ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τo ταξίδι μου στην Ζάκυνθο τον χειμώνα του 1911.

«Tο χειμώνα του 1911, μια ξαφνική κι ακατανίκητη νοσταλγία, μ’ έκανε να τ’ αφήσω όλα σύξυλα και να πάω στη Ζάκυνθο, να μείνω όσο περισσότερο μπορούσα. Έφυγα, μονάχος μου, στις 6 του Δεκέμβρη και γύρισα την Πρωτοχρονιά του 1912.
Μπόρεσα έτσι να ξαναϊδώ τη χειμωνιάτικη λιτανεία του Αγίου Διονυσίου, που είχα να την ιδώ από παιδί, να ξανακούσω τη νυχτερινή ακολουθία, την παραμονή των Χριστουγέννων, στη Μητρόπολη, να λειτουργηθώ άλλη μια φορά στην πανέμορφη Φανερωμένη και το κυριότερο, το συγκινητικότερο, να ξανακόψω τη Χριστουγεννιάτικη Ζακυνθινή «κουλούρα» στο πατρικό μου σπίτι.
Ο πατέρας μου, καθώς είπα, είχε πεθάνει. Στο σπίτι ήταν μόνο ο θείος μου – στην κάμαρά του πάντα, καθηλωμένος στην πολυθρόνα του – η γριά πια αλλ’ ακμαία ακόμα μητέρα μου, κι οι δυο μικρότερες αδερφές μου.
Η Χαρίκλεια είχε μεγαλώσει, είχε γίνει ζωγράφος κι είχε διακοσμήσει τους τοίχους της τραπεζαρίας και της σάλας με πλατιές ζώνες από γκρέκες [μαιάνδρους]. Καθώς το περιποιόταν τώρα η ίδια, το σπίτι μέσα φάνταζε ωραιότερο παρά ποτέ, και κρατιόταν καλά όπως τον παλιό καιρό, γιατί κι η αδερφή μου κέρδιζε ζωγραφίζοντας, κι εγώ, «πλούσιος» τώρα από τα βιβλία μου και τα θεατρικά μου έργα, έστελνα αρκετά.
Επειδή η βορινή καμαρούλα μου, χειμώνα καιρό, θα ήταν ψυχρή για την ηλικία μου, η μητέρα μου με πήρε στη μεγάλη μεσημβρινή κάμαρά της. Έτσι κοιμήθηκα πάλι, για ένα μήνα, στην ίδια εκείνη κάμαρα όπου κοιμόμουν κι όταν ήμουν μικρό παιδί. Κι αλήθεια, παιδί μού φαινόταν πως είχα ξαναγίνει, με τη μητέρα μου στο διπλανό κρεβάτι, που με πρόσεχε ως ν’ αποκοιμηθώ μόνο που δε με νανούριζε – και κάθε τόσο σηκωνόταν για να με σκεπάζει. Μα κι εγώ έκανα το ίδιο. Όταν ξανάπεφτε στο κρεβάτι της, αφού μ’ εσκέπαζε, σηκωνόμουν σιγά-σιγά για να τη σκεπάσω, και πάλι εκείνη, και πάλι εγώ, ωσότου ένας από τους δυο μας αποκοιμόταν κι η συγκινητική κωμωδία τελείωνε…
Σηκωνόμουν πρωί, γιατί και το σπίτι ήταν πρωινό, κι έπειτα έπρεπε, πριν βγω έξω ή δεχτώ επισκέψεις, να κάμω την καθημερινή μου εργασία. Περνούσα στο διπλανό σαλονάκι της μητέρας μου, κι εκεί, στο τραπέζι της, με την πένα της και τ’ ωραίο εκείνο καλαμάρι της έγραφα το χρονογράφημα των «Καιρών», την «Αθηναϊκή Επιστολή» του Φαίδωνος και ό,τι άλλο χρειαζόταν για τη «Διάπλαση». Η συγκοινωνία με την Αθήνα ήταν τότε πυκνή κι η ύλη μου δεν καθυστερούσε ποτέ.
Μπορούσα, αν ήθελα, να μείνω και περισσότερο από ένα μήνα στη Ζάκυνθο. Αλλά είχα τη γυναίκα μου που στενοχωριόταν μακριά μου, κι έπειτα άρχισε κι ένα κρύο ανυπόφορο. Ποτέ βέβαια μεγαλύτερο από κείνο που θα ’κανε στην Αθήνα- αλλά εκεί θα είχα φωτιά, ενώ η μητέρα μου δεν ήθελε ούτε να την ακούσει. «Πώς πέρασες εδώ-μέσα τόσους χειμώνες;» μου έλεγε «θυμάσαι ν’ ανάψαμε ποτέ ούτε μαγκάλι;» Ήταν αλήθεια, αλλά είχα ξεσυνηθίσει- ούτε ήμουν πια παιδί για ν’ αντέχω. Κι έμοιαζα με τη Ρωσίδα εκείνη που βρέθηκε ένα χειμώνα στη μεσημβρινή Ιταλία κι ανυπομονούσε να γυρίσει στην Πετρούπολη για να… ζεσταθεί!
Κατά τη διαμονή μου στη Ζάκυνθο έκαμα και μια διάλεξη στη νυχτερινή Εργατική Σχολή. Ο καιρός ήταν άθλιος εκείνο το βράδυ, αλλά η σάλα εγέμισε. Είπα «για την αγάπη της πατρίδας λίγα λόγια της καρδιάς». Η ομιλία μου μπορεί να μην άρεσε και τόσο στους Ζακυνθινούς, που περίμεναν κι από μένα τα πομπώδη λόγια που ήταν συνηθισμένοι ν’ ακούνε. Άρεσε όμως στην Αθήνα όταν την τύπωσα στο τέλος κάποιου τόμου διηγημάτων μου, και, όπως το «Νόστιμον Ήμαρ» του 1906, τη διαβάζουν σήμερα τα Ελληνόπουλα, γιατί υπάρχει σε «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» του Γυμνασίου.
Οι πατριώτες μου ωστόσο, το 1911, μου έκαναν πολύ πιο θερμή υποδοχή παρά το 1906. Γιατί σ’ αυτό το μεταξύ είχα ανεβεί στη συνείδησή τους σαν λογοτέχνης με τα τελευταία μου διηγήματα και μυθιστορήματα, όσο και με τα θεατρικά μου έργα.
Το χειμώνα του 1908-1909, η Κυβέλη, στην καλλιτεχνική της περιοδεία, πέρασε κι από τη Ζάκυνθο κι έδωσε στο Δημοτικό Θέατρο τη «Φωτεινή Σάντρη», με τα ίδια πρόσωπα και με την ίδια σκηνογραφία που είχε παιχτεί το καλοκαίρι και στην Αθήνα. Η παράσταση αυτή ήταν γεγονός που έμενε αξέχαστο.
Όλη η Ζάκυνθος πήγε να ιδεί το ζακυνθινό έργο. Σ’ ένα ισόγειο θεωρείο, κοντά στη σκηνή, ήταν κι η γριά μητέρα μου με τις αδερφές μου. Κι από το θεωρείο αυτό, πέρασε όλη η Ζάκυνθος να της σφίξει το χέρι και να τη συγχαρεί. Όπως μου έγραφε κατόπι η ίδια, σ’ ένα μεγάλο της γράμμα, όπου μου περιέγραφε αυτή την «αποθέωση», η μέρα εκείνη ήταν η πιο ευτυχισμένη της ζωής της.
Και της δικής μου ζωής ήταν η μέρα που οι Ζακυνθινοί λόγιοι, κατά τη διαμονή μου εκείνη στη Ζάκυνθο, έδωσαν ένα σεμνό γεύμα προς τιμή μου. «Ουδείς προφήτης δεκτός εν τη ιδία αυτού πατρίδι», είναι ίσως ο κανόνας. Αλλά γι’ αυτό και για μια εξαίρεση, μια τιμή που μας γίνεται στην ίδια μας την πατρίδα, μας συγκινεί ξεχωριστά…
Εκείνο το βράδυ, σ’ ένα εστιατόριο του Πλατύφορου, μαζεύτηκαν γύρω μου ο Τρίκαρδος, ο Ζώης, ο Μάνεσης, ο Καψοκέφαλος, ο Αβούρης και άλλοι πολλοί. Δίπλα μου είχα το γηραιό Χρήστο Χιώτη, τον πρώτο μου εκδότη, που μου έλεγε αφελέστατα: «Ε, ως εδώ που έφτασες, καλά είναι- δε χρειάζεται να πας παραπάνω». Μου έκαμαν λόγους και προπόσεις. Κι όταν, φεύγοντας, περάσαμε από το περίφημο ζαχαροπλαστείο του Παρασκευά, όπου άλλη φορά μαζεύονταν οι λόγιοι, θυμήθηκα με πόνο τον Ηλιακόπουλο και το Μάργαρη, που μας είχαν αφήσει τόσο νωρίς…
Ένας λόγος που δεν ξαναπήγα στη Ζάκυνθο, ήταν ίσως κι η θερμή, η εγκάρδια, η πολύ τιμητική υποδοχή που μου ’καναν τότε οι πατριώτες μου. Ήθελα, θα ’λεγες, να μείνω μ’ αυτή την εντύπωση σ’ όλη μου την επίλοιπη ζωή, να ’χω πάντα την ιδέα πως η πατρίδα μου μ’ αγαπούσε, με τιμούσε και μ’ ευγνωμονούσε, που με τα έργα μου την έκαμα πιο γνωστή κι αγαπητή στον ελληνικό κόσμο.
Κι ο ωραίος μήνας πέρασε χωρίς να το καταλάβω, και την τελευταία μου μέρα μπήκα πάλι στο βαπόρι για να γυρίσω στην Αθήνα.
Αυτό ήταν το τελευταίο μου ταξίδι στη Ζάκυνθο. Δεν ξαναπάτησα από τότε τα «άγια χώματα», τις «sacre sponde» του Φώσκολου.
Σήμερα, αν ήθελα να ξαναπάω, θα ήταν λύπη και σπαραγμός. Το πατρικό μου σπίτι υπάρχει βέβαια ακόμα κι ανήκει σε μένα και στα επιζώντα αδέρφια μου. Αλλά το κατοικούν ξένοι. Και το μόνο που θα με τραβούσε θα ήταν ο οικογενειακός τάφος, όπου κοιμούνται οι γονείς μου, ο θείος μου κι η αδερφή μου Αικατερίνη. Εκεί άραγε θα κοιμηθώ καμιά μέρα κι εγώ; Δεν ξέρω. Αλλά συχνά θυμούμαι τους στίχους του Κάλβου:
Είναι γλυκύς ο θάνατος
Μόνον όταν κοιμώμεθα
Εις την πατρίδα… ».
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ (1867-1951), «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ- ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 2025.
Αντιγραφή από τον εκδότη – Συγγραφέα ΔΙΟΝΥΣΗ ΒΙΤΣΟ.
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "AN BIS οι ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ ΕΞΕΡΧΟΜΕΝΟΙ TOY BYZANTINOY ΜΟΥΣΕΙΟΥ" ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:  ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΡΟΣΕΙΣΜΙΚΑ, ΠΡΩΗΝ ΝΑΟΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ, ΣΗΜΕΡΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΟΛΩΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΖΑΚΥΝΘΙΩΝ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *