Εδώ Λονδίνο… Διάλεξη του ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ στο Λονδίνο του 1819.


(Όπως τη βρήκα δημοσιευμένη σε αγγλικό περιοδικό της εποχής).

Αρχαία και Νέα Ελληνική Γλώσσα

Πριν από κάποιο καιρό, το ενδιαφέρον του κοινού προσελκύστηκε από μια διάλεξη για την αρχαία και σύγχρονη γλώσσα της Ελλάδας, η οποία δόθηκε από τον κ. Κάλβο, γηγενή του νησιού της Ζακύνθου. Η διάλεξη αυτή, με ελάχιστες αλλαγές, επαναλήφθηκε στις 28 Ιουνίου. Στις 30 Ιουνίου, ο κ. Κάλβος διάβασε τον Λόγο του Ισοκράτη «Υπέρ Αρχιδάμου», κάνοντας φιλολογικές, κριτικές και επεξηγηματικές παρατηρήσεις σχετικά με την προφορά των σύγχρονων Ελλήνων. Στις 3 Ιουλίου έδωσε την τρίτη και τελευταία του διάλεξη, η οποία περιείχε πολλά σημεία άξια προσοχής. Ο ομιλητής ξεκίνησε εκφράζοντας τη βαθιά επίγνωση των δυσκολιών που συνόδευαν την αποστολή του. Το να επιτεθεί σε μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη που διαπερνούσε όλη την Ευρώπη –ότι δηλαδή η ελληνική γλώσσα είχε εξαφανιστεί επί αιώνες– και να επιχειρήσει να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι παρέμενε ακόμη η μητρική γλώσσα εκατομμυρίων, ήταν εγχείρημα που δεν μπορούσε να πετύχει χωρίς έναν σπάνιο συνδυασμό προσόντων στο πρόσωπο εκείνου που το αναλάμβανε. Παρά όμως τις δυσκολίες και τις επιφυλακτικές συμβουλές των φίλων του, οδηγήθηκε στο να επιμείνει εκ μέρους της δύστυχης πατρίδας του, έχοντας ως στήριγμα την πεποίθηση ότι η γλώσσα και η προφορά της είχαν μεταδοθεί από πατέρα σε γιο ως η λιγότερο φθαρτή κληρονομιά που θα μπορούσε να παραδοθεί. Δεν υπήρχε καμία γραμματική που να επέτρεπε στον κόσμο να σχηματίσει ορθή αντίληψη για την υφιστάμενη γλώσσα των πιο καλλιεργημένων Ελλήνων. Οι συγγραφείς είχαν κρίνει βιαστικά από τις διαλέκτους του απλού λαού· διαφορετικά θα είχαν διαπιστώσει ότι η ελληνική γλώσσα παρέμενε αμετάβλητη στην ουσία της, αιώνα με τον αιώνα. Ως απόδειξη του ισχυρισμού του, ο ομιλητής παρέθεσε απόσπασμα από έναν σύγχρονο συγγραφέα και το συνέκρινε με ένα του Ξενοφώντα. Η γλώσσα ήταν τόσο όμοια, ώστε ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς ποιο ήταν το αρχαίο και ποιο το σύγχρονο απόσπασμα. Το τελευταίο επιχείρημα στο οποίο θα κατέφευγε, ήταν η ιστορία της γλώσσας. Καθώς ο χώρος μας επιτρέπει μόνο μια ατελή περίληψη της διάλεξης, μπορούμε να αναφέρουμε μονάχα τις περιόδους στις οποίες ο κ. Κάλβος διαίρεσε την ιστορία της ελληνικής γλώσσας:

  1. Πρώτη περίοδος: Από τους μυθικούς χρόνους έως τον Τρωικό Πόλεμο.
  2. Δεύτερη περίοδος: Από τον Τρωικό Πόλεμο έως τον Περσικό Πόλεμο.
  3. Τρίτη περίοδος: Η χρυσή εποχή της ελληνικής παιδείας, από τον Περσικό Πόλεμο έως την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
  4. Τέταρτη περίοδος: Από τον Αλέξανδρο έως την κατάληψη της Κορίνθου από τους Ρωμαίους.
  5. Πέμπτη περίοδος: Από την κατάληψη της Κορίνθου έως τη βασιλεία του Κωνσταντίνου του Μεγάλου.
  6. Έκτη περίοδος: Από τον Κωνσταντίνο τον Μέγα έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.
  7. Έβδομη περίοδος: Από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης έως τις μέρες μας.

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο κ. Κάλβος αντιτάχθηκε στις επικρατούσες απόψεις ότι οι Έλληνες έλαβαν τη γλώσσα τους από τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικες και ακολούθως μιλούσαν τη γλώσσα των Πελασγών. Παρακολούθησε την πορεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της Ελλάδας μέσα από την άνθηση και την παρακμή τους. Στις παρατηρήσεις του για την 7η περίοδο, παρακάλεσε τους ακροατές του να θυμούνται ότι οι γραμματικές και οι επικρίσεις της υπόλοιπης Ευρώπης στηρίζονταν σε στοιχεία και μελέτες που προήλθαν από περιοχές που δεν θα έπρεπε να θεωρούνται αντιπροσωπευτικές της γενικής ή της λογοτεχνικής ελληνικής γλώσσας. Η διάλεκτος κάποιων ναυτικών νησιών συγκρινόταν με τη γλώσσα της τρίτης περιόδου· και η γενική γλώσσα με την ενιαία, σταθερή διάλεκτο των συγγραφέων μιας μόνο πόλης και μιας μόνο εποχής. Όταν ιδρύθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη, πολλοί από τους λόγιους κατέφυγαν στην Ιταλία. Όμως ο κλήρος δεν εγκατέλειψε την πρωτεύουσα· έτσι το ελληνικό έθνος, αν και έχασε το πολιτικό του κέντρο, διατήρησε το θρησκευτικό του, και θεωρούσε τον Πατριάρχη ως Αρχηγό του, τη Σύνοδο ως Γερουσία του, και την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, τους Πατέρες της Εκκλησίας, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως τα κλασικά του κείμενα. «Αν εξετάσουμε», είπε ο κ. Κάλβος, «το πολιτικό σύστημα και τον εθνικό χαρακτήρα των Τούρκων, θα πρέπει να θαυμάσουμε τον αριθμό των συγγραφέων που φώτισαν τα πρώτα χρόνια των δεινών μας. Προς το τέλος του 1500, ο Παναγιωτάκης (άνδρας λογίας και πληροφορημένος, όπως αποδεικνύεται από την επιστολή του προς τον Αθανάσιο Κίρχερ σχετικά με τον οβελίσκο της Κωνσταντινούπολης) επελέγη, προς καλή μας τύχη, από τον Σουλτάνο ως διερμηνέας του. Τον διαδέχθηκε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, όχι λιγότερο ενάρετος και ακόμη πιο μορφωμένος. Οι προσπάθειες αυτών των πριγκίπων και των διαδόχων τους, μαζί με τις προσπάθειες φωτισμένων Πατριαρχών να αναζωπυρώσουν το φως της λογοτεχνίας –που, αν και έφεγγε αμυδρά, δεν είχε σβήσει– απέδωσαν τους πιο ευτυχείς καρπούς τον τελευταίο μισό αιώνα. Η Ελλάδα είδε τον αριθμό των βιβλίων και των σχολείων της να αυξάνεται, και τα ονόματα πολλών λογίων κοσμούν έναν κατάλογο πολύ μακρύ για να διαβαστεί τώρα. Μεταξύ των ζώντων και δικαίως εκτιμώμενων συγγραφέων είναι:

  • ο Αδαμάντιος Κοραής, τιμημένος και με σύνταξη από τη γαλλική κυβέρνηση·
  • ο Νεόφυτος Βάμβας, καθηγητής ρητορικής στην Ελλάδα·
  • ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρίδης, τιμημένος και με σύνταξη από τη Ρωσία, καθηγητής ελληνικής φιλολογίας στην Οδησσό·
  • και ο Παναγιώτης Κοδρικάς , καθηγητής ελληνικής γραμματικής και σύγχρονης φιλολογίας στο Λύκειο των Παρισίων, στον οποίο η γαλλική κυβέρνηση απένειμε επάξια τιμές και ανταμοιβές.
  • Το ύφος αυτών των συγγραφέων μπορεί να διακριθεί σε τρεις κατηγορίες:
  1. Το πρώτο, πλούσιο σε λαϊκές εκφράσεις – δείγμα της γενικής γλώσσας, που περιέχει όχι μόνο τα τέσσερα διαλεκτικά στοιχεία αλλά και διαλέκτους από σχεδόν κάθε περιοχή·
  2. Το δεύτερο, τολμηρό ύφος, βασισμένο στο κλασικό παρελθόν – συνεπώς φαντασιακό·
  3. Το τρίτο, πιστή αντιγραφή της γλώσσας του Πατριαρχείου – δηλαδή βυζαντινή· και είναι αυτή από την οποία οι λόγιοι της Ευρώπης θα έπρεπε να κρίνουν την κατάσταση της παιδείας μεταξύ των σημερινών Ελλήνων.

Από αυτό το τρίτο ύφος πήρα εκείνο το δείγμα που σας διάβασα, ώστε να δείξω αν μπορεί να διακριθεί το καθαρό ύφος ενός σύγχρονου από εκείνο ενός αρχαίου συγγραφέα. Από τα έργα που έχουν γραφεί με αυτό το ύφος, έχουμε αποδείξεις ότι λέξεις που για κάποιο διάστημα είχαν ξεχαστεί, επανήλθαν στη χρήση και έγιναν οικείες· και ότι η χρήση ξένων λέξεων και φράσεων έχει διακοπεί. Οι ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονται στη Βιέννη είναι γραμμένες με αυτό το ύφος – πράγμα που αποδεικνύει ότι αρχίζει να αναγνωρίζεται από ολόκληρο το έθνος ως πρότυπο καλού ύφους και ως η γενική και γραπτή γλώσσα. Οι εφημερίδες αυτές τυπώνονται εδώ και επτά χρόνια – γεγονός που αποδεικνύει ότι το ύφος τους είναι κατανοητό, και ότι οι σύγχρονοι Έλληνες επικοινωνούν τις ιδέες τους όχι μέσω κάποιας φθαρμένης γλώσσας, αλλά μέσω μιας γλώσσας λογικά διαφορετικής από εκείνη της χρυσής εποχής της Αθήνας, αλλά με ελάχιστες διαφοροποιήσεις στη γραμματική δομή. «Επομένως, αν λέτε ότι ο Όμηρος και ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος και ο Αρριανός είναι συγγραφείς του ίδιου έθνους και χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, με το ίδιο επιχείρημα αποδεικνύεται ότι ανήκουν αποκλειστικά στο ελληνικό έθνος και στη γλώσσα του.»

………………..

Έρευνα και απόδοση στα ελληνικά: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΟΥΡΝΟΓΕΡΑΚΗΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *