Ούτε τζελουζίες, ούτε αρχοντοπούλες…

Παραθέτω ένα μεγάλο απόσπασμα από άρθρο του Σπύρου Μινώτου, συνεργάτη της “ΒΡΑΔΥΝΗΣ” στη Ζάκυνθο. Έχει τίτλο “η ειδυλλιακή Ζάκυνθος” και δημοσιεύτηκε σε κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας (11ης Ιουνίου) το 1939. Βρήκα κάποιες πληροφορίες πολύ ενδιαφέρουσες και ελπίζω να σας αρέσει.

Δεν υπάρχουν πια ταξικές διαφορές στο νησί όπως στον καιρό του “Βασιλικού” του Μάτεσι. Οι αφεντάδες λιγόστεψαν, πολλές οικογένειες γραμμένες στο “λίμπρο ντ’ όρο” εξέλειψαν ολότελα. Ήταν τόσο λίγο πολύτεκνη αυτή η τάξις! Όσοι έμειναν αναγκάστηκαν από τους ίδιους τους καιρούς να χαμηλώσουν. Τα μεγάλα αρχοντικά χτήματα βρέθηκαν αφόρητα χρεωμένα, τα εισοδήματα των λιγόστεψαν απελπιστικά. Όσοι τα επέβλεπαν προσωπικά κι όσοι ασκούσαν ένα επάγγελμα και ήσαν και άξιοι, μπόρεσαν να τα κρατήσουν. Τα άλλα, ξέφυγαν από τα χέρια τους. Δεν υπάρχουν πια κόντηδες Ρονκάνηδες, όπως τους γνωρίσαμε στο “Βασιλικό”, ούτε κόντε Ντιμάρας και Βιολλάντης, όπως μας τους έδειξε ο Ξενόπουλος στον “Ποπολάρο” και στον “Έρωτα Εσταυρωμένο”. Ούτε αφοσιωμένοι σέμπροι σαν τον Μπουσάκα του “Βασιλικού” Ούτε “τζελουζίες” αχτινωτές, δηλαδή γρίλλιες, που εμπόδιζαν τις αρχοντοπούλες να βλέπουν στο δρόμο και τους διαβάτες να κυτούν τις αρχοντοπούλες. Ούτε “Γαρουφαλιές” και “Στέλλες Βιολλάντισσες” που να τυραννιούνται γιατί “κύταξαν” ένα νέο της πάρα κάτω τάξεως. Στο μικρό νησί, όπως παντού, τους γονείς τους τρώγει η έγνοια ν’ αποκαταστήσουν τα κορίτσια των, όσο μπορούν καλλίτερα. Οι Ζέπηδες και οι Τεμπονιάρηδες είναι ευπρόσδεκτοι γαμπροί σε κάθε αρχοντικό σπίτι. Υπάρχουν βέβαια οι “σοφίτες” και τα “αναμινάλε”, αλλά όχι για να κλείνουν οι αμείλικτοι γονείς τις ανυπάκοες θυγατέρες των. Αν δεν έχουν γκρεμισθή από την παραμέλησι κι από τους σεισμούς, χρησιμεύουν κάποτε για ρωμάντσα, με το φεγγάρι. Και τέτοιες νύχτες είναι μαγεία να τις χαίρεται κανείς ολομόναχος από τα ψηλά “αναμινάλε”. Μα αν έλειψαν όλ’ αυτά τα περίεργα πράγματα που μας πληροφόρησαν οι μεγάλοι Ζακυνθινοί δραματολόγοι, υπάρχουν, ωστόσο, ακόμη ρομαντικές σαν την “Άγνωστη” και τη “Φαρμακωμένη” του Σολωμού και θελκτικές ξανθούλες σαν την Φωτεινή Σάντρη. Γιατί όσο οι άνδρες, είνε, όπως είπαμε, μελαγχολικοί, τόσο τα κορίτσια είναι εκεί ονειροπόλα και αισθηματικά. Τι άλλο έχουν να σκεφθούν, τι άλλο έχουν να κάμουν; Βιομηχανία, γραφεία, εργασίες που να θέλουν κορίτσια, δεν υπάρχουν. Τα υποκαταστήματα των τραπεζών απασχολούν μερικούς νέους και μια-δυο νέες όλο κι όλο. Οι φτωχούλες πλέκουν όλη τη μέρα “κοπανέλια”, λιγοστές, στο περίφημο “μακρύ καντούνι” που έχουν αργαλειούς. Άλλοτε αυτή η χειροτεχνία ήταν πολύ διαδεδομένη στον τόπο. Ο Αρχιδούκας Λουδοβίκος Σαλβατώρ γράφει πως υπήρχαν στο νησί πάνω απο χίλιους αργαλειούς, που παρήγαν περίφημα υφαντά από το μέτάξι έως το “ντρίλλιο”. Μα με την ανάπτυξι της βιομηχανίας στον Πειραιά, λιγόστεψαν σιγά-σιγά οι δουλειές κι οι περισσότεροι αργαλειοί κλείστηκαν. Οι φτωχοπούλες στις “έξω μερίες” κερδίζουν ακόμα κάτι από τις εληές κι από τους τρύγους της σταφίδας. Εκεί τις εληές δεν τις αφήνουν να ωριμάσουν. Τις μαζεύουν άγουρες, χτυπώντας τα λιόφυτα με ραβδιά. Οι άντρες ανεβαίνουν πάνω στα ίδια τα δέντρα ή τοποθετούν τη διπλή σκάλα γύρω-γύρω για να μαζέψουν τις “τσίμες”. Οι γυναίκες απλώνουν κάτω τα ¨λιόπανα” και καθαρίζουν τον καρπό, βγάζοντας τα φύλλα που ροβολούν κάτω μαζί με τις εληές. Συμβαίνει όμως να κάμη κακοκαιρίες κι αέρηδες και τότες οι εληές πέφτουν μονάχες. Είνε η μόνη ευκαιρία για την φτωχολογιά της πόλης, που τρέχει αμέσως στα λιοστάσια και τις μαζευει. Άλλοι τους αφήνουν ελεύθερα, άλλοι νοικοκυραίοι, απαιτούν τον μισό καρπό. Κι έτσι οι φτωχούλες κάνουν λίγο λαδάκι, το περίφημο Ζακυνθινό αγουρόλαδο. Είναι θαύμα η φύσις της Ζακύνθου με τα πρωτοβρόχια. Σε όλες τις όχθες και κάτω από τις “εντόπιες”, τις αιωνόβιες, δηλαδή, εληές, φυτρώνουν τα πιο λεπτά, τα πιο ευγενικά λουλούδια, οι “κοπελούλες”, όπως λένε εκεί τα κυκλάμινα. Ο κάμπος σκεπάζεται με ένα απαλώτατο βελούδινο χορταράκι. Η νιοβρεμένη γη μοσχοβολά από το ρουφισμένο πρωτοβρόχι. Τσιρίζουν τα πουλιά και πετούν σαν τρελλά δώθες και κείθες σαν να είχαν τη γιορτή τους. Γιατί το Φθινόπωρο στο νησί είνε κάτι υπερόχως ωραίο. Είνε το ξαλάφρωμα της γοητευτικής φύσεως. Είνε η γιορτή της βεντέμας. Είνε και φορές που το Φθινόπωρο έρχεται απότομα, μεσ’ στην καρδιά της βεντέμας, προτού σηκωθεί το φρούτο από τ’ αλώνια. Τότες είνε λαχτάρα πραγματική. Ανοίγει ο ουρανός τους κρουνούς του κι αλλοίμονο! Γιαυτό και οι καϋμένοι οι χωρικοί έχουν διαρκώς τον νου τους στο “στενό”, στο μέρος, δηλαδή, ανάμεσα σε δυο βουνά, που αν παρουσιασθεί σύγνεφο, σίγουρα θά ‘ρθη βροχή. Μ’ αυτό συμβαίνει, ευτυχώς, σπάνια και δεν κακοκαρδίζουν οι καλοί, εργατικοί και φιλόξενοι χωρικοί. Μόλις μπη το καλοκαίρι, οι αφεντάδες, μικροί και μεγάλοι, πηγαίνουν στις βίλλες τους. Υπάρχουν τέτοιες παληές, περίφημες για την κομψότητα της αρχιτεκτονικής των. Είνε η “Σαρακίνα”, τ’ “Αγγερικό” και το “Χαμουζά” των πέντε Λούντζηδων, η θαυμασία έπαυλις της οικογένειας Φιλιππόπουλου, κληρονομημένη από έναν ποιητή-άρχοντα, τον Φρειδερίκο Καρρέρ, με ένα μικρό θαυμάσιο πάρκο πάνω σε ένα τόσο δα λοφάκι, είνε η χαριτωμένη των Στίβενς, η περίφημη του κόντε Δεσύλλα στη Λιθακιά, άλλες των Κουμούτων, του Ρώμα, και πολλών που δεν τις θυμάμαι πια. Κι έπειτα, άλλες, μικρότερες, απλούστερες, φτωχότερες. Κι έπειτα τα σπίτια των χωρικών γελαστά, ολοκάθαρα, διαφορετικά από κάθε άλλο μέρος της Ελλάδος. Γιατί στη Ζάκυνθο η γυναίκα παραμένει στο σπίτι της νοικοκυρά. Δεν θα την ιδής ποτέ να δουλεύη σε βαρειές δουλειές, όπως σε άλλα μέρη. Ούτε να σκάφτη, ούτε να σκαλίζη, ούτε να οργώνη. Αυτές είναι δουλειές ανδρικές και θα ‘ταν προσβολή να βάλη σε αυτές ο χωρικός τη γυναίκα του. Έτσι οι χωριάτισσες περιορίζονται στο σπίτι τους και στις ελαφρές γεωργικές εργασίες, στο μάζεμα του χόρτου, στο θιάφισμα και στον τρύγο την πιο ωραία, την πιο ειδυλλιακή εποχή του νησιού.

Το κείμενο αποδόθηκε σε μονοτονικό σύστημα, με διατήρηση της πρωτότυπης ορθογραφίας.

Ευχαριστώ θερμά την σεβαστή κυρία μεγάλης ηλικίας για την πολύτιμη βοήθειά της στην αποσαφήνιση ορισμένων δυσνόητων όρων του κειμένου.

Του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΦΟΥΡΝΟΓΕΡΑΚΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *