οπαδοί οι επονομαζόμενοι αφεντόπιστοι του Αντωνίου Μαρτινέγκου, συγκεντρώθηκαν με μια φλόγα να καίει όχι μόνο στα χέρια τους, αλλά και στις ψυχές τους. Ο όχλος είχε λάβει εντολή να σκοτώσει, να ανατρέψει τους ευγενείς που για αιώνες έστεκαν ακλόνητοι, κατασπαράζοντας κάθε ψήγμα αλλαγής. Πέρα από την πιθανότητα να κλέψουν τα γύρω σπίτια, λίγο τους ενδιέφερε που είχαν γίνει εργαλείο του δαιμόνιου «Μούλου». Ο Μαρτινέγκος, ο νόθος γιος του Γεωργίου Μαρτινέγκου και της Αναστασίας Δριμή, ήταν ένας παράξενος άνθρωπος, το σύμβολο του πλούτου, της τοκογλυφίας, αλλά και της εναντίωσης σε κάθε ανώτερη αρχή. Ανεξάρτητα αν αυτή η αντίδραση έκρυβε τον πόθο του να αποτινάξει τον τίτλο του μούλου και να αναγνωριστεί ως μοναδικός κυρίαρχος της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Μεγαλωμένος με τρία αδέρφια, τον Ιωάννη, τον Σπύρο και τον Ανδρέα, κληρονόμησαν τεράστια περιουσία και έχτισαν τη φήμη τους μέσω της τοκογλυφίας. Όμως, ο Αντώνιος δεν αρκέστηκε σε αυτό. Η οργή που ένιωθε απέναντι στους ευγενείς που τον περιφρονούσαν τον μετέτρεψε σε δεινό εχθρό της αριστοκρατίας. Μαζί με τα αδέρφια του, έγιναν ο φόβος και ο τρόμος της Ζακυνθινής κοινωνίας, εκφοβίζοντας, χτυπώντας και ακόμα σκοτώνοντας όποιον δεν συμμορφωνόταν στις απαιτήσεις τους. Το πρωί της επίθεσης, ο Μαρτινέγκος είχε ετοιμάσει το σχέδιο. Ο όχλος, υπό την καθοδήγηση του γαμπρού του, Στυλιανού Στραβοπόδη, περικύκλωσε το ενεχυροδανειστήριο, το κτήριο όπου συνεδρίαζαν οι ευγενείς. Η εντολή ήταν απλή: θα έκλειναν όλες τις εξόδους, θα στοιβάζονταν ξύλα στις εισόδους και θα έβαζαν φωτιά. Θα καίγονταν όλοι μέσα, μαζί με τον Ρώσο τοποτηρητή Τιζενχάουζεν. Αυτή θα ήταν η εκδίκηση του Αντωνίου.  Ο όχλος είχε συγκεντρωθεί. Οι φωνές τους βούιζαν στον αέρα, μια δύναμη ανυπόμονη να ξεσπάσει. Τα πρωτοπαλίκαρα του Μαρτινέγκου – ο Κολέλας και ο Πεθαμένος – ήταν έτοιμοι να δράσουν. Αλλά ο Μαρτινέγκος δεν ήταν πουθενά. Όλοι τον περίμεναν να ηγηθεί, να δώσει την εντολή που θα άναβε τη φωτιά της επανάστασης. Όμως η φιγούρα του ήταν άφαντη. Ο φόβος και η αμφιβολία τον είχαν κυριεύσει. Κρυμμένος στις σκιές της δικής του αδυναμίας, ο Αντώνιος είχε αποφασίσει να αναστείλει την εκτέλεση του σχεδίου, μα δεν πρόλαβε να ενημερώσει τους συνωμότες του εγκαίρως. Ο Στραβοπόδης, αναζητώντας λύση μέσα στη σύγχυση, φώναξε πως το σχέδιο ακυρώνεται. Η φλόγα της εξέγερσης άρχισε να σβήνει. Όμως, κάποιοι δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τόσο εύκολα. Τα πρωτοπαλίκαρα άρχισαν να βάζουν φωτιά στις εισόδους του κτηρίου και να λεηλατούν τα κοντινά αρχοντικά. Ξαφνικά, οι φωνές του όχλου έσπασαν από την οργή των Ρώσων στρατιωτών που όρμησαν έξω, διαλύοντας τη συγκέντρωση. Οι ευγενείς τράπηκαν σε φυγή, ενώ πολλοί από τους χωρικούς συνελήφθησαν. Κάποιοι διέφυγαν στην Πελοπόννησο, ενώ κάποιοι άλλοι δικάστηκαν και εκτελέστηκαν την επόμενη ημέρα, αφήνοντας πίσω τους μόνο τη στάχτη της αποτυχημένης εξέγερσης. Ο Μαρτινέγκος, ο εγκέφαλος της συνωμοσίας, είχε εξαφανιστεί. Οι Ρώσοι, έχοντας πληροφορίες για την εμπλοκή του, όρμησαν στο Καπνισέικο, το επιβλητικό του αρχοντικό. Όμως, το σπίτι ήταν άδειο. Ο Αντώνιος, σαν να τον κατάπιε η γη, είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Λίγο μετά, μια σκοτεινή φιγούρα με ένα γκρι άλογο διέσχιζε γρήγορα την κάμαρα του Αγίου Λαζάρου και χανόταν στα βάθη των βουνών, περιμένοντας, όπως πάντα, να τον βοηθήσει η τύχη του και η τεράστια περιουσία του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *