Οι αφορμές για να κάτσω να γράψω για έναν κρυμμένο αναξιοποίητο θησαυρό στο κέντρο του νησιού μας στάθηκε ένα άρθρο που βρήκα στο βιβλίο της Ελένης Αργυριάδου “Ζάκυνθος – Όπως την είδα και την φωτογράφησα”. Αλλά και ένα υπέροχο βίντεο που βρήκα στο διαδίκτυο του Αείμνηστου γείτονά μου και εκπληκτικού Ανθρώπου αλλά και Δημοσιογράφου Γιώργου Γεωργιάδη όπου είχε γυρίσει για την εκπομπή του “Πρόσωπα” για το ΙΟΝΙΑΝ CHANNEL. Δυστυχώς, τις 22 Οκτωβρίου του 2017 όταν ο Πεζοπορικός Σύλλογος Ζακύνθου “Με Παρέα χρωματίζουμε την ζωή” πραγματοποίησε εκδρομή και είσοδο με ξενάγηση στο Σπήλαιο δεν κατάφερα να πάω. Έτσι δανείστηκα φωτογραφίες από την κ. Ελένη Τράνακα όπου έχει δημοσιεύσει αρκετές σε προσωπικό της block. Το Σπήλαιο Χαγιώτη βρίσκεται στο Γύρι. Ας δούμε τι γράφει η Αείμνηστη Ελένη Αργυριάδου στο βιβλίο της όπου κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1976 για το Σπήλαιο:
Το άρθρο περιγράφει μία άλλη Ζάκυνθο, όμορφη, χωρίς υπερτουρισμό, πιο αγνή, πιο ανθρώπινη. Από το βιβλίο αυτό λοιπόν, η συγγραφέας πραγματοποιεί μία περιγραφή ενός (μέχρι τότε) ανεξερεύνητου Σπηλαίου στο Γύρι, του Σπηλαίου Χαγιώτη. Ας περιπλανηθούμε λοιπόν με τα μάτια της Μαρίας Αργυριάδου:
«Μόλις άρμεξε τα δυο, τρία γίδια του το πρωί ο κ. Παναγιώτης κι’ έφτιαξε το τυράκι της ημέρας, ξεκινούμε για την σπηλιά. Ένα μάτσο χοντρά κεριά πήρε μαζί του και δύο δυνατούς φακούς. Έχω και ‘γω τον δικό μου. Πάμε προς νότον του χωριού, σε χωματόδρομο φρεσκοανοιγμένον, ανάμεσα από αφημένα χωράφια. Ήταν καλλιεργήσιμα άλλοτε, μού εξηγεί ο κ. Παναγιώτης, μα φεύγουν λίγο λίγο τα χώματα. Γελάδια οδηγούμενα από γριές, (οι νέοι λείπουν στα ξένα), ανεβαίνουν τον δρόμο. Στην πόρτα τη σιδερένια του Νεκροταφείου, με τις μαρμαρένιες κολώνες, μάς περιμένει από μία ώρα ο Νιόνιος, δεκαπέντε χρονών γελαστό και σβέλτο παλικάρι, που θα μάς οδηγήσει στην σπηλιά. Δεν είναι εύκολο να βρει κανείς το στόμιόν της. Ο κ. Παναγιώτης άλλη μια φορά μόνον πήγε και δεν είναι σίγουρος. Ο Νιόνιος όμως την ξέρει καλά, είναι δική τους περιοχή. Έχασαν τα χωράφια το ζωηρό πράσινο χρώμα τους. Αρχίζουν να κιτρινίζουν τα στάρια. Αριστερά, προς ανατολάς, στρίβει τώρα ο δρόμος κι’ εμείς μαζί του. Σ’ ένα σημείον του στέκεται ο Νιόνιος. «Θα μπούμε τώρα μες στα θάμνα, μάς λέει». Χωρίς μονοπάτι, μέσα από κοντές κουμαριές, ασφαλαχτούς και βούκισα με τα τελευταία τους λουλούδια, κατεβαίνομε την απότομη πλαγιά φάτσα στον κάμπο. Όσο κατεβαίνομε, τόσο παρουσιάζονται τα χωριά. Αντίκρυ μας το Σκουλικάδο, πιο πέρα Κούκεσι, Πηγαδάκια, ως το Καταστάρι διακρίνονται καλά. Και οι Αλυκές, και ο Αίνος της Κεφαλλονιάς, μα μέσα σε ομίχλη, κι’ η θάλασσα γκριζωπή, δεν είναι καθαρός ο καιρός σήμερα. Ο Σκοπός αντίκρυ θολός. Τα χωριά προς νότον δεν φαίνονται, τα κρύβει μια προεξοχή, του βουνού που κατεβαίνομε. Μόνο το Πελούζο μόλις διακρίνεται, μες στην πρωινή γυαλάδα της θάλασσας του Λαγανά.
Σταθερά διευθύνεται ο μικρός, κατεβαίνοντας την Καμηλαύκα (έτσι το λεν το βουνό που πατούμε) προς μία λαγκάδα αριστερά μας και νάτο, στα μισά του κατεβάσματος, το στόμιον του Χαγιώτη. Μια μαύρη τρύπα στην γη, κρυμμένη από λίγα πουρνάρια κι’ από μια χαρουπίτσα. Δεν το βρίσκαμε μόνοι μας. «Θα κάνει ψύχρα μέσα», μού λεν, και βάζω το άνοράκ μου. Κατεβαίνομε το στόμιο και κι’ αφήνομε εκεί το σακίδιο με τις μηχανές. «Δεν τα πειράζει κανείς» με βεβαιώνουν. Μα ούτε και υπάρχει κανείς για να τα πειράξει σε μεγάλη ακτίνα γύρω.
Περί πολλού την έχουν τη σπηλιά του Χαγιώτη οι χωρικοί και οι Ζακυνθινοί εν γένει. Πώς είναι βαθειά, πώς έχει σταλακτίτες, πολλά μού έταζαν. Δεν είδα τίποτα απ’ αυτά. Έχει λίγους σταλακτίτες και σταλαγμίτες, πετσοκομμένους από τους επισκέπτας και τους χωρικούς, πολλά ονόματα γραμμένα απάνω τους με χρονολογίες (μέχρι του 1860 διάβασε ο Νιόνιος, που εννοούσε να τα διαβάσει όλα), και αρκετή λάσπη, γλίστρα και μουντζούρα από τα δαδιά που καιν μπαίνοντας. Κι’ αν άξιζε τίποτε κάποτε, την έχουν καταστρέψει. Ως μισή ώρα κάναμε να πάμε ως το βάθος της κατηφορίζοντας συνεχώς σε γλιστερά βράχια. Από ένα χαμηλό διάδρομο περάσαμε σκυφτοί, σε μια κεντρική μεγαλούτσικη αίθουσα φτάσαμε και πάλι κατήφορος και μια μικρότερη σάλα, με σειρά σπασμένους σταλακτίτες, ώσπου φτάνουμε στο τέλος σε ένα καμαράκι με μία κολώνα αριστερά μπαίνοντας. Τέρμα, δεν πάει άλλο. Περί τα 65 μέτρα, μού λεν πως είναι το όλον μήκος της. Νυχτερίδες ξεσηκώνομε εδώ στο βάθος. Έχουν τις φωλιές τους στα βράχια του θόλου και πετάχτηκαν τρομαγμένες από την έλευσί μας, στριφογυρίζοντας, σμήνος ολόκληρο, γύρω μας.
Θέλει όμως εξερεύνηση συστηματική το σπήλαιο. Μπορεί να ‘χει αίθουσες πιο μέσα. Στο τέρμα είναι μια τρύπα, που έριξε ο πατέρας του Νιόνιου χειροβομβίδα και δεν ακούστηκε ο κρότος της, μάς λέει το παιδί. Τόσο βάθος νάχει; Ή δεν έσκασε η χειροβομβίδα; Μήπως έπεσε σε νερό; Σπηλαιολόγος χρειάζεται να τα διερευνήσει. Και στην είσοδο δεξιά μάς έδειξε ο μικρός άλλη τρύπα, που την έφραξαν με έναν βράχο, να μην πέσει κανείς. Όσα ζώα μπήκαν, δεν ξαναβγήκαν, μάς λέει. Μόνο ένα σκυλί που το βαλαν επίτηδες, βγήκε στις Αλυκές! Κι’ αμέσως συμπέραναν οι χωρικοί, ότι ως εκεί φτάνει το σπήλαιον. Παραμύθια… Μπορεί όμως, αν εξερευνούσαν συστηματικά και τον Χαγιώτη και τις τόσες άλλες μικρότερες σπηλιές, που έχει τούτο το καρστικό οροπέδιο των βουνών της Ζακύνθου, να ευρίσκετο συγκοινωνία αναμεταξύ τους, να ανεκαλύπτετο πιο μέσα κανένα μεγάλο απείραχτο όμορφο σπήλαιον.
Έχει όλες τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο το έδαφος αυτό, και θα εσώζοντο έτσι τα φτωχά βουνίσια χωριά με την τουριστική αξιοποίησή του. Τώρα, κρίμα στο δρόμο που έφτιαξαν οι χωρικοί ελπίζοντας σε τουρισμό. Τούς το λέω καθαρά. Δεν έχουν ιδέα τί σπήλαια υπάρχουν στον κόσμο και φαντάζονται πως είναι κάτι το δικό τους το μουντζουρωμένο, με τους κατεστραμμένους σταλακτίτες και σταλαγμίτες”.










