Οι συντεχνίες, σαν μορφή συσπείρωσης των επαγγελματιών συγκεκριμένου κλάδου, κάνουν την εμφάνισή τους στη Ζάκυνθο, όπως και στα άλλα Ιόνια νησιά, στα μέσα του 16ου αιώνα. Οργανώθηκαν στα πλαίσια των αναλόγων της Βενετίας και είναι ένα είδος αδελφότητας, όμοιο με τα άλλα, όπου δημιουργήθηκαν στο νησί, γύρω από κάποιο Ναό, με την διαφορά πως σε αυτές μπορούσαν να γραφτούν μόνο άτομα, τα οποία ασκούσαν το συγκεκριμένο επάγγελμα, ενώ στις άλλες συμμετείχαν μέλη ανεξαρτήτου εργασίας, όπου απλά δέχονταν τους όρους του αδελφάτου.
Στις διάφορες αρχειακές πηγές τις συναντάμε με τα ονόματα: «μαεστράτζα», «μαϊστράντζα», «άρτη», «άρτε», «σκόλα» και «φράγια». Τα μέλη τους, εκτός από την διατήρηση, την ευπρέπεια και την σωστή λειτουργία του Ναού τους, που τους ανήκε και σε αυτόν τελούσαν τα βασικά θρησκευτικά τους καθήκοντα (βάπτιση, γάμο, θανή), φρόντιζαν και όλων των άλλων αδελφοτήτων, είχαν σκοπό τους και την προάσπιση των συντεχνιακών τους συμφερόντων και την βοήθεια των μελών τους.
Αναμφίβολα είχαν παίξει έναν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και ιστορική εξέλιξη του νησιού και η παρουσία τους στην καθημερινότητα της Ζακύνθου και των άλλων Επτανήσων, αλλά και την εν γένει ζωή τους, υπήρξε καθοριστική. Με τις σημαίες τους, όπου πάνω τους εικονιζόταν ο προστάτης Άγιος, λάβαιναν μέρος στις επίσημες λιτανείες και τις δημόσιες τελετές, όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στον περίφημο πίνακα του Παναγιώτη Κοράη ή Καστρινού, ο οποίος απεικονίζει την λιτανεία του Αγίου Χαραλάμπους (1756) και σήμερα, προερχόμενος από την εκκλησία του Ιερομάρτυρα στο Ποτάμι, φυλάσσεται στο Μουσείο Ζακύνθου.
Η συντεχνία των κτιστών
Μία από αυτές τις συντεχνίες, παλιά και δραστήρια, ήταν και η σκόλα των Κτιστών, στην οποία υπάγονταν και εκείνη των Κεραμοποιών. Υπήρχε πριν το 1573 και από το 1620 συνεδρίαζε στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου του Κάτω, ο οποίος ήταν και ο προστάτης της και εικονιζόταν στην παντιέρα της, όπως αποθανατίζεται στον παραπάνω πίνακα. Ο Ναός αυτός είχε δοθεί στην «μαϊστράντζα των χτιστάδων» στις 12 Δεκεμβρίου της παραπάνω χρονιάς (1620), από τον κτήτορά του Αναστάση Λογοθέτη.
Στο Ναό του Αγίου Βασιλείου, σύμφωνα με όρο και επιθυμία του δωρητή, η οποία καταγράφεται στην συμβολαιογραφική πράξη της παραχώρησης, τα μέλη της Συντεχνίας εξέλεγαν και τον Πρωτομάστορά τους, καθώς και τους γασταλδούς (επιτρόπους), οι οποίοι διοικούσαν το Ναό, αξιοποιούσαν την περιουσία του και ενδιαφέρονταν για την ευπρέπεια και την λειτουργία του, αλλά και για τις υποθέσεις της σκόλας.
Πριν καταλήξει οριστικά στην εκκλησία του Ουρανοφάντορος η συντεχνία αυτή είχε αναζητήσει να στεγαστεί σε διάφορες άλλες ιερές στέγες του νησιού. Έτσι στις 29 Ιουνίου 1547 την συναντάμε να ζητάει να της δοθεί η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Ηλία στο Ψήλωμα, για να γιορτάζει τις επίσημες γιορτές της και ιδιαίτερα αυτήν του προστάτη της, καθώς και να εκλέγει τους εκπροσώπους της. Επίσης στις 21 Απριλίου 1605 της παραχωρείται ο Ναός των Αγίων Αποστόλων της πόλης, από τον τότε ιδιοκτήτη της Ν. Βένετο, σαν αδελφάτο της συντεχνίας.
Αρκετές και σημαντικές πληροφορίες για αυτήν την αξιόλογη μαϊστράντζα μας δίνει ο χαλκέντερος ιστορικός Λεωνίδας Χ. Ζώης στο βιβλίο του «Αι εν Ζακύνθω Συντεχνίαι», το οποίο κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο «Ο ΦΩΣΚΟΛΟΣ» του Σ. Καψοκεφάλου το 1893. Σε αυτό, εκτός των άλλων, διασώζει και ολόκληρο το κείμενο της παράδοσης του ναού από τον ιδιοκτήτη Αν. Λογοθέτη στην συντεχνία.
Το λιβέλλο (εδαφονόμιο)
Στην εργασία μας αυτή θα παρουσιάσουμε ένα λιβέλλο, το οποίο έγινε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα και θα γνωρίσουμε μια στιγμή καθημερινότητας της σημαντικής αυτής συντεχνίας των κτιστών, την οποία αφορά.
Η συμφωνία σώζεται σήμερα στα ΓΑΚ Αρχεία Νομού Ζακύνθου, φάκελος 5, υποφάκελος 4. Πρόκειται για λυτό έγγραφο, γραμμένο με μαύρο μελάνι και στις δύο σελίδες του, σε λευκό χαρτί διαστάσεων 19,5 Χ 29 εκ. Είναι αντίγραφο («κόπια») από τον κώδικα της εκκλησίας, όπως σημειώνεται και στην αρχή του, το οποίο και αυτό έγινε από το αρχείο («τα ατι») του ήδη πεθαμένου («του π[οτ]έ») συμβολαιογράφου Νικολάου Τετράδη «[…] από ένα λίπρο του (βιβλίο) σε φύλα 24 […]».
Η επικύρωσή του στο τέλος από τις αρχές στις 13 Ιουνίου 1823, οπότε βγήκε, μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως χρησιμοποιήθηκε για κάποια, ίσως δικαστική, διένεξη μεταξύ των τότε επιτρόπων και των απογόνων αυτών, που έλαβαν το λιβέλλο. Εδώ ας σημειώσουμε πως όλα αυτά τα εδαφονόμια δίνονταν εκτός από τα πρόσωπα, όπου τα λάβαιναν και στους απογόνους και διαδόχους τους. Αυτό το συναντάμε να αναγράφεται σε όλες τις παρόμοιες συμφωνίες οι οποίες αναγκαστικά και σύμφωνα με το νόμο είναι αντιγραμμένες της σελίδες των διαφόρων κωδίκων των εκκλησιών. Το ίδιο συμβαίνει και στην δική μας περίπτωση, όπου διαβάζουμε: «[…] απο τιν sυμερον λειπόν και εις τους αιωνας / εγδενετε ο ανοθεν Ναος από το αυτό sπίτι παραδίνοντας το / ει προκουρατορι προς τους προειριμενους αδελφους Γιακουμελο / κλειρονομους και διαδοχους τους να κανουν εις αφτο ος θελουν / και βουλονται […]».
Ο Πρωτομάστορας και οι προκουρατόροι
Επειδή όμως, ξεκινήσαμε από το τέλος της συμφωνίας, όπου τα παραπάνω διευκρινιστικά, ας πάμε στην αρχή και ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά τους.
Στις 19 Ιανουαρίου 1735 εμφανίζονται στον παραπάνω συμβολαιογράφο, παρουσία των απαραίτητων μαρτύρων, τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη. Από τη μια μεριά είναι οι επίτροποι («προκουράτορι») του Αγίου Βασιλείου του Κάτω, μισέρ Γιάννης Δραγώτης και μισέρ Νικόλαος Θεοδωρόπουλος, οι οποίοι εκπροσωπούν και τον άλλο κολλέγα (συνάδελφος, εδώ συνεπίτροπος) τους, τον μισέρ Γιάννη Κάρδαρη, ο οποίος, όπως σημειώνεται, είναι και ο Πρωτομάστορας αυτόν τον καιρό της μαϊστράντζας των Κτιστών, που, λόγω κωλύματος, πιθανόν άλλης υποχρέωσης του για την συντεχνία ή προσωπικής του εργασίας, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί. Στην άλλη πλευρά βρίσκονται τα αδέλφια Κωνσταντής και Θοδωρής Γιακουμέλοι, παιδιά του ποτέ Δημήτρη. Αυτοί κατάγονται από το ορεινό χωριό Γύρι, αλλά τώρα, όπως τονίζεται, κατοικούσαν στην πρωτεύουσα του νησιού, την Χώρα, όπως είναι γνωστή και έτσι την σημειώνει και ο γραφέας της σημείωσης.
Οι πρώτοι, «[…] με την δύναμιν τις / παρουσις και εις δυναμιν παρτες (απόφασης) απο το καπιτολο (το σώμα των μελών) τους την εψές», θέλουν να δώσουν «[…] εισε ληβελο παντοτινο […]» στους δεύτερους ένα σπίτι της δικαιοδοσίας («δεραγιον») της εκκλησίας, στο οποίο, πιθανόν, θέλουν να κατοικήσουν. Αυτό βρίσκεται στην γειτονιά («σκοντράδα») του Αγίου Βασιλείου. Εδώ, βέβαια, δεν αναφέρεται η δική τους εκκλησία, αλλά ο γειτονικός της, ομώνυμος ναός του Αγίου Βασιλείου του Επάνω ή του Ραψομανίκη. Γνωρίζουμε, από έγγραφο του 1637, πως οι σκοντράδες της πόλης της Ζακύνθου ήταν 14: της Αγ. Τριάδας, του Αγ. Νικολάου των Ξένων, του Σωτήρος, του Αγ. Νικολάου των Γερόντων, της Ευαγγελίστριας, των Αγ. Αποστόλων, της Παναγίας Οδηγήτριας, της Ανάληψης, του Αγ. Αντωνίου του Ανδρίτση, του Αγ. Ιωάννη του Λογοθέτη, της Φανερωμένης, του Αγ. Ανδρέα, του Αγ. Γεωργίου του Πετρούτσου και του Αγίου Βασιλείου του Ραψομανίκη. Άρα ο προσδιορισμός της γειτονιάς αναφερόταν στον τελευταίο, δίχως να εξαιρείται, λόγω θέσης, και αυτός των Κτιστών, ο Κάτω, μια και οι δύο αφιερωμένες στον Ιεράρχη της Καισαρείας εκκλησίες ήταν χτισμένες η μια πολύ κοντά στην άλλη.
Το σπίτι της εκκλησίας
Το σπίτι του Αγίου Βασιλείου, το οποίο θα δοθεί σε λιβέλλο στους αδελφούς Γιακουμέλου είναι «[…] του μάκρου […] οριες (μέτρο μήκους) τεσερες και ποδαρη (μέτρο μήκους) / και του πλατου οριες τρις βοδο […] (χωρίς το μέτρημα των τοίχων)». Έχει, επίσης και αυλή «του μακρου» δύο οριές, περίπου («ηντζίρκα») και «του πλατου» τις ίδιες με το σπίτι.
Αξίζει να δούμε και τα σύνορά του, για να έχουμε μια μικρή εικόνα της περιοχής και της γειτονιάς. Από τον λεβάντε (ανατολικά) γειτονεύει με το σπίτι του Αντώνη Μαϊμανά, από τον πουνέντε (δυτικά) με το σπίτι των κληρονόμων του signor Τζόρτζη Κουδούμνη, από την όστρια (νότια) με τόπο των κληρονόμων του Μανώλη Σκορδούλη και από την τραμουντάνα (βόρια) υπάρχει δρόμος.
Η μια μεριά του είναι χτισμένη από πέτρες και πηλό και η άλλη με αγκωνάρια. Οι άλλοι του δύο τοίχοι, κοινοί («κονσοντίβι») με τα γειτονικά σπίτια, είναι από πλίθες. Επίσης είναι σκεπασμένο με «τραβες» (δοκάρια), «σκορτζες» (φλούδες ξύλου) και κεραμίδια.
Οι στιμαδόροι (εκτιμητές) Στελιανός Μαυριανός και Κωνσταντής Κυνηγός το εκτίμησαν με προφορική εντολή και των δύο μερών και, όπως δήλωσαν στον συμβολαιογράφο, παρόντες στην συμφωνία, το βρήκαν να αξίζει τρία ριάλια και «[…] ενα κιερι ασπρον / ταισαρον προς ασπρα : 100 : το κάθε ριαλι […]».
Με τα παραπάνω συμφώνησαν και οι δύο πλευρές και προχώρησαν στις τυπικές διαδικασίες. Τέλος τα δύο αδέλφια έδωσαν, μπροστά στο νοδάρο και τους μάρτυρες, προκαταβολικά («αβαντι τρατο») στους επιτρόπους έξι χρυσά τσεκίνια, τα οποία στην τρέχουσα τιμή («οπου καθος τρεχουν») είναι τριάντα ένα και μισό ριάλια.
Την συμφωνία την υπογράφουν, σαν μάρτυρες, ο ιερέας Αναστάσης Χαλκοματάς, ο Αντρίας Ρουσμέλης και ο Σπύρος Νταμιλάς. Επίσης την συνυπογράφουν, όπως είναι υποχρεωμένοι, και οι δύο εκτιμητές.
Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε πως και οι συντεχνίες ήταν οργανωμένες όπως ακριβώς και τα άλλα, μη επαγγελματικά, αδελφάτα. Στο συμβούλιο των διαχειριστών τους, όμως, τουλάχιστον σε αυτό των Κτιστών, συμμετείχε και ο Πρωτομάστορας, του οποίου το όνομα, αυτής της περιόδου, πληροφορούμεθα από την καταγραφή του κώδικα. Επίσης μαθαίνουμε και τα ονόματα δύο άλλων μελών της σκόλας, τα οποία αυτήν την διετία συμμετείχαν, σαν προκουρατόροι, στην διαχείριση του Ναού τους.
Τέλος μια λαϊκή γειτονιά, αυτή των Καμινιών, όπου δρούσε η μαϊστράντζα των Κτιστών και των Κεραμοποιών, μας αποκαλύφτηκε, έστω και με ελάχιστα στοιχεία. Ετούτα, όμως, είναι σαν τις ψιμυθιές, που δίνουν πνοή στην προσωπογραφία. Αυτός είναι και ο λόγος, που προσπαθήσαμε να τα διασώσουμε. Και μην ξεχνάμε πως «μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμοί».
Πηγή: Εφημερίδα «ΕΡΜΗΣ», ένθετο «ΕΠΙΛΟΓΕΣ», Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017, αρ. φύλλου 5114.
Η Λιτανεία του Λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη από τον Ναό του Αγίου Χαραλάμπη στο ποτάμι (1756). Έργο του ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΡΑΗ που βρίσκεται στο Μουσείο Ζακύνθου.








