Από τη Μεγάλη Πέμπτη ξεκινά το μεγάλο πένθος για το καθαυτό Πάθος του Χριστού. Οι γυναίκες πάνε στην εκκλησία φορώντας μαύρα ρούχα, εις ένδειξη πένθους. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το λεγόμενο “χήρεμα της καμπάνας”. Το πρωί, δηλαδή, τα καμπαναριά σημαίνουν για την λειτουργία της ημέρας και μετά δεν ξαναχτυπούν καθόλου, ούτε πένθιμα, μέχρι το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, που θα γίνει η Γκλόρια και θα πέσει “Το Κομμάτι”. Παράλληλα με το χήρεμα της καμπάνας, κρεμιόταν και ο φάντης. Στα καφενεία που παιζόταν τζόγος καθώς και στα άλλα χαρτοπαιχτικά στέκια, κρεμούσαν από εμφανές σημείο αυτό το χαρτί της τράπουλας, ως δείγμα πως λόγω του Θείου Πάθους σταματούσε η χαρτοπαιξία μέχρι την Γκλόρια του πρωινού του Μεγάλου Σαββάτου. Η τράπουλα ανέκαθεν αποτελούσε ένα από τα μεγάλα πάθη των Ζακυνθινών. Την ίδια ώρα οι φάβροι (σιδεράδες), γύριζαν ανάποδα τα αμόνια τους πάνω στο αμονόξυλο, που ήταν η βάση τους, για να δείξουν έτσι πως ξεκινούσαν την αποχή από την επίπονη εργασία τους. Το παραδοσιακό φαγητό της ημέρας είναι οι μαύρες, συνήθως, αγκινάρες, που μαγειρεύονται παραγιομιστές με ρύζι και μάραθο, και συνοδεύονται με φρέσκα κουκιά. Το βράδυ, στην Ακολουθία των Αγίων Παθών, η οποία είναι γνωστή ως “Τα Δώδεκα Ευαγγέλια”, οι γυναίκες παίρνουν κοντά τους χρωματιστά γνέματα και με αυτά κατά την διάρκεια της ανάγνωσης των Ευαγγελίων πλέκουν γαϊτανάκια, τα οποία κρατάνε σαν φυλακτά. Στην Ζάκυνθο δε, ο Εσταυρωμένος δεν βγαίνει, όπως στα άλλα μέρη, πριν από το έκτο Ευαγγέλιο, αλλά πριν από το δωδέκατο. Η Τελετή μάλιστα, έχει ένα δικό της, ξεχωριστό χρώμα. Με το άκουσμα του πρώτου Τροπαρίου των Αποστίχων,: “Πάσα η φύσις ηλλοιούτο φόβω…” κλείνουν τα φώτα της εκκλησίας και ο Ναός φωτίζεται μόνο από το φως των καντηλιών και των κεριών που κρατούν στα χέρια τους οι εκκλησιαζόμενοι. Στο κατανυκτικό αυτό κλίμα ακούγονται οι υπόλοιποι ύμνοι. Οι δυο τελευταίοι ύμνοι, “Κύριε αναβαίνοντός σου εν τω Σταυρώ,,,” και “Ήδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως…”, είναι τονισμένοι στο τοπικό, μουσικό εκκλησιαστικό ύφος και μελωδικά προετοιμάζουν τους πιστούς. Στο τέλος του τελευταίου ύμνου, ανοίγει η Ωραία Πύλη και εμφανίζεται ο Εσταυρωμένος, ο οποίος στέκεται σε αυτήν. Μπροστά Του ένας καλλίφωνος ψάλτης ψάλλει το “Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…”. Εδώ υπάρχει συναγωνισμός για το ποίος θα το πει καλύτερα και οι συγκρίσεις γίνονται το θέμα της κουβέντας των Ζακυνθινών. Στην συνέχεια ο Εσταυρωμένος περιφέρεται τρεις φορές μέσα στον Ναό ενώ οι χοροί των ψαλτών ψάλλουν το περίφημο “Ίνα τι εφρύαξαν Έθνη…” το οποίο είναι μελοποιημένο από ντόπιο δημιουργό ειδικά για την περίπτωση. Στο τέλος του, ο Ιερέας ή ο Δεσπότης με το άκουσμα του “και κλίνας την κεφαλήν…” γέρνει τον Εσταυρωμένο και ευλογεί το εκκλησίασμα ευλογώντας και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μετά τον τοποθετεί στον “Γολγοθά”, ο οποίος είναι μια ξυλόγλυπτη, καλλιτεχνική βάση. Ακολουθεί το τελευταίο, το δωδέκατο Ευαγγέλιο, “Τη επαύριο, ήτις εστί μετά την Παρασκευή…”, το οποίο είναι και αυτό τονισμένο στο τοπικό μουσικό ύφος. Η μουσική του απόδοση αποτελεί βασικό μέλημα για τον εφημέριο του κάθε Ναού.
Στην φωτογραφία, ο Εσταυρωμένος από τον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνας στον Φαγιά.
Αγκινάρες παραγιομιστές, το παραδοσιακό φαγητό της ημέρας.
https://www.facebook.com/reel/4140391192855438
https://www.facebook.com/reel/10207797032898463?fs=e&s=m
https://www.facebook.com/share/v/17ZYkvYnLH/










