Εις μνήμην… ΜΑΡΙΑΣ ΧΡ. ΡΟΥΣΕΑ “Η Νίνα. Φύλλα Ημερολογίου”

Το άρθρο που θα διαβάστε το έγραψε η προσφάτως εκλειπούσα ΜΑΡΙΑ ΧΡ. ΡΟΥΣΕΑ. Δημοσιεύθηκε στα “ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ” του κ. Διονύση Σέρρα (τεύχος Άνοιξη – Καλοκαίρι 2008) με τίτλο “Η ΝΙΝΑ”. Το αντιγράφω όπως ακριβώς έχει αποδίδοντας τιμή στην Μαρία Ρουσέα την Ζωγράφο…

“Αὐτὰ ποὺ ἀρχίζω νὰ γράφω εἶναι τὸ ἀπόλυτο βύθισμα σ’ ἕνα παρελθὸν σὰν τὰ βαθιὰ τῆς ὁλόμπλαβης θάλασσας. Ἔτσι κολυμπάω κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια, στὸ βυθὸ τῶν πρώτων χρόνων τῆς ζωῆς μου. Φοβᾶμαι μήπως δὲν τολμήσω νὰ τὰ δῶ ὅλα……. Οἱ τοῖχοι τῶν δωματίων μὲ γαλάζιο χρῶμα; Μπορεῖ!… Ἀλλὰ ἴσως καὶ νὰ τοὺς χρωματίζει, ἔτσι, ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς ἀγκαλιάζει σὲ ἀτμοσφαιρικὴ ἀχλύ.
Στὴ μέση τῆς κρεβατοκάμαρας —τὸ κεφάλι πρὸς τὴν ἀνατολή— (τοὺς πεθαμένους, ἔλεγε ἡ μάνα μου, τοὺς ξαπλώνουν πρὸς τὴ Δύση) τὸ διπλὸ κρεβάτι μὲ τὶς μπρούντζινες κολονίτσες, στὰ δεξιά του ἡ κούνια μου, ἐδῶ οἱ κολονίτσες ἄσπρες σὲ περικοκλάδα:
Ἡ ξανθή, ρόδινη γυναίκα, μὲ τὰ χρυσὰ μάτια, ἡ δική μου μαμά, μὲ κάλεσε νὰ φιλήσω τὴ γυμνὴ κοιλιά της, τὸ «ἀδερφάκι μου». Ἤτανε φουσκωμένη, λεία καὶ γυαλιστερή, τὴν ἀηδίασα —στὸ μέλλον θὰ εἶχα τὴν ἐμπειρία νὰ ἀντιπαθήσω ἀμετάκλητα ἐκεῖνα τὰ μωρὰ ποὺ τὰ περίμενε μὲ τόση λαχτάρα, τὴν κρατοῦσαν μακριά μου, μᾶς ἀπειλοῦσαν μὲ θάνατο καὶ ποτὲ δὲν ἔρχονταν, τὰ σιχάθηκα γιὰ πάντα. Τὴ φίλησα, ἤτανε χλιαρή.
Φιλὶ στὴν παγωμένη μάνα μου δὲν θέλησα νὰ δώσω, τὸ εἶχα σκάσει σὰν τὸν χειρότερο δειλό. Τὴν ἄφησα νὰ πεθάνει μοναχή της σ’ ἕνα Λαϊκὸ Νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας, γιομάτο μέχρι τὶς σκάλες ἀπὸ τραυματίες σεισμόπληκτους.
Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μία ἄλλη ἱστορία, ἀπὸ τὴ δεύτερη δεκαετία τῆς ζωῆς μου.
Τώρα γυρίζω στὴν πρώτη δεκαετία, ὅταν πρωτογνώρισα «τὴ μαμά μου»……., ποὺ δὲν εἶχα καὶ πολλὰ περιθώρια νὰ τὴν γνωρίσω, γιατί ὅλο καὶ κάπου ἀλλοῦ μὲ ἔστελναν νὰ λιβαδεύω.
Δὲν ξέρω τί ἔγιναν αὐτὲς οἱ δύο —«ἡ ἀδερφούλα μου», ὅπως μοῦ τὴν εἴπανε. Χαθήκανε γιὰ πολὺ καιρὸ μέσα σὲ χιλιάδες ἄλλες ἐντυπώσεις, δὲν ἤμουν κοντά τους, δὲν τὶς γνώρισα τότε……..
…Στὸ ἰσόγειο ἐργαστήριο, κάποια μέρα, ξάνοιξε ἕνα φῶς στὸ μυαλό μου καὶ πρόσεξα μία μεγάλη προσωπογραφία, τεράστια γιὰ τὰ μέτρα μου. Ἀποροῦσα πῶς ἔφτανε τόσο ψηλὰ ὁ μπαμπάς μου νὰ ζωγραφίζει μάτια, μύτη, στόμα, τόσο, ἄ! Θεέ μου, μὰ τόσο ὡραῖα!
Ἡ γυναίκα ἦταν ἄσχημη, στεγνή, στυφή, καθισμένη σὲ μία ὁλοπόρφυρη χλιδή, μ’ ἕνα σκύλο δίπλα της. Ὁ ἄνδρας της καλοῦσε πολλὰ γιὰ νὰ τιμήσει αὐτὴ τὴν πεθαμένη γυναίκα του: Ἀλλὰ ἀνάμεσα στοὺς τέσσερους, αὐτόν, τὴ γυναίκα του, τοὺς γονεῖς μου, ἐκτυλίχθηκε κάτι τὸ κακό, μπροστὰ σὲ κεῖνο τὸ πορτραῖτο, ποὺ μὲ γέμισε ἀγωνία καὶ λύπη γιὰ τὸν πατέρα μου καὶ ἀγανάχτηση.
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὅλο εὕρισκε πὼς κάτι δὲν τοῦ ἀρέσει, ἡ μαμά μου φούντωνε ὁλοκόκκινη καὶ τὰ —τσακίρικα, τῆς τὰ ἔλεγαν— μάτια της γίνονταν πράσινα σὰν ἀνεμοδαρμένο δάσος. Κάπνιζε συνέχεια καὶ οἱ καπνοὶ ἔβγαιναν σύννεφο φαιὸ ἀπὸ τὰ μακρόστενα ρουθούνια της, σὰν τὸν ταῦρο τοῦ Θησέα, ποὺ ἔβλεπα σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ λεξικὰ τοῦ μπαμπᾶ μου.
Ἔτσι γνώρισα, κατάλαβα, πὼς ἔχω καὶ μία μαμά.
Ὁ μπαμπάς μου, σκαλωμένος πάνω στὴν παλέτα του, ὠχρὸς καὶ ἄβουλος, βιαζόταν νὰ διορθώνει ὅ,τι ὁ ἄλλος ζητοῦσε.
—«Μὴ διορθώνεις, μπαμπά μου! Μὴ διορθώνεις— ἔλεγα μὲ πίκρα καὶ ντροπὴ μέσα μου, κρυμμένη κοντὰ στὴν πόρτα. Ἔτσι κατάλαβα, ἐπίσης, ὅτι εἶχα καὶ κάποια… συγγένεια στὸν χαρακτῆρα τῆς μαμᾶς μου! Ἡ μαμά μου ἔκανε ἐπίδειξη δύναμης: «Θὰ τῆς βάλω κέρατα, θὰ τῆς ἀνάψω καντήλι σὰν τὸν Κουτούζη! —«Μπαμπά, ποῖος εἶναι ὁ Κουτούζης;».
Ἡ μαμά μου εἶχε τὴ δική της καρέκλα δίπλα στὸ καβαλέτο, καθότανε μὲ τὶς ὧρες καὶ κάπνιζαν κουβεντιάζοντας, πάντα ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της.
Σιγά-σιγά, κάποια στιγμή, ὅταν ἄρχισα νὰ κατεβαίνω μόνη μου τὴ σκάλα, παραμερίζω τὴ μαμά μου, τὶς γνῶμες της, γιατί τώρα ἔχω ἐγὼ λόγο νὰ λέω πῶς μοῦ φαίνονται τὰ πράγματα καὶ γιατί σὲ ὅλες τὶς ἁγιογραφίες ἢ ἄλλες συνθέσεις, ποζάρω εἴτε μὲ χιτῶνες εἴτε μὲ πουκαμίσες, χέρια, πόδια, γονατιστή, ὄρθια, καθιστή.
—«Τώρα θὰ τὴν κάνεις καὶ ζωγράφο τὴ “θυγατέρα σου;”. Ἐδόθηκε, θὰ βρεῖ κανέναν ὅμοιό της, ἡ πεῖνα καὶ ἡ δίψα!». Δὲν ἄρεσα στὴ μαμά μου! Εἶχε τώρα τὸ ξανθὸ ἀγγελούδι της.
Ὁ φοῦρνος τοῦ Νόνου μου ἤτανε ἡ οἰκογενειακὴ ἑστία, ἡ ἄσβεστη φλόγα, ὅλοι μᾶς ἐκεῖ γύρω κουρνιάζαμε. Γι’ αὐτὸν τὸν Παπάκη της δὲν ἄφησε τὸν πατέρα μου νὰ φύγουνε γιὰ τὸ Μόναχο νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του. —«Ὄχι, Χρῆστο μου, ὁ καημένος ὁ Παπάκης μόνος του στὴ Ζάκυνθο;». Ἤρθανε καὶ ἀράξανε ἐδῶ.
Δὲν εἶχα σχέση ἰδιαίτερη μὲ τὴ μαμά μου, οὔτε τὴν ἀγκαλιά της θυμᾶμαι, βοσκόμουν ἀλλοῦ, μόνο τὴ νύχτα κοιμόμουν στὸ σπίτι μου ἢ ὅταν ἦταν νὰ ποζάρω γιὰ κάποιο πίνακα.
Ἀλλὰ σίγουρα ἤμουν πάντα μὲ τὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα μου σὲ ὅλα.
Τὸ Βενιζέλο ἀγάπαγε ὁ πατέρας μου; Τὸ Βενιζέλο κι ἐγώ. Ἡ μάνα μου ἀγάπαγε τὸν πατέρα της. Μὲ τὸν Κωνσταντίνο ἤτανε ὁ Νόνος μου; Μὲ τὸν Κωνσταντίνο κι ἐκείνη.
Ἀλλὰ ὅλα γιὰ τὴν Ἑλλάδα! Μεγάλη πατριώτισσα, τί περήφανη πατριώτισσα!
Ἀπὸ τὸ πάθος ἐκείνης ἀγάπησα κι ἐγὼ τὴν Ἑλλάδα σιγά-σιγά!
—«Βλέπεις τὸ πουλὶ τὸ Φοίνικα; Καίγεται καὶ ξαναβγαίνει ζωντανὸ ἀπὸ τὶς στάχτες του. Ἔτσι εἶναι ἡ Ἑλλάδα. Τὴν πολεμᾶνε, τὴν σκλαβώνουν, ἀλλὰ αὐτὴ ἀναγεννιέται»!
…Πολὺ συχνὰ γινόντουσαν ὁμηρικοὶ καυγάδες, δὲν ξεχώριζα καλὰ-καλὰ τὸ λόγο, ἀλλὰ ὅποια καὶ νἄταν ἡ αἰτία ἐγὼ ἤμουν μὲ τὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα μου.
Γιατὶ ἐκεῖνος δὲ μιλοῦσε καὶ δὲ φώναζε ποτέ, μόνο ἀναστέναζε!
Ἔβαζε τὴν παλάμη στὸ στῆθος, τὰ μάτια νὰ κοιτάζουν τὸν οὐρανὸ σὰν τοὺς Σταυρωμένους Χριστούς του ἢ τοῦ Γκρέκο ποὺ τοῦ ἄρεσε κιόλας, καὶ ἡ μαμά μου νὰ χτυπάει τὸ τραπέζι μὲ τὸ χέρι της, νὰ φωνάζει, νὰ ἀστράφτει καὶ νὰ βροντάει!
Ὑποψιάστηκα κάπως τὴν αἰτία τῶν καυγάδων τότε ποὺ ὁ μπαμπάς μου ζωγράφιζε τὴ μεγάλη σύνθεση μὲ τὴ «Γέννηση τῆς Ἀφροδίτης» γιὰ τὸ ταβάνι τοῦ Ρωμιάνικου Καζίνου.
Κάποια στιγμὴ ἔρχεται ἡ μαμὰ στὸ δωμάτιο ποὺ ζωγραφίζαμε, δηλαδή, γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, ἐγὼ παρακολουθοῦσα, ὅπως πάντα, καὶ λέει ἀνάβοντας τὰ μάτια της σὲ σπίθες:
—«Γιατὶ ἡ Ἀφροδίτη μελαχρινή; Ποίανε ἔχεις στὸ μυαλό σου;».
Αὐτὸ ἤτανε, ἡ Ἀφροδίτη στὴ στιγμὴ ἔγινε ξανθὴ μὲ σκαλωτὰ μαλλιὰ σὰν τῆς μαμᾶς μου!
Λοιπόν, κατάλαβα ὅτι οἱ γυναῖκες ἤτανε ἡ αἰτία!
Μὰ εἶναι δυνατό, ὁ μπαμπάς, τόσο ἄσχημος ἄνθρωπος! Ὀθέλλο καὶ Δυσδαιμόνα τοὺς λέγανε στὴν ἀρχὴ οἱ Ζακυνθινοί, ὅταν ἤρθανε νιόπαντροι, καὶ ἡ σκληρὴ γιαγιά μου τὸν ἔλεγε Χαϊλὲ Σελασιέ. Ἤτανε βλέπεις πολὺ μελαχρινός.
Ἡ μαμά μου εἶχε παραδοθεῖ ἐντελῶς στὸ σόϊ της, ὅ,τι θέλανε την κάνανε, οἱ ἀδελφές της, οἱ ἐξαδέλφες, ὁ Νόνος μου καὶ ἡ γιαγιά μου. Ἡ γιαγιά μου ξέρω πὼς κάπως τὴν περιφρονοῦσε, γιατί ἦταν «χαμηλοῦ ἐπιπέδου». Αὐτή, σύζυγος καθηγητῆ, ἔκανε παρέα μὲ ὅλους τοὺς κατατρεγμένους, φτωχούς, ψαράδες, ὑπηρέτριες —τὶς ἔβαζε στὸ τραπέζι της νὰ τρῶνε μαζί μας— κουμπάρους! Κουμπάροι πολλοί. Βάφτιζε καὶ πάντρευε, ὅσους εἴχανε ἀνάγκη, ἡ μαμά.
Μέσα μου ἤξερα πὼς ἡ γιαγιά, ἡ μαεστρόζα Ὄλγα, εἶχε δίκιο, τὴ λυπόμουν τὴ μαμά μου καὶ δὲν μποροῦσα ν’ ἀγαπήσω τὴ γιαγιά μου. Τὴ θαύμαζα, ὅμως, γιὰ τὴ σπιρτάδα τοῦ μυαλοῦ της καὶ τὴν ἀτσάλινη σκληρότητά της. Δὲν τῆς ἔμοιαζε ἡ Νίνα.
Πόσους δὲν ἀγαποῦσε ἡ μαμά μου! Ἀκόμη καὶ κάτι ἐξόριστους Τούρκους ἀπὸ τὴν Κομοτινή. Τοὺς μάζευε ἐκεῖ στὸ σπίτι, στὸ Κρυονέρι, γιὰ νὰ τοὺς δίνει καφέ. —«Κακόμοιροι, ἔλεγε, κι αὐτοὶ μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους»! Οἱ δύο γυναῖκες μὲ φερετζέδες, ἡ κόρη στρογγυλοπρόσωπη σὰν ἄσπρο φεγγάρι, ἡ μάνα μὲ μάτια κάρβουνο κακό. Τί στὸ καλό, κατάσκοποι ἤτανε…
Καὶ τοὺς φυλακισμένους, ποὺ περνοῦσαν μὲ τὸ κυλιστὸ βαρέλι γιὰ νὰ κουβαλήσουν νερὸ στὶς φυλακές, ἤξερε τὴν ὥρα, εἶχε ἕτοιμο καφὲ γιὰ κείνους καὶ τὸν χωροφύλακα ποὺ τοὺς συνόδευε μὲ τὸ ντουφέκι κρεμασμένο στοὺς ὤμους. «Ποιός ξέρει, γιατί σκότωσαν οἱ κακόμοιροι»!
…Ἡ Νίνα μαγείρευε σὲ μία μεγάλη παδέλα, πήλινη τότε, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο! Ἐμεῖς εἴμαστε τέσσεροι, ἀλλὰ τὸ τραπέζι στρωνόταν γιὰ πολλούς, ὅσοι καὶ νἄρχονταν. Ἀκόμα θυμᾶμαι τὶς ὡραῖες μυρωδιὲς ἀπὸ τὶς κατσαρόλες της. Ἔφτιαχνε τὸ Φθινόπωρο ἕνα σωρὸ γλυκὰ ἀπὸ φροῦτα τοῦ Κρυονεριοῦ, σῦκα, σταφύλια, κυδώνια. Μᾶς ἔφερναν μέλι ἀπὸ τὸ Βασιλικό, κερήθρες ποὺ μοσκοβόλαε ὁ τόπος! Τὸ κελάρι ἤτανε γιομάτο γιὰ ὅλους, ἔδινε, ἔδινε! Δὲν κράτησε πολὺ αὐτὸ γιὰ μένα, ὥσπου νὰ καταλάβω. Κηρύχτηκε ὁ πόλεμος μπαίνοντας στὴν δεύτερη δεκαετία τῆς ζωῆς μου καὶ σ’ αὐτὴν τὴν δεκαετία γνώρισα τὴ μαμά μου καὶ ἂς μὴν ἀπέκτησα ἰδιαίτερη σχέση μαζί της, ἀγκαλιές, φιλιὰ καὶ τέτοια. Εἶχα συνηθίσει νὰ εἶμαι πέρα, εἶχα συνηθίσει τὴ μυρωδιὰ τοῦ ἐργαστηρίου, χρώματα, βερνίκια…
Ἤταν κοντά μας καὶ ἤμουν κοντά της. Ἄσε ποὺ κατάλαβα ὅτι εἶχε δίκιο γιὰ τὶς ἀγαπητικὲς τοῦ πατέρα μου, τοῦ ἄσχημου!!
«Θὰ νικήσουμε, θὰ ζήσουμε!», μᾶς ἔλεγε μέσα στοὺς βομβαρδισμοὺς καὶ τὴν πείνα. Ἡ Ἑλλάδα θὰ νικήσει! Ἤτανε ὄρθια πάντα, προχωροῦσε. Ἀρρώστησε ὄρθια! Στὴν κατοχή…
Ἂχ Θεέ μου, ἐκείνη ἡ κατοχή! Ἦρθε ὁ μελανοχίτωνας στὸ σπίτι μας γιὰ ἔρευνα, ἡ μάνα μου ἔκαιγε τὶς ἐφημερίδες μου τοῦ πολέμου — ἐγὼ δὲν ἤμουν ἐκεῖ. «Τί καῖτε ἐδῶ, Κυρία;», ἐρώτησε ὁ Ἰταλιάνος. «Καίω ἐφημερίδες! Ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὶς φλέβες μου μπορεῖς νὰ μοῦ βγάλεις τὸ αἷμα μου καὶ νὰ τ’ ἀλλάξεις;», τοῦ εἶπε ἀγριεμένη.
«Καλά, Κυρία, φεύγω».
Μᾶς καλέσανε στὴν Καραμπινιερία. Ἐγὼ ἤξερα τὸ λόγο, τὴν προετοίμασα.
«Ποιὸς σᾶς εἶπε νὰ πᾶτε στὸν τάφο τοῦ Ἄγγλου νὰ βάλετε λουλούδια; Ποιός;».
«Ἐγὼ μόνη μου ἐπῆγα. Εἶναι ἕνας σκοτωμένος σὲ ξένο τόπο!». —«Τὸ ξέρεις πὼς θὰ πᾶς φυλακὴ καὶ θὰ φύγεις ἀπὸ τὸ σχολεῖο, γιατί εἶσαι σὲ κάποια ὀργάνωση;». Μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες —νὰ μὴ δεῖ κιόλας ποὺ ἔτρεμα— σήκωσα τοὺς ὤμους μου. (Εἴχανε γίνει μεγάλα ἐπεισόδια στὴν κηδεία τοῦ Ἄγγλου, μᾶς εἶχαν κόψει καὶ κεῖνο τὸ λίγο ψωμὶ ποὺ μᾶς ἔδιναν γιὰ δέκα μέρες). Τότε ἡ μάνα μου ἄρχισε νὰ φωνάζει —περισσότερο ἀπὸ τὸν Ἰταλό!.
«Πῶς ἔφυγα ἀπὸ τὸ σπίτι, πῶς πῆγα στὸ νεκροταφεῖο, ποιὸν ρώτησα; Ἔ! Ἔ! Ἔ!».
«Καλά, καλὰ Κυρία, ἀφῆστε τὸ παιδί! Πᾶρτε το καὶ φύγετε!». Πάλι τὴ γλιτώσαμε.
Κάποια μέρα ἦρθε στὸ Γυμνάσιο καὶ μὲ πῆρε, εἴχαμε μάθημα μὲ τὸ Λευτάκη, μὲ πῆγε στὸ μαγέρικο τοῦ Τσιλιώρη, ποὺ μύριζε νερόβραστη λαχανίδα, στὸ καντούνι τοῦ Ἁγίου Γιαννιοῦ.
Κάτι σιωπηρὲς συνεννοήσεις μὲ τὸ μάγειρα, μᾶς ἀνεβάζει σὲ μία στενὴ σκάλα, καθόμαστε σ’ ἕνα μακρὺ τραπέζι, φέρνει ἕνα πιατάκι μὲ κάτι κομματάκια κρέας σάλτσα! Θεέ μου!
Στὸ ἄλλο τραπέζι, στὴ γωνία, καθότανε ὁ Μαρεσσάλος, ποὺ μᾶς εἶχε ἀνακρίνει! Ἐκάμαμε πὼς δὲν τὸν εἴδαμε, τὸ ἴδιο κι ἐκεῖνος! Ἂ, Θεέ μου, τίς κρέας ἤτανε ἐκεῖνο, νόστιμο. Πόσο καιρὸ εἶχα νὰ φάω κρέας! «Ἐσὺ μαμά;» —«Ἔχω φάει!». Αὐτὸ τὸ «ἔχω φάει!» κι ὅλο ἀδυνάτιζε, ἀδυνάτιζε! Πολὺ ἀργότερα, ὅταν εἶχαν φύγει οἱ Ἰταλοὶ καὶ τριγύριζα στοὺς δρόμους, κάποια γυναίκα στὶς Βαρρές, μοῦ εἶπε: «Ἡ καημένη ἡ μαμά σου, ἐμάζευε χόρτα ἐδῶ γύρω στὰ χωράφια καὶ ἐλιποθύμησε, τὴν πήραμε στὸ σπίτι! Τῆς δώσαμε λίγο λαδάκι, λίγο καλαμπόκι…». Ἐλιποθύμησε στὰ χωράφια, δὲν ξέραμε τίποτα, ἡ μάνα μου!
Ἂχ μάνα μου, μάνα μου! Ἡ κατσαρόλα ἔβραζε γιὰ ὅλους, τὰ λάχανα χωρὶς ἁλάτι, χωρὶς λάδι καὶ ἡ πανιότα τοῦ Ἰταλοῦ ἢ τοῦ Γερμανοῦ ἀργότερα, η σικαλένια, κοβόταν στὰ 12 κομμάτια κι ἕνα γιὰ ὁποιον χτυπήσει τὴν πόρτα! Ἂχ μάνα μου, μάνα μου! Τὰ πούλησε, ὅλα, τὴν καρυδένια σαλοτραπεζαρία της, σ’ ἕνα χασάπη, τὰ χρυσαφικά της, τὶς ΒΕΡΕΣ της!!!
«Θὰ ζήσουμε, νὰ δοῦμε τὴν Ἑλλάδα Ἐλεύθερη! Εἶπε ὁ Τσώρτσιλ ὅτι θὰ φᾶμε μὲ χρυσὰ κουτάλια!!!». Ἐκείνη ὅλο ἀδυνάτιζε, ἄρχισε νὰ ἔχει πυρετούς! Μία μανία θέριευε στὸ κεφάλι μου, δὲν μποροῦσα νὰ κάμω τίποτα, ἄρχισα νὰ βλαστημάω καὶ τὸ σόϊ της, ποὺ ὅλοι περιμένανε ἀπὸ τὸν πατέρα μου.
Ὁ πατέρας μου γιὰ νὰ πάει στὸ Γυμνάσιο, ποὺ ἦταν μεταφερμένο, γιὰ τοὺς βομβαρδισμούς, στὸ Γαϊτάνι, στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γιάννη, ἔβαζε χαρτόνια μέσα στὰ τρύπια παπούτσια του καὶ τὰ ἔδενε μὲ σπάγγους, τὸ βρακί του τὸ ἐδίπλωνε καὶ τὸ ἔσφιγγε μὲ τὸ λουρὶ ποὺ τοῦ ἄνοιγε συνέχεια τρύπες! Ἡ μάνα μου συνέχισε νὰ ἔχει πυρετοὺς κι ἀφοῦ ἔφυγαν οἱ Γερμανοὶ κι ἦρθαν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ. Ἕνας τέτοιος πυρετός της μὲ ἐμπόδισε νὰ πάω στὴν κρυφὴ συγκέντρωση τῆς Νεολαίας τοῦ ΕΔΕΣ. Εἶχε παραμιλητὸ κι ἔλεγε ὅτι τῆς πῆραν τὸ μάτι της. Ἦταν κοντά της ἡ Ζαχαρούλα, ἡ φίλη μας. «Ποῦ θὰ πᾶς, παιδάκι μου, ποὺ ἡ μαμά σου εἶναι τόσο ἄρρωστη;». Ἐφοβήθηκα. Μετὰ ὑποψιάστηκα ὅτι τὄκανε ψέματα, γιατί ὅταν πέρασε ἡ ὥρα τῆς συγκέντρωσης τῆς ἔπεσε ὁ πυρετός! Πῶς θὰ πήγαινα στὴν ἄλλη μεριὰ τῆς Χώρας, στὸ σπίτι τῶν Ραζήδωνε, κοντὰ στὸν ἅγιο Λευτέρη, νὰ διασχίσω μία χώρα μὲ ἔνοπλους, ποὺ ὁ ἕνας σκότωνε τὸν ἄλλον μέσα στὰ καντούνια καὶ πίσω ἀπὸ τὶς κολῶνες!
Ἤξερα ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη μου εἶχα τὸν πατέρα μου μὲ τοὺς πρὶν ἢ νῦν μαθητές του καὶ τώρα ΕΠΟΝΙΤΕΣ ἢ ΕΛΑΣΙΤΕΣ ἢ ΕΔΕΣΙΤΕΣ. Ἦταν καὶ ὁ Μίμης ὁ Λογαρᾶς, ποὺ μὲ φύλαε!
Κι ἔκανα τὸ παλικαράκι ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς!
Τελείωσε ὁ πόλεμος.
Ἡ μάνα μου προσπαθοῦσε νὰ ἀνασυντάξει τὸ σπιτικό της. Ἐπῆγα στὸ Πολυτεχνεῖο.
Ἐγύριζα στὴ Ζάκυνθο καὶ εὕρισκα τὴ μάνα μου αἰσιόδοξη, ὁλόρθη καὶ πάντα πιὸ ἀδύνατη. Ἑτοιμάζαμε τὸ σπίτι γιὰ τὰ πρῶτα Χριστούγεννα Εἰρήνης, ὅπως μπορούσαμε, ἡ μάνα μου ἔφτιαξε κουραμπιέδες καὶ ραβανί, ἐγὼ ἐστόλισα καὶ δέντρο! Γιὰ πρώτη καὶ τελευταία φορὰ στὸ πατρικό μου σπίτι.
Πυρετός, πόνοι στὸ κεφάλι, πόνοι στὸ λαιμό.
Περπατώντας ἕνα μεσημέρι στὸ Ψήλωμα, βλέποντας ἀνθισμένες ἀμυγδαλιές, ξαφνικὰ ἔσκισε τὸ μυαλό μου τὸ ἀστροπελέκι. Ἡ μαμά μου ἔχει καρκίνο!
Τὴν πήραμε στὴν Ἀθήνα, ἦταν πλέον ἀργά, τὸ τέλος πλησίαζε. Τὸ τέλος τῆς Ζάκυνθος ἦρθε μὲ τὸ σεισμό. Μέσα στὸ πλοῖο ποὺ ἔπαιρνε σεισμόπληκτους καὶ τὴν ἑτοιμοθάνατη μάνα μου, ἔκαμε νόημα στὴ Τζένη, ποὺ τὴ συνόδευε: «Κοίτα ἡ Ζάκυνθος! Ἔπρεπε νὰ δῶ κι αὐτό;».
Δὲν πῆγα μαζί τους. Δὲν μποροῦσα, δὲν μποροῦσα!
Τὸ τέλος της τὸ ἔμαθα στὴν Κυλλήνη. Ἐφεύγαμε γιὰ Ἀθήνα μὲ τὸ Νόνο μου. Στὴν Κυλλήνη εἴδαμε τὸν Μίμη Πελεκάση μὲ κάποιον. Μᾶς λέει αὐτός: «Ἐχτὲς ἔγινε ἡ κηδεία».
«Τί τση λές, καημένε;», ἐφώναξε ὁ Πελεκάσης συγχυσμένος. Οὔτε ὁ Νόνος μου, οὔτε ἐγὼ ἐμιλήσαμε. Ἐκαθήσαμε πλάϊ-πλάϊ στὸ τελευταῖο βαγόνι τοῦ τραίνου σ’ ἕναν ξύλινο πάγκο καὶ βλέπαμε ἀνάποδα τὶς ράγες νὰ φεύγουν. Κοιτάζαμε τὶς ράγες, ὅλο τὸ ταξίδι Κυλλήνη-Ἀθήνα. Στὸ σταθμὸ εἴδαμε τὴ Τζένη νὰ κρύβεται, γιατί φοροῦσε μαῦρα, ὁ πατέρας μου δῆθεν μᾶς χαμογελοῦσε. Μία κίτρινη μάσκα τραβηγμένη τὸ πρόσωπό του.
«Τὸ ξέρω!», τοὺς εἶπα.
Καὶ ὕστερα τὸ ἀπόλυτο κενό, ἕνας βράχος ποὺ ροβολοῦσε-ροβολοῦσε σ’ ἕνα μαῦρο, ἄπατο, ἄγριο φαράγγι”…

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΕΙΝΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΟΥΣΕΑ ΟΠΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑ.    (περ. 1946 – 1950).

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *