Ο Γιάννης Μάνεσης και η ιστορία της μακέτας της Ζακύνθου που βρίσκεται στο Μουσείο.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΕΣΗΣ γεννήθηκε το 1921 στη Ζάκυνθο και πέθανε το 1988. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Πολυτάλαντος και ευαίσθητος άνθρωπος έδωσε διέξοδο στις επιδεξιότητες, τις ευαισθησίες του, αλλά και τον καημό του για τη Ζάκυνθο που χάθηκε στους σεισμούς του 1953, δημιουργώντας με προσωπική εργασία και δικά του έξοδα λεπτομερή μακέτα της προσεισμικής πόλης Ζακύνθου. Το έργο αυτό της ζωής του, έργο αξιοθαύμαστο και πολύτιμο, δώρησε στο Μουσείο Ζακύνθου. Πέθανε μια βδομάδα μετά την τελετή παράδοσής του.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε για λίγους φίλους και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ” του Ζακύνθιου εκδότη κ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΒΙΤΣΟΥ.  Δεν παύει όμως να καταθέτει και την ευαισθησία και λογοτεχνική ικανότητα του δημιουργού του.

Γιάννης Μάνεσης:  «Η μακέτα μου κι εγώ»…

Στο τελευταίο δεξιά σπιτάκι της μακέτας, το δίπατο με το ρεπάρο και τη στενόμακρη βεράντα προς τη θάλασσα, πέρασα τα πρώτα έξι ή επτά χρόνια της ζωής μου. Ήταν η εποχή που άρχιζα να συνειδητοποιώ τον περιβάλλοντα χώρο και τους ανθρώπους του. Και θυμάμαι αρκετά.

Κάθε φορά που από το σπίτι ερχόμαστε προς το κέντρο της πόλης, μου έκαναν εντύπωση τα μικρά λιμανάκια που ξανοίγονταν ένα-ένα στη σειρά, καθώς έλαμπε η καταγάλανη θάλασσα στο φως του ήλιου και που με τα βραχάκια τους και τα πολύχρωμα βαρκάκια συνέθεταν το καθένα κι ένα διαφορετικό πίνακα.

Στα επόμενα χρόνια που δε μέναμε πια στο ρεπάρο, δεν περνούσα τόσο συχνά από τα λιμανάκια, μα όταν τύχαινε, η ματιά μου δεν παρέλειπε να καμαρώνει το όμορφο θέαμα και η σκέψη μου, έστω κι αν ήμουνα δέκα ή έντεκα χρονώ, μου θύμιζε ότι αυτά τα ήξερα από παλιά, απ’ τα… παιδικά μου! Η Ζάκυνθος είχε αρχίσει κιόλας να με δένει μαζί της! Το πρώτο μου σχολείο ως τη Β΄ Δημοτικού ήταν η Σχολή Καλογραιών (Καθολικών), το διώροφο γωνιαίο σπιτάκι απέναντι ακριβώς από το μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων. Το φαρμακείο του πατέρα ήταν στη μέση της βόρειας πλευράς της ιστορικής τριγωνικής πλατείας που τόσο όμορφα σε κατατοπίζει γι’ αυτή ο Διον. Ζήβας στο βιβλίο του «Η αρχιτεκτονική της ΖακύνӨoυ».

Εκεί άρχισα να γνωρίζω και τους ανθρώπους και την κοινωνία. Τους «αφεντάδες» και τους «ποπολάρους» (λαϊκούς), τον καθένα με τη δική του προσωπικότητα και νοημοσύνη. Κυρίως άνδρες, γιατί οι γυναίκες τότε δεν πολυκυκλοφορούσαν στις ρούγες.

Πρόσεχα τους γέρους, τον Διον. Δάση, λόγιο, που μιλούσε άπταιστα λατινικά και τα λόγια του μεστά σε νόημα, το Λεωνίδα Ζώη, ιστοριοδίφη, ακούραστο ερευνητή, που πριν κλειδώσει μεσημεριάτικα το, λίγο πιο πέρα από το φαρμακείο, αρχειοφυλακείο, όπου εργαζόταν χρόνια, έβγαζε από την τσέπη του γιλέκου του ένα μικρότατο (λίγων εκατοστών) γυάλινο μπουκαλάκι με γνήσια Ζακυνθινή βερντέα που την άδειαζε στο στόμα του. Είναι το ορεκτικό μου, μου είπε μια φορά!

Το γιατρό γέρο-Καντακίτη, το γέρο-Παρπαρία, που τακτικά επισκεπτόταν τα κτήματά του με το μόνιππο, ακόμα θυμάμαι και το νεαρό τότε γιατρό Χαχαμόπουλο –πέθανε νεότατος πριν το 1930-, όπως ερχόταν στο φαρμακείο με τις γκέτες του, καλοσιδερωμένος, κρατώντας το λεπτό μαύρο μπαστουνάκι του με την ασημένια λαβή και τέλος πάντων πολλούς άλλους γιατρούς, λογίους του τόπου και «αφεντάδες», που περνούσαν ή αντάμωναν επίτηδες στο φαρμακείο για συζήτηση. Οικειότητα μεταξύ τους κι αλληλοσεβασμός. Μα και με τους λαϊκούς τύπους, τα γκαρσόνια των καφενείων, τους πλανόδιους μικροπωλητές, τους θεληματάρηδες που έρχονταν να πάρουν κάποιο φάρμακο ή να κάνουν το «θέλημα», να καλέσουν κάποιο γιατρό για επίσκεψη σε άρρωστο, κι εκεί έβλεπα την οικειότητα και τον αλληλοσεβασμό που υπήρχε, αλλά και τις κουβέντες πάντα διανθισμένες με το Ζακυνθινό χιούμορ και το απαραίτητο πείραγμα. Γνώριζα έτσι σιγά-σιγά μια κοινωνία ταξικής ονομαστικά μορφής που όμως, μια και δεν είχαν τίποτα να μοιράσουν μεταξύ τους, φαινόταν αρμονικά δεμένο σύνολο, όπου ο καθένας κρατούσε τη θέση του, όποια κι αν ήταν, χωρίς να κρίνει και τη θέση του άλλου, όποια κι αν ήταν πάλι. Το ίδιο πνεύμα συνάντησα και στους συμμαθητές μου της Γ΄ Δημοτικού, όταν έφυγα πια απ’ τη σχολή Καλογραιών, που με όλους –παιδιά παλιών αρχοντικών οικογενειών, παιδιά μικροαστών, εμπόρων κ.λ.π. – κάναμε όλα μαζί παρέα και παίζαμε ένα σωρό παιχνίδια, χωρίς καμιά απολύτως διάκριση. Το βρίσκαμε απολύτως φυσικό, γιατί όλοι μας είμαστε απλώς παιδιά.

Τη Γ΄ Δημοτικού μέχρι και την ΣΤ΄ τάξη τις έβγαλα στο «Καραμπίνειο», κληροδότημα Δημόσιο για να γίνει σχολείο του παλιού Καραμπίνη. Πώς να μη θυμάμαι το όμορφο και άνετο αυτό σχολείο στη συνοικία της Αγίας Τριάδας, δίπλα ακριβώς από τον ‘Αγιο Ιγνάτιο, αυτό το μακρόστενο σπίτι με τη δική του αρχιτεκτονική, με το τεράστιο τε περιβόλι του που είχε στη μέση ένα μεγάλο φοίνικα και που στη δυτική πλευρά ανηφόριζε ως το δρόμο του Ψηλώματος μια χαρακτηριστική διπλή σκάλα σε σχήμα ζιγκ-ζαγκ, μαρμάρινη, που την ανεβοκατεβαίναμε για παιχνίδι; Πώς να ξεχάσω την κουτσο – Δημητρούλα που στο διάλειμμα έφερνε ζεστή απ’ το φούρνο την ευτελή καλαμποκένια μπομπότα με τις μαύρες σταφίδες και μας μάζευε τα πενηνταράκια; Ή τον… Ισθμό της Κορίνθου, όταν κάποια μέρα μετά από βροχή στο προαύλιο σκαρφίστηκα να ενώσω δυο δυο μεγάλες λακκούβες με νερό της βροχής και με τη βοήθεια ενός συμμαθητή μιμήθηκα ακριβώς τον Ισθμό με την οδική γέφυρα και διευθέτησα τις λακκούβες να μοιάζουν με Σαρωνικό και Κορινθιακό, τόσο που κατέβηκε κι ο δάσκαλος ο Ρένεσης με το χάρτη της Ελλάδας για να κάμει τις διορθώσεις του και να πει τις συμβουλές του! Αυτή πρέπει να ήταν η… πρώτη μου μακέτα!

Την ίδια εποχή συνήθιζα την πόλη που ζούσα. Αλλάξαμε πάλι σπίτι. Φύγαμε απ’ το τριόροφο στη συνοικία της Μητρόπολης, που είχαμε πάει μετά το ρεπάρο, για να είμαστε κοντά στα σχολεία μας και το φαρμακείο και ο πατέρας νοίκιασε στο Ψήλωμα το τελευταίο διόροφο αριστερά όπως ανεβαίνουμε, πριν το «ΑΛΛΑ».

Τι ζωή κι εκείνη της 10ετίας του 1930!

Κατηφορίζαμε απ’ το σπίτι στο γραφικό Ψήλωμα. Δεξιά το Εγγλέζικο νεκροταφείο απ’ όπου πριν λίγα χρόνια είχαν κόψει όλα τα πυκνά κυπαρίσσια που το χαρακτήριζαν. Δίπλα, συνεχόμενο με δική του περίφραξη, το παλιό- –σε αχρηστία- ορθόδοξο κοιμητήρι, άδενδρο κι αυτό, με την καγκελωτή σιδερένια είσοδό του χωμένη πάνω από τη μέση, από τις από χρόνια προσχώσεις που κατέβαιναν με τις βροχές από το λόφο της Χρυσοπηγής. Απέναντι απ’ αυτό το κοιμητήρι, η γραφική μικρή εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης (του Σινά), ιδιοκτησίας του Παναγίου Τάφου, με το μικρό καμπαναριό της που στον εύκολο στόχο, τις καμπάνες του, δεν παραλείπαμε να ρίχνουμε πετρούλες. Πιο κάτω, το πανύψηλο κυπαρίσσι στον κήπο του σπιτιού της οικογένειας Σιγούρων, απογόνων του Αγίου μας. Τι γραφικό το Ψήλωμα, τι διαφορετικές εντυπώσεις σε κάθε στροφή του!

Από την τριγωνική πλατεία του Αγίου Μάρκου, ξεκινούσε σχεδόν η πλατεία ρούγα, ο κεντρικός εμπορικός δρόμος που διέσχιζε το μεγαλύτερο διάστημα της πόλης. Ήταν ένας κεντρικός δρόμος, όχι απολύτως ευθυγραμμισμένος και μονότονος αλλά με ορισμένα «σπασίματα» που ουσιαστικά τον χώριζαν σε τέσσερα-πέντε τμήματα, διαφορετικά το ένα από το άλλο. Το τμήμα από το ωραιότατο αρχοντικό Ρώμα (στα χρόνια μου στεγαζόταν η Νομαρχία) μέχρι την Ανάληψη ήταν το πιο κεντρικό. Σ’ όλο αυτό το μήκος τα σπίτια είχαν κι από τις δυο  πλευρές «κολώνες»(στοές) πολύ λειτουργικές χειμώνα-καλοκαίρι κι αυτές πάλι όχι ομοιόμορφες. Αλλες ψηλές, άλλες στρογγυλές με στολίδια, πολλές κοντές ή τετράγωνες, στενότερες ή φαρδύτερες. Αυτό το κομμάτι της Πλατείας Ρούγας ζωντάνευε σχεδόν ασφυκτικά κάθε χρόνο τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς, όταν στα δεξιά κι αριστερά εμπορικά προστίθενταν υπαίθρια τραπεζάκια με γύψινα μικρά «κουτσούνια» και ζωάκια, πρόχειρες λοταρίες και άλλες διάφορες επινοήσεις των αυτοσχέδιων μικρεμπόρων λόγω των ημερών.

Από την εκκλησία της Ανάληψης —τόπος αναχώρησης και άφιξης των παλιών λεωφορείων για τα χωριά ·ο ίδιος δρόμος συνεχιζόταν πάντα με διάφορα «σπασίματα» και πάντα εμπορικός. Περνούσε από το πλάτωμα των Αγίων Σαράντα-κι αυτό σταθμός υπεραστικών λεωφορείων έφτανε στην αγορά του Αγίου Παύλου και τελείωνε στο παλιό και τεράστιο αρχοντικό της οικογένειας Λογοθετών με την συνεχόμενη ιδιωτική εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, με εμφανείς στις αυλές τους τάφους των προγόνων της ίδιας οικογένειας. Από κει και πέρα ο δρόμος χωριζόταν σε δυο σκέλη, το ένα προς την Υπαπαντή και το άλλο προς τον Άγιο Λάζαρο και τους Άη Βασίληδες Άνω και Κάτω. Από την άκρη της μακέτας που αρχίζει με το παλιό καμπαναριό και την εκκλησία του Αγίου μας (βοήθειά μας!), συνεχίζουν τα λαϊκά και γραφικά σπίτια του Άμμου με τις κολώνες τους κι αυτά. Κάπου εκεί, προς τα δεξιά, ήταν το μικρομάγαζο του Κουρκουμέλη (Κοθρή) που πουλούσε τα ματζούνια (ροδοζάχαρη βρασμένη και πηγμένη μέσα σε χάρτινα χωνάκια) και καραμέλες από μέλι που τρέχαμε να προμηθευτούμε στα διαλείμματα του κοντινού Γυμνασίου. Το Γυμνάσιο με το μεγάλο προαύλιο και τα δυο ψηλά πεύκα προς τον παραλιακό δρόμο, με τη μεγάλη μανώλια απέναντι από τη δυτική κεντρική είσοδό του, τη μανώλια που ήταν μέσα στο περιβόλι του Αυγουστίνου (ιδιοκτησίας Ρώμα και παλιά το ιστορικό κατά την Ενετοκρατία Μαρτινεγκέικο), πουκάθε φορά στις καλοκαιρινές εξετάσεις μας άφηνε ένα θαυμάσιο άρωμα δεμένο με την αγωνία της δοκιμασίας.

Παρά δίπλα η παλιά και ωραιότατη εκκλησία του Αγίου Λουκά, που στο πλάτωμά της κάναμε τις ετήσιες γυμναστικές επιδείξεις κι όλο τον υπόλοιπο χρόνο παίζαμε μπάλα.

Στην παραλία το Πάνθεον, θερινός κινηματογράφος, με τις ιδιαίτερες θέσεις κοντά στην έξοδο του ιδιοκτήτη Λογοθέτη και της φιλικής του οικογένειας Μάνεση και την ξεχωριστή καρέκλα, δίπλα στο υπόστεγο του κυλικείου, του Κολοκύθα, πετυχημένο προσωνύμιο ενός κοντούλη στρογγυλοπρόσωπου αγαθιάρη που πουλούσε στα διαλείμματα «φυστίκια-πασατέμπος-καραμέλεεες».

Πιο κάτω στο καφενείο του «Κέκου» με την περγουλιά του, που σε εικοσιτετράωρη περίπου βάση πρόσφερε καφέδες, τσάι, αναψυκτικά στη μόνιμη πελατεία του τους ψαράδες, τους βαρκάρηδες και τους ανθρώπους του λιμανιού.

Το περίφημο θέατρό μας, του «Κεφάλου», το μεγαλύτερο σε όγκο κτίριο της Ζακύνθου –δεν είναι τυχαίο- με τις τρεις σειρές τα θεωρεία του και πάνω απ’ αυτά το υπερώο. Εκεί είδα -ας ήμουν μικρός- θαυμάσιες όπερες από ιταλικούς θιάσους που μας επισκέπτονταν ή από το θίασο του αείμνηστου Διον. Λαυράγκα. Εκεί κάναμε τους χορούς και τις δικές μας σχολικές παραστάσεις.

Δίπλα οι ξύλινες εξέδρες μέσα στη θάλασσα, τα «μπάνια», τα γυναικεία και τα ανδρικά, με τη βάρκα του Λιμεναρχείου κάπου ενδιάμεσα, για να μην προσεγγίζουν οι μεν τους δε! Τα ανδρικά είχαν και μπαρ για καφεδάκι, αναψυκτικά, ουζάκι με μεζέ βρασμένες αγριοαγγινάρες και κανένα κεφτεδάκι. Είχαν και «Πι» για γυμναστική που απ’ την κορφή του βούταγε στη θάλασσα ο καλός φίλος Βασίλης Φραμπαλάς —αργότερα φορτοεκφορτωτής στα ΚΤΕΛ- μελαμψότατος, αθλητικός, βουτούσε πότε σαν σαν χελιδόνι χωρίς να κάνει κανένα παφλασμό στη θάλασσα και πότε πηδώντας οκλαδόν, οπότε σήκωνε γύρω του σε ύψος αφρισμένα νερά.

Τώρα να πάμε πιο κάτω, στα ρεπάρα, τις πίσω βεράντες πάνου στη θάλασσα, έτσι τα λένε στη Ζάκυνθο, ρεπάρα, τώρα δεν υπάρχει ούτε ένα! Τα πρώτα ήταν στη σειρά όλα αρχοντικά. Τι να πω αυτά, όλα ιστορικά κι αξιόλογα. Ο Ρόμπερτ Σάρτζεντ, Αγγλοζακυνθινός αρχιτέκτονας αλλά και σκιτσογράφος, τα έχει σκιτσάρει θαυμάσια και τάχει περιγράψει με την ιστορία τους και τα εσωτερικά ακόμα του κάθε αρχοντικού πληρέστατα. Εγώ θα περιοριστώ στο… σταντόρδο της σημαίας του φίλου μου του Μπόμπυ που αυτός το τρακαβάλωνε όταν κοβόταν το σκοινί της σημαίας, όπως έκανα κι εγώ για παιχνίδι πηγαίνοντας από ρεπάρο σε ρεπάρο, δεκαπέντε χρονών τότε, όταν ψάχναμε να βρούμε σε ποιο κολυμπούσαν τα πιο ωραία κοριτσόπουλα.

Παρακάτω το συγκρότημα Ορφανοτροφείου-Γηροκομείου με παραδίπλα, μέσα στο μεγάλο περιβόλι, το Νοσοκομείο που κάποτε (πάντα στη δεκαετία του ’30) ο διευθυντής του διόρισε ως επιστάτη —από την τσέπη του φυσικά- έναν κάποιο όχι πολύ καλά στα μυαλά του, που ζητούσε επίμονα και παρακαλεστικά μιαν απασχόληση και του όρισε να πάρει ένα μακρύ καλάμι και να διώχνει τα χελιδόνια από τα σύρματα του ηλεκτρικού για να μην ενοχλούν τους αρρώστους!!

Πιο πέρα από το Νοσοκομείο ξαναγυρίζουμε στα όμορφα λιμανάκια απ’ όπου ξεκινήσαμε στην αρχή και καταλήγουμε στο κτίριο των φυλακών με τη μικρή εκκλησία τους το μέσα στο εσωτερικό προαύλιο,

Περιδιαβάσαμε πολύ σύντομα ένα μικρό μέρος γενικής όψης της παλιάς Ζακύνθου, δεμένο με τις προσωπικές μου εντυπώσεις της δεκαετίας του ’30, τότε που η παιδικότητα περνούσε στην εφηβεία με τα συνεπακόλουθά της.

Κείνα τα χρόνια κυλούσαν τότε σχεδόν με τον ίδιο ρυθμό. Η ζωή μας ήρεμη, επαρχιακή. Αν σκεφτούμε τη Ζάκυνθο με όλο κι όλο 10-15 αγοραία αυτοκίνητα, 2-3 ιδιωτικά και κάμποσες άμαξες, η κυκλοφορία ήταν υποτυπώδης. Καθόλου ενοχλητική. Σχεδόν ανύπαρκτη…

Τα πρωινά ξυπνούσαμε με τα κουδουνάκια των κοπαδιών, τις κατσίκες που περιδιάβαζαν την πόλη και σου έδιναν επί τόπου το γάλα, φυσικό, φρέσκο και… ανόθευτο.

Εφημερίδες, και μάλιστα παρδαλόχρωμες, δεν είχαμε. Δυο ή τρεις φορές την εβδομάδα έρχονταν μαζεμένες με το ατμόπλοιο καθώς και τρία-τέσσερα εβδομαδιαία περιοδικά. Όμως δε μας έλειπαν. Τα «νέα» τα μαθαίναμε από τα λίγα ραδιόφωνα και κυκλοφορούσαν συνοπτικά χωρίς και να μας πολυενδιαφέρουν, αν δεν ήταν κάτι το σημαντικό. Οι μεγαλύτεροι τις έπαιρναν για τις πολιτικές κρίσεις, τα χρονογραφήματα, τις επιφυλλίδες κ.λ.π.

Καμιά 30αριά ή έστω 40 τηλέφωνα χειροκίνητα συνδέονταν μεταξύ τους μόνο μέσω κέντρου. Η επικοινωνία μεταξύ μας γινόταν πάντα απ’ ευθείας και η… κρυφή με ραβασάκια! Η επικοινωνία με τους μακριά απ’ τη Ζάκυνθο φίλους και συγγενείς πάντα με το Ταχυδρομείο.

Κι όμως, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς περιοδικά (η «Διάπλασις των Παίδων» εξαιρείται) η κάθε ημέρα μας ήταν γεμάτη και σχεδόν δε μας έφτανε. Κύρια απασχόληση το σχολείο κι ύστερα σπιτικές φροντίδες, διάβασμα βιβλίων, συναναστροφές, εκκλησιασμοί, βαρκάδες με τα κουπιά ή το πανί, μικροεκδρομές -πάντα με τα πόδια- Λαγανά, Αργάσι, Τσιλιβή, το γύρο του Κάστρου κ.λ.π., νάχε κι άλλες ώρες η κάθε μέρα!

Η μουσική δε μας έλειπε, μόνο που για να την ακούσουμε έπρεπε να την παίξουμε οι ίδιοι. Τα ραδιόφωνα λιγοστά και τα περισσότερα σε χέρια «αφεντάδων». Γι’ αυτό και το κάθε σπίτι σχεδόν είχε και κάποιο μουσικό όργανο. Πιάνα υπήρχαν πάμπολλα, αλλά ακόμα πιο πολλές ήταν οι κιθάρες και τα μαντολίνα. Κάθε ταβέρνα είχε την κιθάρα της, γιατί οι παρέες που μαζεύονταν σ᾽ αυτές πάντα θα κατέληγαν στις «αρέκιες» ή σε άλλες τετραφωνίες και η κιθάρα ήταν η μόνιμη συνοδεία. Η μπάντα του Δήμου έπαιζε κάθε Κυριακή απόγευμα το χειμώνα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και το καλοκαίρι στην πλατεία Σολωμού. Απόλαυση!

Το γραφικό και νοσταλγικό αυτής της εποχής ήταν τα νοστιμότατα προϊόντα του νησιού,  ανόθευτα, φυσικά ωριμασμένα, που όλοι τα περιμέναμε αλλά πάντα στην εποχή τους και στην ώρα τους. Ιούλιο-Αύγουστο τις ντομάτες και τα Μπελουσιώτικα νεροκρέμμυδα. Νοέμβρη-Δεκέμβρη τις ψιλές μαύρες ελιές που τις βράζαμε και συνοδεύαμε τα αγριολάχανα. Μάιο και Ιούνιο τα χοντρόσυκα και τον Αύγουστο τα ωραιότατα κοτόπουλα. Τι να πρωτοαναφέρω απ’ αυτά, η μια νοστιμιά πίσω από την άλλη όλο το χρόνο και όλοι περιμέναμε να τις γευτούμε και να πούμε «και του χρόνου». Ολόκληρο το νησί με τα προϊόντα του, τα λουλούδια του, τις φυσικές καλλονές του και τις αμμουδιές, έδενε τον καθένα μας με τα άγια χώματά του. «Σπουργίτες», δε μας έλειπε τίποτα, αλλά μεγαλώνοντας ανακαλύπταμε την πνευματική και καλλιτεχνική ιστορία του νησιού. Πόσοι αξιόλογοι ζωγράφοι, ποιητές, μουσικοί, πόσοι άνθρωποι του πνεύματος πέρασαν μέχρι τα χρόνια μας στην ιστορία του. Δεν είχαμε τίποτα να ζηλέψουμε από κανένα άλλο μέρος, απ’ αυτά που διαβάζαμε στα βιβλία ή βλέπαμε στον κινηματογράφο.

Και πραγματικά, όταν το 1939 και 1940 βρισκόμουν για ανώτερες σπουδές πρώτα στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα, με περιτριγύριζε η μεγαλούπολη και η αναγκαστική αδιαφορία από τους τόσους πολλούς και άγνωστους «συμπολίτες», ώστε άρχισα να νοσταλγώ τους γραφικούς τύπους της πατρίδας με τα πειράγματα και τις τόσες μάντσιες που σπινθηροβολούσαν στο πνεύμα κι έκαναν ακόμα πιο χαρούμενη την πορεία της ζωής.

Στα επόμενα χρόνια 1941-1945 Δημοσιοϋπαλληλίκι και η περίφημη κατοχή. Στην άκρη η Ζάκυνθος. Πρώτευε το θέμα της άμεσης επιβίωσης, μα το έμφυτο χιούμορ του Ζακυνθινού κατασταλαγμένο τότε στα μύχια, κάπου-κάπου ξεπηδούσε ατόφιο. Έτσι δε θα ξεχάσω στη χειρότερη περίοδο της πείνας (για μας το 1943) τον Κουκάκια, τον αυγοπώλη και λαχανοπώλη της γωνίας της αγοράς, στο στενόφορο, που έβγαλε μπροστά στο μαγαζί, στο δρόμο, ένα μικρό χασάπικο πάγκο και κόβοντας αέρα μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι φώναζε έξω φωνή και διαφήμιζε το φανταστικό γι᾿ αυτή την εποχή… «Εδώ ο μπακαλάος! Πάρτε ωραίο μπακαλάο!!».

1945 – Κεφαλονιά, 1948 – Χαλκίδα υπάλληλος. Η Ζάκυνθος με περίμενε όμορφη και νοσταλγική στις άδειές μου και καμιά φορά στις γιορτές.

  1.  ΣΕΙΣΜΟΣ!

Έμεινα άφωνος. Αν ήταν δυνατό να χαθεί ολοσχερώς τέτοιο νησί! Να πάω; Γιατί; Να πειστώ με τα μάτια για την απίστευτη καταστροφή;

Έκανα δέκα χρόνια να το αποφασίσω και μόνο όταν έμαθα ότι η ανοικοδόμηση είχε προχωρήσει κι ότι είχε πάρει πλέον κάποια μορφή που έμοιαζε και στην παλιά, αφού διατηρήθηκαν ορισμένα βασικά στοιχεία, τότε ξεκίνησα. Ήταν το 1963.

Τη «νέα» Ζάκυνθο, ύστερα από την πρώτη εντύπωση, δεν την έβλεπα πια. Συνεχώς –και μάταια- αναζητούσα μια γωνία απ’ την παλιά. Συνεχώς ανάπλαθα στο μυαλό τις γνωστές γωνίες και κτίρια. Περπατώντας στην παραλιακή Διον. Ρώμα ένιωθα ότι περπατούσα πάνω στα παλιά ρεπάρα! Στα πιο εσωτερικά μέρη που κυριαρχούσαν τα μικρά ισόγεια και τα λυόμενα έχανα κυριολεκτικά τον προσανατολισμό μου για το πού βρισκόμουνα.

Μια μικρή αναλαμπή: Βρέθηκα στο πέτρινο μεσαιωνικό δάπεδο που ανηφορίζει δίπλα απ’ την παλιά Αγία Αικατερίνη και στρίβει προς το Ψήλωμα. Μόλις το είδα, το πραγματικό γύρω μου περιβάλλον έσβησε και αναστήθηκε στο μου όλη τριγύρω η παλιά περιοχή.

Τότε, το 1963, είχε ήδη αρχίσει το φρούτο του τουρισμού. Παλιά, βέβαια, δεν είμαστε καθόλου συνηθισμένοι σε κάτι τέτοια. Τα καλοκαίρια μας επισκέπτονταν συχνά ξένα «γιωτ» που έδεναν για τρεις-τέσσερις μέρες στο λιμάνι και δυο ή τρεις φορές στο ίδιο διάστημα άραζαν για δυο ή τρεις μέρες μεγάλα, πάντα ξένα, κρουαζιερόπλοια που αποβίβαζαν λίγες εκατοντάδες με πολύχρωμες φορεσιές τουρίστες που σχεδόν τους παίρναμε από πίσω να μη χάσουμε το θέαμα! Το 1963 οι τουρίστες ήταν κάτι το συνηθισμένο για τη Ζάκυνθο, μα το γεγονός αυτό είχε και τα επακόλουθά  του. Σε κάποια γειτονιά από το ανοιχτό παράθυρο άκουσα ή λαϊκό ή δημοτικό τραγούδι, ακούσματα –καλώς ή κακώς αδιάφορο– τελείως ασυνήθιστα στην προσεισμική Ζάκυνθο.

-Μπα! είπα.

Κι άλλο ένα ξεψύχισμα από κάποιο μεσόκοπο λαϊκό Ζακυνθινό που έβλεπε τους τουρίστες με τα καλά τους και τα κακά τους, μα με το παλιό Ζακυνθινό πνεύμα:

-Να φύγουν οι ξένοι!

-Να σταματήσουν οι μουζικές!

-Ν’ αρχίσει να βρέχει!

-Να μείνουμε δυο-τρεις άνθρωποι, να δούμε τι θα γίνουμε!!

Το είπα «ξεψύχισμα», γιατί στα επόμενα χρόνια ούτε για αστείο δεν ξανάκουσα κάτι τέτοιο.

Τα επόμενα χρόνια πήγαινα τακτικά στη Ζάκυνθο -σ’ ένα λυόμενο, στην Αγία Τριάδα, έμενε μόνη της η αδελφή του πατέρα- αλλά πάντα η ίδια αδιόρθωτη κατάσταση. Τη Ζάκυνθο συνεχώς την «έβλεπα» με την παλιά όψη κι όχι με την νέα της φορεσιά. Κι αυτό ως το 1972 που ξυπνώντας κάποιο πρωινό κοιτούσα στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι και νοερά σχημάτιζα τη μικρογραφία μιας παλιάς γειτονιάς.

-Και δε φτιάχνω την παλιά πόλη σε μικρογραφία; Φαντάσου να ξαναδώ τη Ζάκυνθο με τα μάτια, όπως την έχω στο νου!

Στοιχειωδώς ήξερα πώς θα άρχιζα. Φυσικά απ’ το παλιό τοπογραφικό. Το βρήκα εύκολα στο Υπουργείο Δημ. Έργων σε κλίμακα 1:1.000 και χωρίς δυστυχώς υψομετρικές καμπύλες. Επίσης, ζητούσα από παντού (είχα κι εγώ) κάρτες, διάφορες φωτογραφίες που φαίνονταν σ’ αυτές κάποια γωνιά και μερικά σπίτια, σκίτσα, παλιές γκραβούρες και εν γένει μάζευα το κάθε τι που θα μπορούσε να με βοηθήσει. Το κυριότερο στοιχείο ήταν όταν ανακάλυψα ότι υπήρχαν αεροφωτογραφίες της εποχής του 1934. Κατόψεις και διάφορες πλάγιες αεροφωτογραφίες. Τις προμηθεύτηκα κι αυτές πάλι από το Υπουργείο Δημ. Έργων και τότε πια τα εφόδιά μου ήταν σχεδόν πλήρη.

Οι προβληματισμοί όμως πολλοί. Σε ποια τελικά κλίμακα θα εργαζόμουν στη μακέτα; Μέγεθος; Υλικά; Εργαλεία; Κατέληξα στο ξύλο για την κατασκευή των «κτισμάτων» και τελικά διάλεξα το φλαμούρι που σκαλίζεται εύκολα, σχεδόν δεν έχει ρόζους και γενικά είναι καλό υλικό και σίγουρο για το χρόνο.

Το μέγεθος ήταν το κυριότερο. Έπρεπε να περιλάβει ολόκληρη την πόλη τουλάχιστον από τον Άγιο ως το εκκλησάκι του Εσταυρωμένου. Και το βάθος; ΄Αλλο πρόβλημα. Σε τι βάση θα γινόταν; Από έρευνα στην αγορά είδα πως το φύλλο «πλακάζ» είχε διαστάσεις 3,66×1,66μ.

Ίσα-ίσα θα χώραγε στο υπνοδωμάτιο (όρθιο στον τοίχο). Με κλίμακα 1:500 θα χώραγε αυτό που ήθελα: από τον Άγιο ως λίγο πιο πέρα απ’ τις φυλακές και από την άκρη του πόρτου θα χώραγε σε βάθος ίσα-ίσα μέχρι την Χρυσοπηγή. Το κάστρο και ο  Άγιος Λάζαρος μοιραία έπρεπε να κοπούν, ούτε η σκέψη του τσονταρίσματος στο βάθος ήταν σωστή, άλλωστε κι απ’ τις τέσσερις πλευρές όλο και σε κάποιο σημείο θα τελείωνε η μακέτα και θα χάναμε λιγότερα ή περισσότερα σπίτια. Όταν από την αρχή ξεκινούσα από τον Άγιο, αυτόματα απέκλεια λόγω του μήκους τη συνοικία μέχρι το ποτάμι και τον Άγιο Χαραλάμπη, που ήταν τόσο γραφικά στοιχεία για να τα περιλάβω κι αυτά.

Τα πρώτα πειράματα και δείγματα στην κλίμακα 1:500 δεν με ικανοποίησαν απόλυτα. Δε θα μπορούσα να βάλω τις λεπτομέρειες που ήθελα – γρίλιες, διακοσμητικά κτιρίων, μεγάλη ακρίβεια στην κατασκευή κ.λ.π.- αλλά τελικά είδα πως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά λόγω των συνθηκών που προανέφερα. Προχώρησα, λοιπόν, στη λύση του 1:500 με την προϋπόθεση ότι τα περισσότερα μέρη θα τα δούλευα με το φακό του ωρολογοποιού και με πολύ λεπτά εργαλεία.

Άρχισα, λοιπόν, από το μεγάλωμα του τοπογραφικού από 1:1000 στο 1:500 κι αυτό πήρε πολύ χρόνο (σχεδόν ενάμιση χρόνο), ενώ συγχρόνως έκανα μικροκατασκευές σπιτιών και συμπλήρωνα ένα αρχικό «δείγμα» πάνω σ’ ένα κομμάτι κόντρα πλακέ 0,60×0,70μ., για να δω πώς θα φαινόταν οπτικά και φωτογραφικά. Το αποτέλεσμα, ιδίως το φωτογραφικό έδειχνε σαφώς την παλιά Ζάκυνθο. Σ’ αυτό το «δείγμα» συμπεριέλαβα τις δυο πλατείες (Αγ. Μάρκου και Σολωμού) που έχουν διάφορα στοιχεία, ώστε ν’ ασχοληθώ κατασκευαστικά με πολύ ποικίλα θέματα. Σπίτια, στοές, δέντρα απλά, φοίνικες, φανοστάτες, το μεγάλο μας θέατρο, τα βραχάκια στη θάλασσα και τα μπάνια. Καθένα είχε το δικό του πρόβλημα.

Μια μικρή επιτραπέζια σέγα που πήρα από την αρχή με βοήθησε σ’ όλη την κατασκευή των σπιτιών: κόψιμο με ακρίβεια, λείανση με τον πλάγιο τροχό της κλίσης των στεγών και ακόμα με διάφορα μικρά ή μεγαλύτερα τρυπανάκια και διάφορους τροχούς (καθαρά οδοντιατρικούς) που τα προσάρμοζα στην ειδική υποδοχή έκανα τα κενά για τις καμπάνες στα καμπαναρία, λειάνσεις στις στοές (κολώνες) και διάφορα άλλα που χρειάζονταν.

Η υπερυψωμένη ελαφρά Πλατεία Σολωμού, τα πεζοδρόμια μπροστά και πίσω στο θέατρο έπρεπε κι αυτά να αποδοθούν στην κλίμακα 1:500 κι αυτό γινόταν με την κατάλληλη επιλογή του πάχους του χαρτιού. Στα φοινικόδεντρα ο κορμός είναι από πλαστικό υλικό, ξυσμένο με το μαχαιράκι για το στρογγύλευμα και την υφή του κορμού του φοίνικα, ενώ τα φύλλα ψαλιδισμένα, βαμμένα και κολλημένα ένα-ένα, μικρά φτεράκια πουλιών. Έτσι είχαν και αληθοφάνεια και αντοχή στο χρόνο. Για τα άλλα δεντράκια, λεύκες, ακακίες κι άλλα διακοσμητικά που είχε η πλατεία, δοκίμασα στην αρχή (όπως περίπου κάνουν οι μακετίστες) λεπτά κλαδάκια με δυο-τρεις διακλαδώσεις και για φύλλωμα πλαστικό σφουγγαράκι σε κατάλληλο σχήμα και χρώμα. Μα έτσι εύκολα θα έσπαγαν σε μια μελλοντική συντήρηση της μακέτας, ενώ φωτογραφικά, όπως διαπίστωσα, έδειχναν αφύσικους συμπαγείς όγκους σαν μαύρες μουτζούρες. Γι’ αυτό μετά από πειράματα κατέληξα στο συρμάτινο κορμό με 16απλούν σύρμα (χρωμιονίκελ) που δεν είναι ούτε σκληρό ούτε μαλακό, στριμμένο στον κορμό, απλωμένο στα κλαδιά τα οποία με κόλλα ισχυρή τα βουτούσα σε διαφόρων αποχρώσεων του πράσινου πλαστικό τριμμένο υλικό και με το χέρι ή το ψαλιδάκι έπαιρναν και το ανάλογο σχήμα. Κυπαρίσσια, αροκάριες, κουκουναριές, δέντρα με διαφορετικό σχήμα, βάση είχαν πάντα το συρμάτινο σκελετό και το πλαστικό τριμμένο υλικό, αλλά διαφορετικό τρόπο κατασκευής.

Τα βραχάκια στη θάλασσα είναι πραγματικοί (φυσικοί) βράχοι κοπανισμένοι και περασμένοι από δυο διαφορετικά κόσκινα (ψιλό-χοντρό), ώστε να πάρω -πάντα στην κλίμακα 1:500- το μέγεθος περίπου των φυσικών ογκόλιθων. Είναι από τις πετυχημένες κατασκευές, αφού είναι κομμάτια από γνήσιο θαλασσοφαγωμένο Ζακυνθινό βράχο!

Για φανοστάτες δεν μπορούσα να βάλω συρμάτινους, που θα στράβωναν, ή ξύλινους που θα έσπαγαν. Σκέφτηκα το νάιλον. Αλλά πώς; Σκέτο δε θα έδειχνε καμιά φυσικότητα. Μ’ ένα ζουμπά  επιχείρησα να το χτυπήσω στη μέση μήπως και κάνω τουλάχιστον το φανάρι της κορυφής. Το αποτέλεσμα ήταν μια μικρή έκπληξη. Έκανε μια περίεργη σχάση, μια μικρή τρύπα που στο ένα μέρος ήταν στρογγυλή και στο άλλο μυτερή. Ακριβώς ό,τι ήθελα για την κορυφή του φανοστάτη!

Μετά το έκοβα στο μέγεθός του -δυο ή δυόμιση εκατοστά- και το βούταγα στο χρώμα πολλές φορές και όλο χαμηλότερα κάθε φορά, ώστε να πάρει και το σχήμα του αληθινού φανοστάτη, λεπτότερος στο πάνω μέρος και χονδρότερος στη βάση.

Όταν είδα πως όλα στο δείγμα προχωρούσαν ικανοποιητικά, πήρα την κύρια βάση –το φύλλο πλακάζ-, κόλλησα καλά ένα φύλλο φελλού, πάχους 2 χιλ., με το περίγραμμα του λιμανιού, του πόρτου και των ρεπάρων, αντιγραμμένα ένα με απόλυτη ακρίβεια από το μεγεθυμένο τοπογραφικό.

Βάψαμε, με τη βοήθεια της κόρης τη θάλασσα με τις φυκιάδες της και τις διάφορες διαβαθμίσεις του χρώματος ανάλογα με το βάθος και κολλήσαμε τα βραχάκια. Μετά προχώρησα πια στην κατασκευή της πρώτης και δεύτερης σειράς των σπιτιών από τον Άγιο ως τις φυλακές, που όλα πατούσαν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο, δηλαδή περίπου ένα μέτρο από τη θαλασσινή επιφάνεια.

Από κει και μετά ήταν απαραίτητες οι υψομετρικές καμπύλες. Αυτές τις αντέγραψα από το σύγχρονο τοπογραφικό της Ζακύνθου (το παλιό δεν είχε) στη Νομαρχία Ζακύνθου μέσα σε μια εβδομάδα κάνοντας συγχρόνως αναφορά σε ορισμένα σημεία -θέση παλιών εκκλησιών που ξαναχτίστηκαν μετά το σεισμό ακριβώς στην παλιά τους θέση, παλιοί μαντρότοιχοι που έμειναν και μετά το σεισμό, το παλιό εγγλέζικο νεκροταφείο στον  Άγιο Ιωάννη του Τράφου και άλλα τέτοια σημάδια-, ώστε να μπορέσω να εφαρμόσω τα υψομετρικά στο παλιό τοπογραφικό που τα κατάφερα με σχετική ευκολία στα περισσότερα και με αρκετή δυσκολία στην περιοχή του Κοργιαλού, που μετά τους σεισμούς πολλά στοιχεία της περιοχής αυτής διαμορφώθηκαν σε διαφορετική κατάσταση από όπως ήταν πριν. Προχωρούσε η κατασκευή με το να φτιάχνω ένα-ένα τα οικοδομικά τετράγωνα. Πάλι αντιγραφή το καθένα από το μεγεθυμένο τοπογραφικό. Έρευνα από τις κατόψεις και τις πλαγιοφωτογραφίες για το σχήμα της στέγης, ορόφους, παράθυρα-πόρτες, μπαλκόνια, αναμινάληδες και οτιδήποτε άλλο στοιχείο θυμόμουν ή ανακάλυπτα με το φακό για την πληρέστερη και ακριβέστερη απεικόνιση. Μα και πολλοί παλιοί φίλοι πατριώτες, όταν τους ρώταγα, μου υποδείκνυαν διάφορα.

Πολλές φορές δε διαπίστωνα από τις κατόψεις (δε φαίνεται) το σωστό ύψος των σπιτιών. Κατέφευγα να το υπολογίζω από το ύψος της σκιάς του κάθε σπιτιού, όταν φυσικά έπεφτε η σκιά σε επίπεδη επιφάνεια. Όταν τελείωνε η έρευνα σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο μεταφερόταν το σχεδίασμα σε φέτες φλαμούρι πάχους 2-3 ή και παραπάνω εκατοστών, ανάλογα με το ύψος των σπιτιών και κοβόταν στη σέγα. Ακολούθως, πάνω στα μικρά κομματάκια του ξύλου σημειωνόταν το ύψος κάθε σπιτιού, η κλίση της σκεπής και τα πορτοπαράθυρα. Το ύψος και η κλίση φτιαχνόταν πάλι στη σέγα. Τα πορτοπαράθυρα σκαλίζονταν σε μικρά κοπιδάκια σαν σκαρπέλα, πάχους από 1,2 εκατοστών έως 2 και πλέον χιλιοστά, ανάλογα πάλι με το πλάτος των παραθύρων κ.λ.π. Μετά, τα γεισώματα στο κάθε σπίτι, τα μπαλκόνια, οι εξωτερικές σκάλες, οι αναμινάληδες κ.λ.π. Τέλος, το βάψιμο –με πλαστικά χρώματα- του κάθε σπιτιού. Πρώτα τα πορτοπαράθυρα και ύστερα οι τοίχοι.

Άλλες μικροκατασκευές, όπως εξωτερικές σκάλες, περγουλιές, κιγκλιδώματα, μπαλκονάκια κ.λ.π. γίνονταν από μεγαλύτερα κομμάτια από τα οποία έκοβα μικρότερα τέτοια, ανάλογα με τη χρήση που ήθελα. Για τα κιγκλιδώματα π.χ. είναι διάφορα τούλια (ύφασμα) βαμμένα και γομαρισμένα που κι αυτά πάντα με το φακό, κόβονταν ανάλογα για το τι προορίζονταν. Άλλη π.χ. υφή το κιγκλίδωμα της πλατείας του πόρτου κι άλλη τα μπαλκονάκια. Είχα κι ένα μικρό μεταλλικό τελαράκι με οδοντώσεις γύρω-γύρω, στο οποίο τύλιγα σταυρωτά πολύ λεπτή κλωστή από σκουρόχρωμο νάιλον, που το περνούσα ισχυρή κόλλα από πάνω και μ’ αυτό μπορούσα να φτιάξω και διαφορετικές κατασκευές, όπως π.χ. το κιγκλίδωμα που χωρίζει το θέατρο με τον Άγιο Νικόλα του Μώλου ή τις σχοινένιες σκάλες στα κατάρτια της «Πόπης», ακόμη και το σκελετό στις περγουλιές έκανα μ’ αυτό.

Τα κεραμίδια ήταν άλλο κεφάλαιο. Στην αρχή έκανα δοκιμές να τα χαράζω μ’ ένα οξύ μικρό κοπιδάκι. Το αποτέλεσμα ήταν αμφίβολο. Δε χαραζόταν ίσια και ισόπαχα και ούτε με το χάρακα και αρκετό κόπο για το κάθε σπίτι θα τελείωνα ποτέ με τα 2.000-2.500 σπίτια της μακέτας. Σκέφτηκα να κάνω ένα ξύλινο καλούπι το οποίο θα έδινα να μου φτιάξουν στον παντογράφο ένα όμοιο αρνητικό σε σμίκρυνση. Σ’ αυτό το αρνητικό θα έβρισκα το κατάλληλο υλικό, ώστε να μπορώ να βγάζω μεγαλύτερα φύλλα που απ’ αυτά θα έκοβα μικρότερα κομμάτια τα οποία θα κόλλαγα στις κλίσεις της κάθε στέγης. Πάλι όμως σταμάτησα την προσπάθεια με τη σκέψη της τόσης φασαρίας και ακρίβειας στην εφαρμογή που ήθελε το καθένα. Το πρόβλημα λύθηκε σαν το αυγό του Κολόμβου. Αφού έβαφα τις σκεπές (με πλαστικό χρώμα) πιο παχύ από το συνηθισμένο, με μια λεπτή στρογγυλή λίμα χάραζα κάθετα μια-δυο φορές συνολικά την κάθε πλευρά της στέγης κι αυτό ήταν αρκετά ικανοποιητικό για μια κάποια σωστή εντύπωση των κεραμιδιών.

Όλος ο δρόμος του Ψηλώματος (από τον ‘Αγιο Δημήτρη και μετά) έγινε ένα αυτοτελές κομμάτι ακριβείας με τη σωστή κλίση που πήρα από τα υψομετρικά και αποτέλεσε κάτι σαν άξονας ή καλύτερα ορόσημο που πάνω του προσαρμόστηκαν τα μικρότερα κομμάτια ανατολικά και το ενιαίο μεγάλο κομμάτι του λόφου της Χρυσοπηγής που λόγω του υψόμετρου έγινε ένα ολόκληρο από τον Κοργιαλό σχεδόν -και λίγο πιο πέρα- ως το τέλος της μακέτας.

Η παλιά μορφή της πόλης της Ζακύνθου είχε ήδη ολοκληρωθεί. Αυτό που μου έλειπε από το και μετά, αυτό που τόσο είχα νοσταλγήσει να το δω με τα μάτια, σαν ζωντανό θέαμα, τώρα, έστω και σε ατελή μικρογραφία, υπήρχε! Δεν μπορούσα φυσικά να το «περπατήσω», αλλά φτιάχνοντας με προσοχή το κάθε κομμάτι της, ξαναφέρνοντας στη μνήμη τις λεπτομέρειες και τα χαρακτηριστικά της, ξανάζησα την παλιά Ζάκυνθο επί 14 χρόνια (1972-1986) μετά τον αφανισμό της κι αυτό δεν είναι μικρό βραβείο για την προσπάθεια που έκανα. Ζούσα συνεχώς στις ανεπανάληπτες γειτονιές της. Κυριευόμουν απ’ την ιστορία της, γευόμουν τα προϊόντα της, χαιρόμουν τις ακρογιαλιές της, την ιδιομορφία των κατοίκων της… «Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος σε κυριεύει…». Η Ζάκυνθος η προσεισμική μιας άλλης εποχής, ήρεμης, φυσιολογικής, ανθρώπινης, που έτυχε να την ζήσω στην πιο διαφοροποιημένη εποχή της «εξέλιξης».

‘Αλλη η Ζάκυνθος του τότε κι άλλη του σήμερα. Ήταν μια Ζάκυνθος με την ιστορία και το περιεχόμενό της. Συνεπής στην εξέλιξή της και στο πνεύμα των κατοίκων, που η ίδια με την ομορφιά της, τους δημιουργούσε. Της έτυχε ένα «ατύχημα». Η Ζάκυνθος, η παλιά πόλη, χάθηκε.

Υπάρχει η μικρογραφία της που απ’ αυτή μόλις φαίνονται τα επιτεύγματα των προγόνων. Ίσως η ίδια μπορεί να καταφέρει τους… επιγόνους για κάτι το καλύτερο και πνευματικά τελειότερο μέλλον…

Πηγή: Περιοδικό “ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ’ (Τεύχος 26 – Καλοκαίρι 1990).

Θερμές Ευχαριστίες στον Ζακύνθιο Εκδότη κ. ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΒΙΤΣΟ για την παραχώρηση άδειας δημοσίευσης του άρθρου.

Ο Δημιουργός της μακέτας ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΕΣΗΣ

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *