Περί του Κάστρου της Ζακύνθου… Η ιστορία του ανά τους αιώνες…

Γνωστό είναι σε όλους ότι κατά την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα αλλά και υστερότερα, οι πόλεις βρισκόταν μέσα σε κάστρα, ή τουλάχιστον έξω από αυτά, και τούτο για να προφυλάγονται οι κάτοικοι από την μάστιγα των πειρατών αλλά και των εχθρών του κράτους. Αργότερα και μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνος, διατηρήθηκαν με τα κάστρα με τις πολεμίστρες, τους προμαχώνες και τα διάφορα άλλα μέσα του πολέμου της εποχής εκείνης, λόγω όμως της αύξησης των πληθυσμών, ο χώρος του Κάστρου αλλά και οι αποθήκες με τα διάφορα γεννήματα, ακόμα και το νερό, δεν επαρκούσαν, και έτσι οι ηγεμόνες αναγκάζονταν να χτίζουν πόλεις έξω από τα κάστρα. Οι οικισμοί αυτοί με τα χρόνια άλλαξαν, όπως άλλαξαν και τα μέσα ενός πολέμου. Η ανακάλυψη της πυρίτιδας (1313), έφερε νέες εφευρέσεις, καταργήθηκαν τόξα, ακόντια, ασπίδες και οι άλλες πολεμικές μηχανές και βέβαια η μετέπειτα εξέλιξη ενός πολέμου, είναι γνωστή σε όλους.

Η ιστορία όμως δεν λησμονεί την αρχαιότητα, την οποία κατατάσσει σε περίοπτη θέση. Έτσι, και στο άρθρο μας αυτό, περιγράφονται το κάστρο αλλά και τα άλλα αμυντικά μέσα που είχαν δημιουργηθεί στην Ζάκυνθο  από τους εκάστοτε κατακτητές, μιας άλλης μακρόχρονης εποχής, που φυσικά δεν γνωρίσαμε και από μόνο φανταστικά αλλά και από μέσα από διάφορα ερείπια ή ιστορικά βιβλία, μπορούμε σήμερα να την περιγράψουμε.

Από την εποχή του αποικισμού της νήσου από τον Ζάκυνθο, οχυρώθηκε ενταύθα και επί του υψηλότερου λόφου και ακρόπολη, δόθηκε δε σε αυτή και το όνομα «Ψωφίς» εκ της καταγωγής των αποίκων. Το φρούριο περιέκλειε την πόλη, τα διάφορα μεγαλοπρεπή οικοδομήματά της, το στάδιο και τα άλλα λοιπά κτίρια. Τούτο μάς μαρτυρεί και ο εξ Αγκώνος περιηγητής Κυριακός που επισκέφθηκε την νήσον όταν κυρίαρχος ήταν ο Κόμις Παλατινός Κάρολος Β’ Δε – Τόκκος.

«Κατά το έτος 1437, την τρίτην των Νόννων του Αυγούστου, αφικόμεθα εις την Ζάκυνθον, ευγενή νήσον της Ηπείρου και ανήλθομεν εις την πόλιν, την φέρουσαν το αυτό όνομα. Εις αυτήν, καίτοι πάντα τα αξιομνημόνευτα έχουν καταστραφεί δια μέσου των μακρών αιώνων, εν τούτοις, ήσαν καταφανή τα ίχνη του παρελθόντος μεγαλείου…»

Ο χρόνος βέβαια και οι συχνοί σεισμοί, κατέστρεψαν το φρούριο και έφθειραν τα τείχη μετατραπέντος σε αρχαιολογικό μνημείο. Το φρούριο παλιότερα, εκαλείτο και Άγιος Στέφανος, ενώ επί των Βενετών Άγιος Μάρκος. Το 1479 με την εισβολή των Τούρκων το φρούριο κατεδαφίστηκε ολοσχερώς.

Οι σχετικές πληροφορίες για την προ των Βενετών οχύρωση της Ζακύνθου είναι ελάχιστες. Ο Λεων. Ζώης στην εφημερίδα «Ελπίς» ΛΔ αρ. 1701, αναφέρει: «Η Κυρά Κλεώπη η Κοψιδού όπου έκτισε το παρόν Μοναστήρι (εννοεί την Μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που ήταν και Προστάτης του νησιού μέχρι την ανακήρυξη του Αγίου Διονυσίου), εις το Κάστρο της παρόν πόλεως Ζακύνθου».

Αποδεικνύεται δηλαδή, ότι από την εποχή των Δε – Τόκκων, υπήρχε το Κάστρο στον ίδιο λόφο όπου υπάρχει και σήμερα, πλην, δεν γνωρίζουμε την μορφή και φυσικά τις οχυρώσεις του. Αυτά μέχρι το 1479, όταν με την εγκατάλειψη της Κομιτείας από τον Λεονάρδο Γ’ Δε – Τόκκο και την εισβολή των Τούρκων, το κάστρο ισοπεδώθηκε.

Με τον ερχομό των Βενετών, (επίσημα το 1484), και την κυριαρχία τους στο νησί, καίτοι οι συμφωνίες μεταξύ Βενετών και Τούρκων απαγόρευαν την ανακαίνιση του φρουρίου, εντούτοις οι Βενετοί, προκειμένου να οχυρώσουν την επικυριαρχία τους, αλλά και οι κάτοικοι φοβούμενοι μια νέα καταστροφική επιδρομή των Τούρκων όπως αυτή του 1479, λίγα χρόνια αργότερα και αφού άρχισαν να καταφτάνουν και ένα πλήθος από επήλυδες, μετά από την πρόσκληση της Βενετίας, το 1515 κατασκευάζεται και πάλι από τους κατοίκους το φρούριο.

Από την αρχή της κυριαρχίας τους, οι Βενετοί για δύο πράγματα ενδιαφέρονταν περισσότερο, για την άμυνα του νησιού και για την σταφίδα που την έστελναν στην Βενετία. Αν πούμε για τα θρησκευτικά γεγονότα της εποχής, οι ίδιοι οι Βενετοί ομολογούσαν: «Πρώτα είμαστε Βενετοί και μετά Χριστιανοί». Όμως η πρόχειρη κατασκευή και το χτίσιμο με γλίνα, δεν αντέχει στις μεγάλες βροχές και τα αγκωνάρια άρχισαν να ροβολάνε προς τον αιγιαλό. Τότε, η Βενετία, ύστερα από αναφορά του συνδίκου Μάρκο Αντόνιο Κάλβο, έστειλε χρήματα και πέντε χρόνια αργότερα, (1520), κατασκευάζεται εκ νέου το φρούριο με τείχη και πύργους με Γαλλικές προδιαγραφές. Η Ζάκυνθος όμως, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται στο άκρο των τεκτονικών πλακών και δέχεται συχνά μεγάλους σεισμούς. Έτσι, ένας τέτοιος σεισμός που έγινε το 1521 κατέστρεψε και πάλι τα τείχη. Έκτοτε και μέχρι το 1646, τα τείχη καταστρέφονταν ολοσχερώς ή μερικώς από σεισμούς. Το 1542 επισκευάζονται τα τείχη από τους σεισμούς του 1521. Δέκα χρόνια αργότερα, (1554), ένας άλλος σεισμός καταστρέφει ένα μεγάλο μέρος των τειχών. Η ασφάλεια όμως της κυριαρχίας του νησιού ανήκε στο φρούριο και έπρεπε να επισκευαστεί το ταχύτερο. Έτσι, ο τότε προβλεπτής Μάρκος Βαρβαρίγος, ζήτησε βοήθεια από την Μητρόπολη, η οποία χωρίς δεύτερη σκέψη την παραχώρησε, αφού υπολόγιζε στην θέση του νησιού, μετά μάλιστα και από την απώλεια των άλλων Κάστρων (Μεθώνης και Κορώνης) από τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1500. Έτσι, η Βενετία συναίνεσε στην κατασκευή των τειχών και μάλιστα από ασβέστη, γιατί όσα είχαν χτιστεί μέχρι τώρα από γλίνα είχαν καταρρεύσει από σεισμούς και βροχή. Το 1565, μετά από επιθεώρηση, επισκευάστηκαν και πάλι οι τυχόν ζημιές των τειχών και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η οχύρωση του Κάστρου και βέβαια η γενναιότητα των υπερασπιστών του, με αρχηγό τον προβλεπτή Παύλο Κονταρίνη, ανεξάρτητα αν οι Τούρκοι λεηλάτησαν και έκαψαν τον αιγιαλό, να παραμείνει απόρθητο. Καίτοι το πολιορκούσαν επί δυο μήνες, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να το υποτάξουν, φεύγοντας άπρακτοι και με μεγάλες απώλειες.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι επιδρομείς, – συνήθως οι Τούρκοι – που προσπαθούσαν να καταλάβουν το φρούριο χρησιμοποιούσαν προσπελάσιμες περιοχές, μία από τις οποίες ήταν και η παραλία του Τσιλιβή. Για τον λόγο αυτό οι Βενετοί είχαν δημιουργήσει χαρακώματα δηλαδή εμπόδια (barra) από την ονομασία των οποίων, ύστερα από παραφθορά παρέμεινε η ονομασία Βαρρές της περιοχής. Εξάλλου αξίζει να πούμε ότι η αμμώδης παραλία του Τσιλιβή φυλάγονταν και από δυο πυροβολεία που είχαν στήσει οι Βενετοί, ένα στο νησί Βόϊδι με την ένδειξη «Των Τριανταεννέα» και το άλλο στο νησί «Των Τεσσαράκοντα» που βρισκόταν έξω από τον όρμο του Αλυκανά. Βέβαια το Κάστρο είχε και άλλες περιπέτειες και πάντα από σεισμούς, όπως οι δύο μεγάλοι σεισμοί της 14ης Απριλίου 1591 και 15ης Μαΐου 1592 που απέφεραν μεγάλες καταστροφές. Αλλά και πάλι διατέθηκαν από φόρους 1000 δουκάτα (επί προβλεπτή Μπόρτολου Παρούτα) για την επισκευή του, όμως οι επισκευές αυτές και όσες άλλες ακολούθησαν αποδείχτηκαν πρόχειρες, αφού πάντα σε κάθε επόμενο σεισμό σημειώνονταν ζημιές στα τείχη.

Τα πράγματα για την Βενετία δεν είναι ρόδινα ως προς τις επαρχίες της. Η Τουρκία κυριαρχεί σε όλον σχεδόν τον Ελληνικό χώρο και μόνο τα Επτάνησα και η Κρήτη αμύνονται ακόμα στις Τουρκικές ορδές. Ως πότε όμως; Η Τουρκική απειλή, ανάγκασε την Βενετία να ενδιαφερθεί έτι περισσότερο για την αποτελεσματική οχύρωση του Φρουρίου της Ζακύνθου, έτσι το 1645 έρχεται στο νησί ο προβλεπτής Τζιοβάνι Γκριμάνι μαζί με άλλους ειδικούς, προκειμένου να φροντίσουν και να επιβλέψουν για τα νέα οχυρωματικά έργα του Φρουρίου και στις 14 Δεκεμβρίου 1645, με αγγαρεμένους Έλληνες από όλο το νησί, αρχίζουν να το επισκευάζουν και πάλι… Πράγματι επισκευάστηκαν όλα τα τείχη και επιπλέον ένας εσωτερικός προμαχώνας για τους μαχόμενους, ενώ κατασκευάστηκαν και διάφορα ξύλινα στηρίγματα, όπως και τρεις κινητές γέφυρες, (σήμερα τίποτα από όλα αυτά δεν σώζεται), ενώ δύο χρόνια αργότερα, επί προβλεπτή Ιερωνύμου Βέμπου, έγινε και νέα οχύρωση του Κάστρου.

Η μάστιγα των σεισμών, συχνά πυκνά, δημιουργούσε ζημιές, άλλοτε μεγάλες και άλλοτε μικρές. Πάντα όμως αυτές επισκευαζόταν όπως αυτή του 1664 όπου δαπανήθηκαν 1500 δουκάτα. Ζημιές στα τείχη δημιουργήθηκαν από τους σεισμούς και τα έτη 1744, 1746 και 1767, αλλά ο σεισμός του Αγίου Ιακώβου τις 23 Οκτωβρίου του 1791, (όπως γράφει ο Λεωνίδας Ζώης, «Ελπίς» ΛΔ, αρ. 1703), κατέστρεψε τα δυτικά τείχη, το παλάτι του προβλεπτή, άλλα οικήματα και την πυριτιδαποθήκη. Αυτά μέχρι το 1797 που ήρθε η πτώση της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου, η οποία και εγκατέλειψε το νησί. Οι νέοι κυρίαρχοι, (Γάλλοι Δημοκρατικοί, Ρωσσο – Τούρκοι και Γάλλοι Αυτοκρατορικοί), δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τις επισκευές του Φρουρίου, εξάλλου οι περίοδοι της παρουσίας τους ήταν ολιγόχρονη. Με την άφιξη όμως το 1809 των Άγγλων και προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το Φρούριο για μόνιμη εγκατάσταση της φρουράς, αναγκάστηκαν να συντηρήσουν τις ζημιές στα κτίρια και στο φρούριο, όπως μάς περιγράφει ο Ζώης στην ίδια εφημερίδα (αρ. 1704): «1812 εις αυτόν τον χρόνον εφτιάσθη από τους εγγλέζους το κάστρο». Μέχρι το 1864 (21 Μαΐου), οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν το Φρούριο με διαφορετικούς τρόπους, ακόμα και για σωφρονιστικό ίδρυμα (φυλακές), αλλά αναγκάστηκαν όμως να το εγκαταλείψουν μετά από σεισμούς και να φτιάξουν άλλες φυλακές το 1830, στον αιγιαλό της Αγίας Τριάδας, εκεί που μετασεισμικά χτίστηκε η ομώνυμη εκκλησία.

Πολύ αργότερα, και μετά την Ένωση, η Πολιτεία ανακαίνισε τις φυλακές του Κάστρου και μάλιστα δύο φορές, η πρώτη το 1884, (καταστράφηκε από τους σεισμούς του 1893), και η δεύτερη το 1902, αλλά και πάλι καταστράφηκαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν. Ουσιαστικά, με την αποχώρηση των Άγγλων, το Κάστρο εγκαταλείφθηκε στην τύχη του…

Μέσα στο Φρούριο, από τους Δε – Τόκκους και μετέπειτα, υπήρχαν διάφορες εκκλησίες και μοναστήρια των Λατίνων και των Χριστιανών, όπως η Παναγία η Λαουρένταινα, η Αγία Παρασκευή, η Ζωοδόχος Πηγή, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο Άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Βασίλειος, ο Άγιος Αντώνιος, ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Θεόδωρος, ο Άγιος Νικήτας, και οι Καθολικές Σωτήρας San Salvatore, Άγιος Φραγκίσκος, Αγία Βαρβάρα, Άγιος Στέφανος, Αγία Αικατερίνη, Αγία Λουκία και Αγία Ιουστίνη.

Επίσης, μέσα στο Κάστρο όπου ήταν και η πρωτεύουσα του νησιού με το όνομα Terra Ferma, εκτός από τα μοναστήρια και τις εκκλησίες που αποτελούσαν και ενορίες, υπήρχαν οικοδομές, με πρώτη και καλύτερη το παλάτι του προβλεπτή, το δικαστικό μέγαρο, διάφορα διοικητικά κτίρια, στρατώνες, ακόμα και φυλακές και φυσικά οικίες των ευγενών. Ο αιγιαλός, το Borgo della marina κατοικείτο από ψαράδες με καλύβες και μικρές παράγκες.

Δεν πέρασαν ούτε 15 χρόνια από την άφιξη των Βενετών και οι επήλυδες που καταφθάνουν, αναγκάζουν την κυβέρνηση να παραχωρήσει περιοχές και άδειες για να χτίσουν τις κατοικίες τους οι επήλυδες, όσοι προτιμούσαν τον αιγιαλό και όχι την ύπαιθρο. Έτσι, στο Borgo Della Marina αρχίζει ένας εντατικός ρυθμός ανέγερσης σπιτιών, ακόμα και από ευγενείς. Μια στατιστική αναφέρει ότι το 1525 στο Φρούριο υπήρχαν 245 κατοικίες που κατοικούσαν 1216 άτομα, ενώ στην κάτω πόλη, τον αιγιαλό, είχαν χτιστεί 1051 σπίτια με 4620 κατοίκους, αλλά και στα αμέσως επόμενα χρόνια, οι κάτοικοι του Κάστρου αρχίζουν σιγά σιγά να το εγκαταλείπουν και να χτίζουν νέα σπίτια στην καινούργια πολιτεία. Ακόμα και ο πρεβεδούρος εγκαταστάθηκε στην πόλη.

Άλλα αξιόλογα σημεία του Φρουρίου ήταν τα πηγάδια και οι δεξαμενές που παρείχαν άφθονα νερά. Με την εγκατάλειψη του Φρουρίου από τους κατοίκους που τα παραχώρησαν στην κοινότητα αποζημιωθέντες από τους πολλούς σεισμούς, (όπως αυτός του 1893) και την αδιαφορία της Πολιτείας, το μεσαιωνικό μας φρούριο ερημώθηκε και μόνο κάποιοι όρθιοι τοίχοι της λατινικής εκκλησίας του Σωτήρος μπορούμε ακόμα να θαυμάσουμε… Τα ερείπια άλλων κτισμάτων έρχονται στο φως μετά από ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Σήμερα, το Μεσαιωνικό μας Κάστρο διατηρείται σε κάποια υποφερτή κατάσταση, αφού και οι αρμόδιοι αρχαιολόγοι αναφέρουν ότι τα εξωτερικά πεύκα δημιουργούν προβλήματα στα θεμέλιά του.

Οι οχυρώσεις και οι προμαχώνες του Κάστρου είναι οι εξής: 1) Προμαχώνας Grimani, 2) Οχύρωμα Tre Porte, 3) Οχύρωμα Minoto, 4) Προμαχώνας Posto Dell’ Aquilla, 5) Οχύρωμα Dell’ Aqyilla, 6) Οχύρωμα Βembo, ενώ υπήρχε και πύλη και λιθόστρωτος δρόμος που οδηγούσε στον αιγιαλό. Η πύλη αυτή, σύμφωνα με τις πληροφορίες της Αρχαιολόγου και Διευθύντριας του Μουσείου Ζακύνθου Αείμνηστης Ζωής Μυλωνά, κλείστηκε το 1738, όταν ο δρόμος καταστράφηκε. Η πύλη αυτή, έφερε την «καμπάνα» ή το ρολόι του Κάστρου όπου σήμαινε την έναρξη των συνεδριάσεων του Συμβουλίου της Κοινότητας και αργότερα χρησιμοποιήθηκε σαν ρολόι της πόλης, καταργήθηκε δε το έτος 1844. 7) Οχύρωμα San Marco (έπεσε στους σεισμούς του 1953).

Τέλος, σημειώνεται ότι το φρούριο και η γύρω περιοχή του κηρύχθηκε με διάταγμα της 15ης Απριλίου 1929 διατηρητέο μεσαιωνικό μνημείο και το ίδιο έτος, δεντροφυτεύτηκαν  50 στρέμματα στον εξωτερικό του περίγυρο ενώ η εσωτερική δεντροφύτευση πραγματοποιήθηκε το 1952 επί Νομαρχίας Δ. Σαμπατακάκη.

ΑΡΘΡΟ  ΤΟΥ  ΑΝΤΩΝΙΟΥ Π. ΞΕΝΟΥ  (Περιοδικό “Ματιές και Μνήμες από την Ζάκυνθο”  Τεύχος 3).

Κάτοψη του Κάστρου της Ζακύνθου το 1687.


 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *