Ζάκυνθος 1639: Μια παλιά μαρτυρία και ένας σημερινός καθρέφτης…

Υπάρχουν κάποια κείμενα που τα διαβάζεις για να γνωρίσεις το παρελθόν. Και υπάρχουν κείμενα που, ενώ μιλούν για περασμένους αιώνες, σε κάνουν να σηκώνεις το βλέμμα από τη σελίδα και να κοιτάζεις γύρω σου…

Μια τέτοια μαρτυρία είναι εκείνη του Γάλλου περιηγητή Sieur du Loir, ο οποίος βρέθηκε στη Ζάκυνθο το 1639 και παρέμεινε περίπου δεκαπέντε ημέρες, περιμένοντας τη συνέχεια του ταξιδιού του. Οι εντυπώσεις του για το νησί είναι σκληρές: περιγράφει οικογενειακές έχθρες, φόνους, ανθρώπους που κυκλοφορούν οπλισμένοι και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να εκδικηθούν.

Στο Ελληνικό απόσπασμα που έχουμε μπροστά μας, η διατύπωση είναι ανατριχιαστική:

«Δεν πιστεύω πως υπάρχει ανάμεσα στους Ζακυνθινούς έστω και ένας που να μην έχη κάποιο θανάσιμο εχθρό και να μη σχεδιάζη πώς να τον εξοντώση σε πρώτη ευκαιρία», γράφει ακριβώς το πρωτότυπο κείμενο.

Πρόκειται, ασφαλώς, για μια γενίκευση. Ένας περαστικός, ακόμη και όταν καταγράφει όσα βλέπει ή ακούει, δεν μπορεί μέσα σε λίγες ημέρες να γνωρίσει ολόκληρη την κοινωνία ενός τόπου. Στη μαρτυρία του συνυπάρχουν η παρατήρηση, οι πληροφορίες τρίτων και η προσωπική του κρίση. Οφείλουμε επομένως να τη διαβάσουμε κριτικά, χωρίς να τη μετατρέψουμε σε συλλογική καταδίκη των προγόνων μας.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσπεράσουμε όσα μας ενοχλούν.

Γιατί το πιο ανησυχητικό στοιχείο του αποσπάσματος βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στη βία και στην ατιμωρησία. Ο περιηγητής περιγράφει τη δυνατότητα των φονιάδων να αναζητούν αμνήστευση μέσω του Βενετού διπλωματικού εκπροσώπου στην Κωνσταντινούπολη. Και οι υποσημειώσεις του Ελληνικού κειμένου προτείνουν μια πολιτική ερμηνεία: συνδέουν την εξουσία με τους τοπικούς άρχοντες και την απουσία τιμωρίας με τη διατήρηση αυτής της συμμαχίας.

Εδώ αρχίζει ο προβληματισμός που μας αφορά και σήμερα.

Προφανώς, η σύγχρονη Ζάκυνθος απέχει πολύ από την κοινωνία που περιγράφει ο Du Loir. Δεν μπορούμε να εξισώσουμε διαφορετικές εποχές, θεσμούς και συνθήκες ζωής. Μπορούμε, όμως, να αναρωτηθούμε αν έχουμε απομακρυνθεί το ίδιο πολύ από ορισμένες νοοτροπίες.

Πόσο αυτονόητο θεωρούμε ότι ο κανόνας πρέπει να ισχύει για όλους; Πώς αντιδρούμε όταν η ευθύνη αφορά έναν φίλο, έναν συγγενή, έναν άνθρωπο της δικής μας παράταξης; Ζητούμε την ίδια αυστηρότητα που θα ζητούσαμε για κάποιον άγνωστο ή αρχίζουμε να αναζητούμε ελαφρυντικά και εξαιρέσεις;

Η δοκιμασία της ισονομίας βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη στιγμή που η εφαρμογή της μας δυσκολεύει προσωπικά.

Και το «να βρούμε έναν γνωστό» χρειάζεται τη δική του προσεκτική διάκριση. Η ανθρώπινη βοήθεια, η αλληλεγγύη και η καθοδήγηση είναι πολύτιμες. Όταν όμως η γνωριμία χρησιμοποιείται για να παρακαμφθεί ένας κανόνας, να αποσιωπηθεί μια ευθύνη ή να αποκτήσει κάποιος προβάδισμα εις βάρος άλλων, τότε το προσωπικό δίκτυο γίνεται μηχανισμός άνισης μεταχείρισης.

Ας σκεφτούμε και τις παλιές οικογενειακές έχθρες. Η σημερινή τους αντιστοιχία δεν χρειάζεται να αναζητηθεί στη βία. Μπορεί να αναζητηθεί στην ευκολία με την οποία κληρονομούμε αντιπάθειες, χωρίζουμε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα ή απορρίπτουμε μια άποψη επειδή προέρχεται από κάποιον που δεν συμπαθούμε.

Σε μια μικρή κοινωνία, όπου οι περισσότεροι γνωριζόμαστε, οι προσωπικές σχέσεις μπορούν να στηρίξουν σπουδαίες κοινές προσπάθειες. Μπορούν όμως και να δυσκολέψουν την ελεύθερη κρίση μας. Χρειάζεται θάρρος για να αναγνωρίσουμε το σωστό στον άνθρωπο με τον οποίο διαφωνούμε και το λάθος στον άνθρωπο που αγαπάμε.

Η μελέτη της ιστορίας του νησιού μας αποκτά αξία όταν μας βοηθά να κάνουμε και αυτές τις δύσκολες σκέψεις. Η αγάπη για τη Ζάκυνθο χωρά την περηφάνια για τον πολιτισμό της, αλλά και την ειλικρινή εξέταση των σκοτεινών σελίδων της. Δεν μειώνεται ένας τόπος επειδή οι άνθρωποί του τολμούν να τον κοιτάξουν ολόκληρο.

Ο Du Loir μάς άφησε μια δυσάρεστη εικόνα. Σχεδόν τέσσερις αιώνες αργότερα, μπορούμε να εξετάσουμε τις υπερβολές του και να αναζητήσουμε τα ιστορικά δεδομένα πίσω από τα λόγια του. Παράλληλα, μπορούμε να κρατήσουμε το ερώτημα που γεννά η μαρτυρία του: τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν οι άνθρωποι παύουν να πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη τους προστατεύει όλους εξίσου;

Η δική μας απάντηση γράφεται καθημερινά. Στις μικρές εξαιρέσεις που ζητούμε. Στις ευθύνες που αναλαμβάνουμε. Στην αδικία που ανεχόμαστε όταν μας εξυπηρετεί.

Και κυρίως, στη στιγμή που καλούμαστε να πούμε: ο ίδιος κανόνας ισχύει και για τον δικό μου άνθρωπο.

Το πρωτότυπο κείμενο του βιβλίου “ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ” 333 μ.χ. – 1700, του συγγραφέα ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ (Αθήνα, 1972) β’ έκδοση, έχει ως εξής:

“Μπήκαμε σ’ ένα μεγάλο δάσος κι’ όταν φθάσαμε περίπου στη μέση βρήκαμε ένα ποτάμι, το μεγαλύτερο που είδαμε σε τούτο το ταξίδι. Οι Τούρκοι έχουν χτίσει ένα γεφύρι με μιά καμάρα όχι μικρότερη από τη γέφυρα Ρεάλε της Βενετίας.

Η συνοδεία μπαρκάρησε για τη Ζάκυνθο όπου παρέμεινε δεκαπέντε μέρες περιμένοντας τη γαλέρα της διπλωματικής αποστολής. Κι’ ο περιηγητής μας είχε αρκετό καιρό για περιοδείες και έρευνες.

Επισημαίνει πρώτα-πρώτα, όπως και ο Sandys πριν από τριάντα περίπου χρόνια, την εγκληματικότητα που μαστίζει το νησί. Όλοι κυκλοφορούν πάνοπλοι με τουφέκια, ασπίδες, πιστόλες και θώρακες.

«Η παραμονή μου στη Ζάκυνθο μου φάνηκε ατέλειωτη. Κι’ ήταν πολύ δυσάρεστη. Δεν υπάρχει τίποτα αξιοπερίεργο στο νησί. Αντίθετα, επικρατεί μιά κατάσταση που προκαλεί φρίκη και αγανάχτηση : σκοτωμοί, οικογενειακά μίση. Κι’ αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σ’ όλες τις κτήσεις της Βενετίας στην Ελλάδα¹. Δεν πιστεύω πως υπάρχει ανάμεσα στους Ζακυνθινούς έστω και ένας που να μην έχη κάποιο θανάσιμο εχθρό και να μη σχεδιάζη πώς να τον εξοντώση σε πρώτη ευκαιρία.

»Γι’ αυτό όλοι είναι άγρυπνοι και αρματωμένοι. Με τις δύο κουλεβρίνες στον ώμο έχουν αποκτήσει πραγματική πολεμική εξάρτυση εκστρατείας. Φορούν πάντοτε θωρακοπουκάμισο και τη νύχτα δεν βγαίνουν ποτέ από τα σπίτια τους χωρίς κράνος στο κεφάλι. Στο ζουνάρι τους βλέπεις περισσότερες πιστόλες παρά θηλύκια. Και ακόμα μιά ασπίδα που τους σκεπάζει από την κορυφή ως τα νύχια.

»Κι’ όλα αυτά τα όπλα (που τα φορτώνονται αποκλειστικά στην πόλη γιατί στο ύπαιθρο κουβαλούν άλλα) τα χρησιμοποιούν μόνο στην περίπτωση που θα βρεθούν σε πλεονεκτική θέση. Και περιμένουν γι’ αυτή την ευκαιρία μιά ολόκληρη ζωή. Άκουσα ιστορίες που είναι αδύνατο να τις συλλάβη ανθρώπινος νούς².

»Για να αθωωθούν οι φονιάδες δεν έχουν παρά να ταξιδέψουν ως την Κωνσταντινούπολη και να ζητήσουν από τον βάϊλο της Βενετίας την αμνήστευσή τους³. Μ’ αυτή την επιείκεια η Δημοκρατία της Βενετίας διατηρεί τις κτήσεις της. Εγώ πιστεύω πώς αν αποφάσιζε να τιμωρήση τους ενόχους δεν θα βρισκόταν ούτε ένας αθώος».

Και ο Sieur du Loir καταλήγει μελαγχολικά : «Αλλά ξέχασα πώς έφτασα κιόλας στον κόσμο της χριστιανοσύνης. Κι’ εγώ ήθελα να σας μιλήσω για την Ελλάδα που ζη υπόδουλη στον Τούρκο και την γνωρίζουμε μονάχα από τους χάρτες και τα αρχαία βιβλία.»

Από τη Ζάκυνθο η συντροφιά πέρασε στην Ιθάκη, στο «βασίλειο της πιστής Πηνελόπης», όπου βρήκε όλους-όλους τρεις τέσσερες Οθωμανούς ψαράδες”.


Υποσημειώσεις

  1. Οι Βενετοί έχουν θεμελιώσει την κυριαρχία τους στη συμμαχία με την τάξη των τοπικών αρχόντων που εξασφαλίζοντας συνεχώς παράλογα προνόμια έγινε ασύδοτη και εγκληματική. Εξόντωνε τους εχθρούς της χρησιμοποιώντας τους οικογενειακούς μπράβους χωρίς να φοβάται κολασμό. Έτσι ο μοναδικός τρόπος απονομής δικαιοσύνης απέμεινε η αυτοδικία και οι αντεκδικήσεις.
  2. Δυστυχώς αποφεύγει να τις αφηγηθεί.
  3. Αυτό το δικαίωμα είχε παραχωρήσει η Γαληνοτάτη Δημοκρατία στον πρεσβευτή της για τα εγκλήματα των Ελλήνων της Κρήτης, της Ζακύνθου και των άλλων κτήσεων. Και φυσικά η παροχή αμνήστευσης εξασφαλιζόταν πάντοτε με τις συστάσεις και τη μεσολάβηση προσώπων που διέθεταν επιρροή στη Βενετική διοίκηση.  Σημ. Το τέλος της υποσημείωσης συμπληρώθηκε συντακτικά, καθώς δεν ήταν διαθέσιμη η συνέχειά της.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΚΤΗ: Το αρχικό κείμενο υπογράφω εγώ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΠ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ενώ το άρθρο του βιβλίου μαζί με την φωτογραφία του εξωφύλλου μού παραχώρησε ευγενικά ο καλός φίλος ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΛΗΣ τον οποίο ευχαριστώ πάρα πολύ. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *