Tα Χριστούγεννα του 1931 η “Νέα Εστία” (διευθυντής τότε ήταν ο Γρηγόρης Ξενόπουλος) κυκλοφόρησε ένα “έκτακτον τεύχος” στο οποίο δημοσίευσε μια φωτογραφία ενός πίνακα (αγνώστου ζωγράφου) της οικογένειας Βολτέρα στον οποίο απεικονίζεται ο απόπλους του Ενετικού στόλου για τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). Υποθέτω πως αυτός ο πίνακας δεν υπάρχει πια, όμως, στη συνέχεια, όπως θα διαβάσετε, γίνεται λόγος και για δεύτερο πίνακα με το ίδιο θέμα που υπήρχε στο Μουσείο Ζακύνθου (Ναός του Παντοκράτορα)….
(Το κείμενο υπογράφει ο ακαδημαϊκός Γ. Σωτηρίου)
Εις τας μέχρι τούδε γενομένας γνωστάς εικόνας της Βενετοκρατουμένης Ζακύνθου προστίθεται και η δημοσιευομένη ενταύθα ιστορική εικών, ανήκουσα εις την εν Ζακύνθω οικογένειαν Νικολάου Βολτέρα.
Ο άγνωστος ζωγράφος υποτίθεται ότι βλέπει την πόλιν και τον λιμένα της ιστάμενος επί ενός των υψηλοτέρων ανατολικών λόφων της νήσου και έχων προ αυτού την περίφημον παλαιάν Μονήν της Σκοπιωτίσσης, ήτις και εικονίζεται έμπροσθεν της εικόνος. Ολόκληρος ο λιμήν ανοίγεται ενώπιόν του με τον πληρούντα αυτόν Βενετικόν στόλον (κυματίζει εις όλα τα πλοία η σημαία του Αγίου Μάρκου), όστις εικονίζεται την στιγμήν του απόπλου του εκ του λιμένος.
Εις το βάθος εκτείνεται η πόλις, χαρακτηριστικά μνημεία της οποίας υφίστανται ακόμη (ως είναι η Παναγία η Κρυονερίτισσα και άλλα, εξωραϊσμένα οπωσδήποτε υπό του ζωγράφου), άνωθεν δε αυτής διακρίνονται οι γραφικοί λόφοι με τον δρόμον προς την Αγίαν Τριάδαν (!) και επί του υψηλοτέρου εις το μέσον λόφου το Κάστρον, εις τους δύο ακρινούς πύργους του οποίου κυματίζει η Βενετική σημαία. Άνω δεξιά, υπάρχει εις σχήμα οικοσήμου προσωπογραφία εν προτομή μετά της επιγραφής Paulo Contarini, αριστερά δε κάτω, ο Άγιος Σπυρίδων κρατών την εικόνα της Θεοτόκου δεόμενης και περιστοιχιζόμενος υπό νέων Ζακυνθίων ενδεδυμένων πλουσίας φραγκικάς στολάς και κρατούντων λαμπάδας. Εκατέρωθεν της κεφαλής του Αγίου είναι αναγεγραμμένη η επιγραφή:
“Χαίρε των Επτά νήσων (το) κλέος και Τριμυθούντος σοφώτατε, Σπυρίδων προστάτη, πανιερώτατε, δέξου την δέησιν ημών”.
Επί της οπισθίας, τέλος, όψεως της εικόνος είναι επί σανίδος δια χρώματος γεγραμμένη η επιγραφή:
“Η παρτέντζα των Φράγκων για τη σωτηρία των χριστιανών, 3 Οκτοβρίου 1571”
Έχομεν επομένως ενώπιον ημών εικόνα ασφαλώς χρονολογημένην (του έτους 1727) εκτελεσθείσαν προφανώς τότε κατά παραγγελίαν οικογενείας, μέλη της οποίας, εικονιζόμενα εκατέρωθεν του Αγίου Σπυριδώνος, έλαβον, φαίνεται, ενεργόν μέρος μετά των Βενετών κατά την Ναυμαχίαν της Ναυπάκτου, την συμβάσαν κατά το έτος 1571.
Ως προς την τεχνοτροπίαν, η αξιόλογος αύτη εικών έχει τους ιδιάζοντας χαρακτήρας της επτανησιακής σχολής των αρχών του 18ου αιώνος. Ο στόλος, η πόλις, το τοπίον είναι εζωγραφισμένα κατά τον πραγματιστικόν τρόπον, αλλά με κάποιαν αφέλειαν και σχηματικότητα, τα δε πρόσωπα κατά τον ανάμικτον Βενετο – Βυζαντινόν τρόπον, όστις διακρίνει και τας συγχρόνους αγιογραφίας. Η προσωπογραφία του Κονταρίνι – πιθανώς αντίγραφον εξ Ιταλικού προτύπου – έχει καθαρώς Ιταλικόν χαρακτήρα. Η ιστορική σημασία της εικόνος έγκειται εις το ότι συμπληρώνει τον κύκλον των επί ελληνικού εδάφους αναφανεισών εικόνων των αναφερομένων εις την ναυμαχίαν της Ναυπάκτου. Αι γνωσταί μέχρι τούδε ελληνικαί εικόνες, δι’ ων εξαίρεται το αληθώς σπουδαιότατον ούτο γεγονός, παριστάνουν αυτήν την Ναυμαχίαν. Σπουδαιοτέρα τούτων είναι η εικών η ποιηθείσα υπό Ρωμανού (πιθανώς κατά τα τέλη του 17ου ή τας αρχάς του 18ου αιώνος), αποκειμένη εν τω Μουσείω Ζακύνθου, τα πρόσωπα και η σύνθεσις της οποίας θα ηδύναντο να αναζητηθώσιν εις εικόνας μεγάλων, συγχρόνων προς το γεγονός, Βενετών ζωγράφων, ως είναι ο εν τη Accademia di belle arti της Βενετίας φυλασσόμενος πίναξ του Veronese και η εν τω Palazzo Ducale της Βενετίας τοιχογραφία του ιδίου ζωγράφου, η κοσμούσα τη αίθουσαν της Salla del Collegio.










