Τὸ παρακάτω ἀνέκδοτο στιχούργημα τοῦ Διονυσίου – Ἀλεξάνδρου Γρυπάρη ἀναφέρεται στὰ ἤθη τῆς Ζακύνθου ἐπὶ Ἀγγλοκρατίας καὶ ἰδιαίτερα στὴν περιορισμένη ζωὴ τῶν γυναικῶν μέσα στὰ σπίτια τους, χωρὶς ἐλεύθερη ἀνατροφὴ κ’ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους.
Ὁ Διονύσιος – Ἀλέξανδρος Γρυπάρης τοῦ Πέτρου καὶ τῆς Ἀναστασίας Γ. Καψοκέφαλου γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο τὴν 29 Δεκεμβρίου 1803. Ἔγραψε πολλὰ στιχουργήματα, ἐρωτικὰ καὶ σατιρικά. Ἐξέδωσε στὴ Ζάκυνθο δύο φυλλάδια, τὸ πρῶτο μὲ λυρικὰ ἐρωτικὰ (1849) καὶ τὸ δεύτερο μὲ διάφορα διδακτικὰ (1852). Πέθανε στὴ Ζάκυνθο τὴν 16 Αὐγούστου 1861.
Ἡ ἔκδοση τοῦ παρακάτω στιχουργήματος γίνεται ἀπὸ αὐτόγραφο χειρόγραφο τοῦ Διονυσίου – Ἀλεξάνδρου Γρυπάρη, ποὺ κατέχει ἡ κ. Λ. Μπονσινιόρ. Ἀπὸ τὸ στιχούργημα τοῦτο εἶχε δημοσιεύσει ἀρχικὰ ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ὁ Σπυρίδων Δε Βιάζης στὴ μελέτη του γιὰ τὸν Διονύσιο Γρυπάρη (περιοδικὸ Ζακύνθου «Κυψέλη», ἔτος γ΄, φύλλ. 8, 1886, σελ. 59 – 60), ἀλλὰ μὲ ἀλλαγμένες μερικὲς λέξεις. Ἀσφαλῶς ὁ Δε Βιάζης ἐξέδωσε τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο ἀπὸ ἄγνωστο ἀντίγραφο.
Ὁ Γρυπάρης καταφέρεται στὸ στιχούργημά του ἐναντίον τῆς τοπικῆς βάρβαρης συνήθειας τοῦ «κλεισίματος» τῶν γυναικῶν μέσα στὰ σπίτια, καθὼς καὶ τοῦ τρόπου τῶν συνοικεσίων τῆς ἐποχῆς του. Ἡ ἀπάνθρωπη αὐτὴ μεταχείριση τῶν ἀνδρῶν στὶς γυναῖκές τους ἐκεῖνο τὸν καιρὸ γεννοῦσε ἀντιδράσεις ἢ καταχρήσεις, μὲ τραγικὰ πολλὲς φορὲς ἀποτελέσματα. Οἱ ἀνύπανδρες ὄφειλαν τυφλὴν ὑπακοὴ στοὺς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι διάλεγαν τὸν ἄντρα τους — ὅταν δὲν τὶς ἔστελναν σὲ μοναστήρι γιὰ λόγους κερδοσκοπικοὺς ἢ κληρονομικούς— χωρὶς νὰ ρωτήσουν τὴν γνώμη τῶν κοριτσιῶν! Οἱ παντρεμένες ὑποτάσσονταν ἀπέναντι στοὺς ἄντρες τους, ἄβουλες καὶ ἀδύναμες γιὰ ὁποιαδήποτε πρωτοβουλία. Οἱ γυναῖκες τῶν ἀρχοντικῶν καὶ ἀστικῶν οἰκογενειῶν, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Βενετοκρατίας ὥς τὰ χρόνια τῆς Ἀγγλικῆς «προστασίας», εἶχαν ἀπαυδήσει ἀπὸ τὴν αὐταρχικὴ αὐτὴ μεταχείριση τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο δὲν τοὺς ἐπέτρεπαν τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀλλὰ οὔτε κἂν νὰ προβάλλουν στὸ παράθυρο! Ἐκεῖ, ἀντὶ γιὰ ἕνα ὡραῖο γυναικεῖο πρόσωπο, ἔβλεπε κανεὶς τὶς περίφημες τ ζ ε λ ο υ τ ζ ί ε ς, τὰ πυκνὰ ξύλινα δικτυωτά, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες τὴν κίνηση τοῦ δρόμου χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι θεατὲς ἀπὸ κανένα! Μίαν εὔλογη ἐξήγηση τοῦ φαινομένου τῶν Ζακυνθινῶν τζελουτζιῶν ἐπιχειρεῖ ὁ Ἀνδρέας Γαήτας στὴν παρακάτω ἀνέκδοτη σημείωσή του: «Τζελουτζία = δικτυωτόν. Ὁ Χρυσόστομος μεταχειρίζεται τὴν λέξιν δρύφρακτον, δίφρακτον, ἵνα παραστήσῃ τὴν τζελουτζία. Καφάσια τουρκιστί. Φρονῶ ὅτι ἡ λέξις ἐσχηματίσθη ἐκ τῆς ἰταλικῆς gelosia, ἥτις σημαίνει ζηλοτυπία, ζήλεια. Καὶ τῷ ὄντι, ἐὰν συλλογισθῇ τις ὅτι τὰ δικτυωτὰ τὰ ἔθετον εἰς τὰ παράθυρα τῶν οἰκιῶν των καὶ εἰς αὐτοὺς ἔτι τοὺς γυναικωνίτας τῶν ἐκκλησιῶν ἵνα μὴ βλέπουσιν οἱ ἄνδρες τὰς γυναῖκας, φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τοῦτο ἔγινεν ἐκ ζηλοτυπίας τῶν ἀνδρῶν. Ὠνομάσθησαν δὲ καὶ αὐτὰ τὰ δρύφρακτα παρ’ ἡμῖν τζελουτζίαι ἵνα δηλώσῃ ὅτι ἕνεκα ζηλοτυπίας μόνον ἐτέθησαν, ἵνα μὴ δύναται ἀνδρικὸς ὀφθαλμὸς νὰ ἴδῃ τὴν μορφὴν τῆς ὄπισθεν τῆς τζελουτζίας κρυπτομένης».
Οἱ γυναῖκες τοῦ λαοῦ καὶ οἱ χωρικές, ὅταν δὲν φοροῦσαν προσωπίδα στοὺς δρόμους, κυκλοφοροῦσαν μ’ ἕνα λεπτὸ πέπλο στὸ κεφάλι.
Ἡ κατάσταση αὐτὴ τῶν γυναικῶν τῆς Ζακύνθου παρουσιάζεται ἀνάγλυφη ἀπὸ τὸν Ἰταλὸ περιηγητὴ Ζαβέριο Σκρωφάνη, ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο του «Ταξίδι στὴν Ἑλλάδα», Λονδίνο 1799, γράφει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς (μετάφραση Μαριέττας Γιαννοπούλου): «… Εἰς τὴν Ζάκυνθον αἱ γυναῖκες μένουν πάντοτε κλεισμένες. Ἐξερχόμεναι ἔχουν προσωπίδα. Δὲν κάμνουν ποτὲ ἐπισκέψεις, οὔτε δέχονται, οὔτε πηγαίνουν εἰς καμμίαν ἑορτήν. Οἱ Ζακύνθιοι […] μόνον μίαν φορὰν τὸν μῆνα ἐπιτρέπουν εἰς τὰς συζύγους των νὰ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, εἰς τὰς ἀδελφάς των καὶ θυγατέρας των μίαν φορὰν τὸν χρόνον, τὸ μεσονύκτιον καὶ μὲ μ π α ο ῦ τ α [= προσωπίδα, πέπλος]…».
Ἡ ἴδια κατάσταση ἐπικρατοῦσε καὶ στὶς ἀρχὲς τῆς Ἀγγλοκρατίας, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ παρακάτω δίστιχο τοῦ Δημητρίου Γουζέλη στὸ βιβλίο του «Ἡ κρίσις τοῦ Πάριδος. Ποίημα μυθολογικόν, ἐρωτικὸν καὶ ἐθνικὸν μετὰ διαφόρων ὑποσημειώσεων ἐν αἷς περιέχονται σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ οἱ βίοι πολλῶν ἀξιολόγων ἀνδρῶν, ἐν Τεργέστῃ 1817»:
Ἀλλ’ ὅσο θέλουν καὶ ποθοῦν, ἂς κλείονται στοὺς δόμους
ἢ μὲ τὸ προσωπεῖον τους ἂς φαίνονται στοὺς δρόμους.
Κάτω ἀπὸ τὶς καταθλιπτικὲς αὐτὲς συνθῆκες ἡ μόρφωση τῶν γυναικῶν ἀναγκαστικὰ ἦταν περιορισμένη. Οἱ ἀριστοκράτισσες μόνο ἔπαιρναν μιὰ κοινή, στοιχειώδη μόρφωση ἀπὸ ἱερωμένους ὀρθόδοξους ἢ δυτικούς.
Ἡ Ἐλισάβετ Μουτσὰν Μαρτινέγκου (1801 – 1832), αὐτοδίδακτη καὶ πρώτη νεοελληνίδα πεζογράφος, δημιουργὸς κυρίως τῆς περίφημης αὐτοβιογραφίας της, ἔδωσε πρώτη τὸ σύνθημα τῆς καταργήσεως τῶν ἀπαράδεκτων καὶ βάναυσων αὐτῶν δεσμῶν. Ἡ ἴδια γράφει, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα, σὲ κείμενό της πρωτοδημοσιευμένο ἀπὸ μᾶς («Ἑπτανησιακὰ Φύλλα», τόμος πρῶτος, φυλλ. 10, σ. 153): «Ζηλωταὶ τοῦ βαρβαρικοῦ ἤθους τῆς πατρίδος μου, μὴ συγχυσθῆτε! Ἀλλὰ τί λέγω «μὴ συγχυσθῆτε», ἀλλοίμονον! Σεῖς ἐγινήκατε θηρία ἀπὸ τὸν θυμόν σας. Ἐγὼ συγχωρῶ εἰς τὰς κόρας πολλὰ γράμματα, ἐγὼ διορίζω εἰς αὐτὰς τὰς ἰδίας τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸ νὰ εὐγαίνουν ἀπὸ τὸ σπίτι ὅθεν ἐγὼ εἰς τὰ μάτια σας βεβαίως φαίνομαι ἓν τέρας τῆς φύσεως. Δὲν μὲ μέλλει. Τὸ ἦθος εἶναι βάρβαρον, τυραννικόν. Ἐγὼ μισῶ, βδελύττομαι, ὀνειδίζω ὅλα τὰ βαρβαρικά, τὰ τυραννικὰ πράγματα, μήτε φοβοῦμαι ἐκείνους ὁποὺ τ’ ἀγαποῦν καὶ διαφεντεύουν. Ἦθος σκληρὸν τῆς πατρίδος μου, ἐμὲ ὁποὺ δὲν θέλω ὑπανδρείαν (διατὶ μ’ ἐτρόμαξαν τὰ παραδείγματα μερικῶν γυναικῶν ὑπανδρευμένων), ἐμέ, λέγω, ὁποὺ δὲν θέλω ὑπανδρείαν, μὲ καταδικάζεις νὰ ζήσω πάντοτε κλεισμένη σ’ ἕνα σπίτι, νὰ μὴν ὑπάγω ποτὲ εἰς ἐκκλησίαν, νὰ μὴ πατήσω ποτὲ γῆν, νὰ μὴ γροικήσω τὴν γλυκεῖαν πνοὴν τῶν ζεφύρων, νὰ μὴ θεωρήσω τὴν γαλάζιον ὄψιν τοῦ οὐρανίου ἐνδύματος. Ἦθος τυραννικόν, ἦθος βάρβαρον, ἐσύ, ναί, μὲ καταδικάζεις, ἀλλ’ ἐγὼ ἐμπαίζω τὴν καταδίκην σου. Ὄχι, ὄχι, ὁ Θεὸς δὲν μοῦ ἔδωσε καρδίαν ἀχρείαν· οὔτε σύ, μὲ τὰ κλεισίματά σου, μὲ τὰ φυλακώματά σου ἠδυνήθης ποτὲ νὰ μοῦ τὴν ἀχρειώσῃς. Αὐτὴ ἐπιθυμεῖ πάντοτε τὰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις, καὶ εἶναι πάντοτε ἕτοιμη νὰ τὰς ἀρχίσῃ καὶ νὰ τὰς τελειώσῃ…».
Ζακυθινὰ ἤθη κακὰ γιὰ τζὶ κόρες. Διὰ τὲς Ζακύνθιες ὑπανδρευμένες.
Φίλε μου Ζακυθινέ,
δὲν στοχάζεσαι ποτέ,
πῶς ἐτούτη ἡ ἀταξία
ὁποῦ τρέχει εἰς ὑπανδρεία,
κι’ ὁποῦ βλέπεις χωρισίες
καὶ μοιχίες καὶ πορνεῖες,
στέκεται ἀπὸ τοῦ τρόπου
τοῦ κακοῦ*, τούτου τοῦ τόπου.
Ποῖος λέγει νὰ εἶν’ κλεισμένες
κόρες σὰν φυλακωμένες
καὶ νὰ βλέπῃς στὲς οἰκίες
μελιούνια τζελουτζίες,
ποὔτε ἥλιος δὲν μπορεῖ
στὸ παράθυρο νὰ εμβῇ;
Καὶ οἱ μανάδες ποὺ πηγαίνουν
ποῖος λέγει νὰ μὴ παίρνουν
θυγατέρες τους κοντὰ
εἰς τὰ τόσα ἀρχοντικά;
Παρὰ εἰς σπίτι νὰ τζ’ ἀφήνουν
μὲ τὲς δοῦλες, νὰ τοὺς δίνουν
συμβουλὲς κακὲς μυρίες
καὶ ν’ ἀκοῦν βρωμολογίες;
Καὶ λαβαίνοντας παντρειὰ
τέτοια νἄχουν γιὰ προικιά;
Κι’ οὕτως ἄνδρες οἱ καλοὶ
ν’ ἀποδείχνωνται κακοί;
Μὴ μπορῶντας νὰ βαστοῦν
τὰ αἰσχρὰ λόγια ποὺ ἀγροικοῦν
ἀπὸ τέτοια ἀνατροφὴ,
βρωμερότατη, κακή;
Καὶ γιατὶ νἄναι κλειστὲς
στὰ χαρέμια ¹) τους κρυφὲς
καὶ κανεὶς νύφη νὰ ξέρῃ,
παρὰ τότες χέρι – χέρι,
ποὺ θὲ νὰ στεφανωθῇ
ἄντρας νὰ τὴν πρωτοειδῇ,
ποὺ τὸν παίρνουνε οἱ δικοὶ
καὶ ἂν οὕτως κ’ εἶν’ κουτσὴ
καὶ τυφλὴ καὶ καραφλὴ
καὶ ἀκούει στὴν καρδία
ὄχι κλίση, παρὰ ὀχτρία,
ἔχει χρέος νὰ τὴν πάρῃ,
μ’ οὖλο τὸ στραβὸ ποδάρι,
τὴν ἀντιπαθητική·
εἰδεμὴ βγαίνουν δικοὶ
κι’ ἀρχινοῦν ἀφανισμούς,
ὑβρισιὲς καὶ σκοτωμούς.
Ἔκαμε νομοθεσίες
Ἔρως πρῶτα στὶς καρδίες
κ’ ἔδωκε θεϊκὴ φωτιὰ
στὴν ἐρωτικὴ ματιά.
Καὶ ὁ ὑμέναιος ποὺ τρέχει
ἔρωτος κανόνους ἔχει.
Νομοθέτες καὶ Ἐκκλησία
δὲν κηρύττουν τυραννία,
μάλιστα πρῶτα ρωτᾶνε
ἂν νεόνυμφοι ἴσια πᾶνε.
Καὶ ἂν οὕτως καὶ εἰποῦν
ὄχι, ὅλα τὰ χαλοῦν.
* Ὁ Γρυπάρης βάζει κόμμα ὕστερ’ ἀπὸ «τοῦ κακοῦ» καὶ φυσικὰ θὰ πρέπει νὰ προσέξη κανεὶς στὴν ἀνάγνωση τοῦ στίχου αὐτοῦ, καθὼς καὶ τοῦ προηγούμενου. Ἡ ἀταξία, γράφει, ὁποὺ τρέχει εἰς ὑπανδρεία στέκεται ἀπὸ τοῦ τρόπου τοῦ κακοῦ (τῶν συνοικεσίων καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν γυναικῶν μέσα στὰ σπίτια), τούτου τοῦ τόπου. Ἡ ἐξήγηση αὐτή, ὅσο κι’ ἂν φαίνεται ἀπὸ τὸ κόμμα, εἶναι ἀπαραίτητη κυρίως γιὰ ὅσους ἀκοῦνε ἀπὸ ἄλλους αὐτοὺς τοὺς δυὸ στίχους, χωρὶς, ὡστόσο, καὶ νὰ τοὺς βλέπουν τυπωμένους.
- Ἔβαλα τούτην τὴν Ἀσιανὴν ὀνομασίαν ἐπειδὴ καὶ τὰ ἤθη αὐτὰ εἶναι: βάρβαρα, Ἀσιανὰ (Σημ. Διον. Γρυπάρη).
Λοιπὸν βλέπεις καὶ ἐκεῖνος
νόμος μας ὁ θεϊκὸς
μᾶς ἐδίνει ἐξουσία
ν’ ἀκλουθᾶμε τὴν καρδία.
Δὲν ζητᾶ ποῦναι οἱ γονέοι
πρὶν νὰ συζευχθοῦν οἱ νέοι.
Νέοι λέγω ὡς καὶ γέρος
ποὔτονε μισὸς ὁ ἔρως
τρέχει γιὰ νὰ πάρῃ νιά,
μὲ γονέωνε στανιά.
Κι’ οὕτως νιοί, στενοχωρία
ἔχουν γιὰ νὰ παίρνουν γρία,
ἐπειδὴ κ’ ἔχει προικιὰ
καὶ χοντρὴ κληρονομιά.
Ὡς τὰ τέρατα, τὰ ζῶα,
ἔχουν κλίση καὶ ἀθῶα
τὴν ἀγάπην ἀκλουθᾶνε
τοῦ εἴδους, τ’ ἄλλα ἀκαματᾶνε.
Ὡς κ’ κεῖνα ἔχου ἀντιπάθεια
καὶ συμπάθεια γιὰ τὰ πάθηα.
Πῶς θὰ ἰδοῦνε εὐτυχιὲς
τὸ λοιπὸν οἱ φαμελιές,
ἀφοῦ εἶναι προσταγμένοι
μὲ στανιὸ οἱ συζευγμένοι;
Πῶς τὰ τέκνα ρωμαλέα
θὰ γενοῦνε καὶ ὡραῖα,
ἀφοῦ ξέκαρδα ἕνας πάει
σ’ ὁποια δὲν τὴν ἀγαπάει;
Δὲν κοιτᾶς μ’ ὅποιο πηγαίνει
τρόπο, ἄντρας οὕτως βγαίνει
καὶ ἐκεῖνο τὸ παιδί,
ποὺ ἀπ’ αὐτοὺς θὰ γεννηθῇ;
Δὲν κοιτᾶς πολλὲς φορὲς
παραδείγματα ὅσα θές,
τῆς μητρὸς καὶ τοῦ πατρὸς
μοιάζει σ’ οὖλα ὁ υἱός.
Κ’ ἔχει φυσιογνωμία,
καθὼς ἦτο ἡ προθυμία.
Καὶ αὕτη εἶν’ ἡ αἰτία,
ἂν θὲς νἄμπῃς στὰ κρυφία,
ὁποῦ μοιάζουνε οἱ μοῦλοι
τοῦ πατρός τους σχεδὸν οὖλοι…
Καὶ λοιπὸν ξεψυχισμένα
θἄναι τὰ καταπιασμένα,
καθὼς ἦτον ἡ ὁρμὴ
εἰς ἐκείνη τὴν στιγμὴ,
τοῦτα ἀπ’ ἄνδρες φοβεροὺς
ἀποδείχτηκαν, π’ ἀκούς.
Κοίτα τί κακὰ ἠθικὰ
φέρνουνε ἤθη αὐτά,
ποὺ ἐκεῖ π’ ἕνας σοφὸς
ἔβγαινε, βγαίνει κουτός.
Θὲς νὰ ἰδῇς κι’ ἄλλα καλά,
ἔλειπαν προικιὰ πολλά,
γιατὶ ὅλοι οἱ παντρεμμένοι
ἤτανε ἐρωτευμένοι
καὶ τὸ κέρδος σ’ ἕνα μέρος
ἔβαναν ἀφοῦ ἦτον ἔρως.
Καὶ καθεὶς καὶ καθεμιὰ
εἶχε φυσικὴ παντρειὰ
καὶ στεκότουν ἡ ἀταξία
ἀπ’ τὰ μέρη μας μακρία.
καὶ τὰ σπίτια ἀπὸ προικιὰ
δὲν περνοῦσαν πενητειά.
Τὰ εἶδαν τοῦτα ὅλοι οἱ τόποι
μὲ τὴν πεῖρα καὶ σ’ Εὐρώπη
στανικὰ δὲν στεφανώνουν,
μοναχὰ τὲς φανερώνουν
καὶ καθεὶς πάει καὶ παίρνει
τ’ ἀρεσούμενον καὶ ξέρει.
Καὶ ἂν εἶν’ καλό, κακό,
εἶναι πάντα ἐρωτικό.
Κι’ ἀρχηνοῦν τότε καημοὶ
κι’ ἀθώτατοι σπασμοί,
νὰ πλακώνουν τὴν ψυχὴ
καὶ νὰ τρυφερομιλῇ.
Κ’ εὐθὺς μπαίνει ἡ ἀρετὴ
εἰς ἐκείνη τὴν στιγμή,
καὶ κανένα δὲν ἀφήνει
στὰ ἐλαττώματα νὰ κλίνη.
Τέτοια ἀπόκρυφα ἔχει ἡ φύση
κι’ ὅποιος στέκει νὰ ἐρευνήσῃ
σκοτισμένα πάντα βρίσκει
καὶ μὲς στὴν ἀρχήν του μνέσκει.
Κρίμα στὴν ἀλαζονεία
πὄχουμε καὶ φαντασία,
δείχνοντας ἰσοσταθμία
καὶ πλουσιὰ καὶ σοφία,
ὡς σοφοὶ καὶ πλούσιοι τόποι,
ποῦναι τώρα στὴν Εὐρώπη,
νἄμαστε βαρβαρικοί,
ἄγριοι καὶ λογγικοί.
Ποὔτε στὴν Ἀμερικὴ,
τὴν βαθειὰ ἐρημικὴ,
τέτοια ἤθη βρωμισμένα
εἶναι τώρα μακρυσμένα.
Λοιπὸν παύω καὶ οἱ τρόποι,
ποῦναι στὴν λοιπὴν Εὐρώπη,
ἂς γενοῦνε καὶ ἐδῶ
στὸ νησάκι τὸ μικρό,
κ’ οὕτως ὅλοι εὐτυχισμένοι
θἄναι πάντα οἱ παντρεμμένοι.
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑΙ ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΣΤΑ “ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ”, έκδοσης του 1968.








