Το Φιόρο του Λεβάντε κάηκε… Η Λιτανεία του Αγίου μέσα στα χαλάσματα…

Τα άρθρα που θα διαβάσετε πιο κάτω μού τα έστειλαν δύο καλοί φίλοι. Το πρώτο το δημοσίευσε ο Ζακύνθιος εκδότης κ. Διονύσιος Βίτσος πριν δύο χρόνια και το άλλο το έγραψε ο Αείμνηστος Δήμαρχος Ζακύνθου Τάλμποτ Κεφαλληνός και μού το έστειλε ο φίλος μου Χάρης Νικ. Παπαδάτος.
Το «Φιόρο του Λεβάντε» κάηκε! «Τα νησιά του Ιονίου τα πιέζει ένα γιγάντιο χέρι». «Χάσαμε την ψυχή μας». Αυτοί ήσαν οι τίτλοι των εφημερίδων, κατά τους σεισμούς των Ιονίων.
Όμως, ο πιο πένθιμος τίτλος, θαρρώ, πως ήταν τούτος: «Ο Κόκκινος Βράχος γκρεμίστηκε».
Στριμωγμένη σε μια γωνιά αναφέρεται και η είδησις του χαμού του Βράχου, που τόσον ύμνησε ο Ξενόπουλος στην «Φωτεινή Σάντρη».
Αλλά, καυμένη Ζακυνθούλα, που είναι πιά οι ιπποτικοί σου «Ποπολάροι», οι ρούγες και τα «παλάτσα» σου με τα μεθυστικά μπουγαρίνια και τα γιούλια; Πού νάναι και η Στέλλα Βιολάντη, η «Αθανασία», οι «λιάπηδες» και οι «σγαρίλοι» να σκαρώσουν καμιά «μπαρτζολέτα»;
Τα αρχοντικά σου καντούνια κι οι «κοντεσίνες» με τις κατάλευκες μουσελίνες, πού μοιαζαν Ροδίτικες πεταλούδες, δεν θα ξαναϊδώ, θαρρώ, χαμένη Ζάκυνθος!
Ώ, αν ζούσε ο καλός σου Γρηγόρης, θαρχόταν σιμά σου και αμφιβάλλω, αν θ’ άντεχε στο θέαμα, που θα έβλεπε… Καλύτερα που πέθανε (το 1951)  και δεν σε είδε έτσι κουρελιασμένη κι άμοιρη…
Πάνε πιά οι «μπαρτζολέτες», πούλεγαν στις ρούγες. Όμως, «μα τον Άγιο», με λύπησε πολύ το γκρέμισμα τού Κόκκινου Βράχου». Τώρα στα ερείπιά του κάθεται ένας σεβάσμιος Λευίτης μ’ ένα μωρό πεντάρφανο και κοιτάει πέρα, ποιος ξέρει τι! Το πέλαο, τα καράβια ή τα χαλάσματα π’ απόμειναν;
Μου διηγήθηκαν, πως ένας γέρος έμεινε ξεχασμένος μέσα στο σπίτι του, αλλά δεν έπαθε τίποτα. Ζήτησε να τον βγάλουν έξω κάτω απ’ την ελιά του σπιτιού, γιατί δεν ήθελε να φύγει.
— Άμα θα φύγω από δω, θα πεθάνω, έλεγε.
Kι έπειτα:
— Αφήστε με, δε θέλω να φύγω !
Κι όλοι θαρρούσαν πως τρελάθηκε.
Οι τρελοί, που εκρατούντο στο Ψυχιατρείο, μετεφέρθησαν μ’ ένα πλοίο στην Πάτρα, αλυσοδεμένοι. Τους έβαλαν στην πλώρη του πλοίου και απ’ το θέαμα και τις φωνές τους, θαρρούσες πως βρίσκεσαι στον έβδομο κύκλο της Δαντικής Κολάσεως.
Ανάμεσά τους, όμως, ήταν κι ένας που δεν είχε αλυσίδες, αλλά μ’ αναμαλλιασμένα μαλλιά κοιτούσε τη θάλασσα αμίλητος. Την άλλη μέρα κάποιος τον είδε στην Αθήνα φρεσκοξυρισμένο να συζητά με συμπατριώτες του, που θα βρει δουλειά. Ο άνθρωπος τα είχε τετρακόσια, αλλά βρήκε σαν μόνον τρόπο διαφυγής το «να κάνει τον μουρλό»! Μπερδεύτηκε με τους τρελούς κι έτσι ήρθε στην Αθήνα και τσάμπα.[Για ένα διάστημα απαγορεύονταν οι μετακινήσεις από και προς στην Ζάκυνθο].
Γράφτηκαν χίλιοι ηρωισμοί κι αυτοθυσίες στα τρία νησιά τού Ιονίου. Ποιος, άραγε, θα μπορούσε να τους διηγηθεί;
Θα χαθούν και θα σβήσουν μέσα στους καπνούς των ερειπίων και της φωτιάς και θα μείνει μόνο η ευγνωμοσύνη εκείνων που βοηθήθηκαν. Απέριττο μνημείο στην καρδιά κάθε Επτανησίου.
Οι Ζακυνθινοί είναι καλλιτέχνες κι άνθρωποι με ευγενικό τρόπο ζωής. Η ζωή τους τους πάντα τόδειξε. Και σαν τέτοιοι είναι λεπτοί άνθρωποι. Γι αυτό κι ο πόνος τους είναι βαθύτερος.
Σε τέτοιες στιγμές καταστροφής μπορεί να δη κανείς διάφανα τον χαρακτήρα και τις αγάπες του ανθρώπου. Ο φιλάργυρος αρπάζει τα διαμαντικά, ο φαγάς μια κατσαρόλα, ο μπεκρής μια μπουκάλα, η μάννα το παιδί της, η κοκέτα το εμπριμεδάκι της. Όμως, ένας γέρος, σαν είδε τον χαλασμό, άρπαξε το… καναρίνι του.
Και μέσα στο πένθος, τις σκόνες και τις πυρκαγιές, ακούγονταν οι τρελές τρίλιες του—περίεργη αντίθεση αστειότητας στην ανήκουστη, συμφορά…
— Νιόνιο μου, ψυχή μου, το καναρίνι έβρηκες να πάρεις; τον μαλώνει η γερόντισσα γυναίκα του.
— Ναίσκε, το καναρίνι! Τι ήθελες να πάρω; Το μαντολίνο ;
Και το κρεμάει με το κομψό κλουβί του στο κλαρί μιας καπνισμένης ελιάς, απομένοντας εκεί να το καμαρώνει και να χωρατεύη, γελώντας και παίζοντας μαζί του, ευχαριστημένος που τόσωσε… Τώρα, στη σιωπή των ερειπίων — αχτίδα χαράς — ακούγονται από πέρα τα τιτιβίσματα κι οι τρελές τρίλιες του καναρινιού, που, ποιος ξέρει, τι πόνους να κλαίει..
ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΤΖΑΦΟΣ, Εφημερίδα «Φωνή του Πειραιώς», 27-8-53
 ΜΙΑ ΘΥΜΙΣΗ – Του Τάλμποτ Κεφαλληνού
Αύγουστος 1953 – Η χώρα μυρίζει ακόμα καμμένη σάρκα… Όσοι δεν πήρανε τον δρόμο της προσφυγιάς σκεπάζουν με κουρέλια το κορμί τους… Ατέλειωτοι σωροί χαλάσματα φράζουν τις ρούγες και τα καντούνια… Έχουν περάσει μόνο έντεκα μέρες. Και η γιορτή του Αγίου μας ξημέρωνε. Ο ένας ρωτά τον άλλον αν ¨θα βγει” η Χάρη Του ή θα σταματήσει, για πρώτη φορά στα χρονικά του Τζάντε, η παράδοση της καλοκαιριάτικης λιτανείας. Ας έχουν την ευλογία Του εκείνοι που πήραν την απόφαση να συνεχισθεί η παράδοση…
Είχε σουρουπώσει σαν “η Λιτανεία” ξεκίνησε από τον Άμμο. Με βήμα αργό έφτασε στην ιστορική δεντροστοιχία και εκεί μισοσταμάτησε… Παλιά συνήθεια έφερνε στα βήματα στο δρόμο προς τον Άγιο Λουκά, ένα δρόμο που δεν υπήρχε πιά!! Κι έτσι τράβηξαν στη Στράτα Μαρίνα… Τιμητική συνοδεία, Νοσοκόμες, Προσκοπίνες, Πρόσκοποι και κάποιοι φαντάροι. Όλοι κουρασμένοι, σκονισμένοι, δακρυσμένοι… Φτάσανε στην Πλατεία Σολωμού, κάμαν ένα γύρο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Όταν, μία καμπάνα, η καμπάνα του καμπαναριού του Αγίου Νικόλα του Μώλου, ακούστηκε. Ήταν η πρώτη, η μόνη καμπάνα, που σήμανε στο πέρασμα της λιτανείας! Στο νησί του Σολωμού δεν υπήρχε άλλο καμπαναρίο να χτυπήσει!! Άλλα σωριάστηκαν σε άμορφους όγκους και άλλα βουβάθηκαν αγιάτρευτα!! Και τότε… Όσοι είχαν ως εκείνη τη στιγμή σφίξει τις καρδιές και νικήσει τον καημό, ξέσπασαν σ’ ένα σιωπηλό ατέλειωτο κλάμα, που σπάραζε τις ψυχές. Λένε πώς κι ο Άγιος δάκρυσε την ώρα εκείνη…!!
Ένας χρόνος πέρασε. Στου Τζάντε το γιαλό οι πληγές είναι ακόμα θλιβερές και μεγάλες. Κι ο Άγιος, που θα “βγει” και φέτος ξανά, θα ξαναντικρύσει και πάλι χαλάσματα. Μονάχα χαλάσματα… Και, λένε, πως θα ξαναδακρύσει…
 23 Αυγούστου 1954
Τα ερείπια της περίφημης βίλας “ΑΛΛΑ” στο Ψήλωμα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *