Διονύσιος Μαρτινέγκος – Ο Μεταφραστής που δεν τον ήξεραν πολλοί…

Προσπαθώντας ο γράφων, και αναζητώντας μέσα στις σελίδες του χρόνου να ξεψαχνήσει και να βρει Ζακύνθιους όπου με τα έργα τους έμειναν και άφησαν κάτι στο διάβα τους σε τούτη την ζωή, όπου όλοι ήρθαμε έτσι, αλλά και αλλιώς, εντόπισε μέσα από κουβέντες μιας βραδιάς, τον ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟ. Και η κουβέντα εγίνηκε μία Κυριακάτικη νύχτα με έναν φίλο αφού σε κουβέντα μας σχετική με ένα αφιέρωμα σε Επιφανείς Ζακύνθιους όπου είναι εν ζωή και μένουν στην πρωτεύουσα, μού ανάφερε τον Αείμνηστο πλέον ΔΙΟΝΥΣΗ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟ. Και μού λέει ο Νιόνιος: «Δεν τον πρόλαβες… Μεγάλη προσωπικότητα…».  Και προσπαθώ να μάθω ποίος ήτουνα αυτός ο Μαρτινέγκος… Και να το μεταδώσω σε σάς αλλά και για να τον μάθουνε όσοι δεν τον γνωρίσαμε. Ο Μαρτινέγκος πέθανε μία Παρασκευή 5η Μαΐου του 2023. Το παρατσούκλι του ήταν «γιατρός» και ενδεχομένως να είναι ένας από τους ανθρώπους που μια φορά και έναν καιρό, οι σινεφίλ αυτής της χώρας αλλά και όσοι πήγαιναν απλώς στον σινεμά για να διασκεδάσουν, τον είχαν διαβάσει περισσότερο από κάθε άλλον. Και αυτό γιατί η δουλειά του Μαρτινέγκου ήταν ο υποτιτλισμός των ταινιών και στο είδος του θεωρούνταν αυθεντία. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω στοιχεία, βρήκα ένα υπέροχο κείμενο από μια μαθήτριά του και μεταφράστρια – υποτιτλίστρια, την κ. Μελισσάνθη Γιαννούση το οποίο το μεταφέρω ως έχει πιο κάτω:  «Και το Πλοίο Φεύγει»: Ένα κείμενο αποχαιρετισμού για τον σπουδαίο Διονύση Μαρτινέγκο…  Με την απώλεια του πιο θρυλικού υποτιτλιστή και μεταφραστή που υπήρξε στη χώρα μας, ενός αφανούς ήρωα ο οποίος δούλεψε ακούραστα και για δεκαετίες ολόκληρες στο σινεμά, γίνεται φτωχότερη η ελληνική μας κινηματογραφική πραγματικότητα. Ως ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που μας έμαθε πώς να διαβάζουμε (κυριολεκτικά) τις ταινίες, το cinemagazine.gr δημοσιεύει το παρακάτω συγκινητικό κείμενο που έγραψε για τον Διονύση η πιο άξια μαθήτριά του: η επίσης μεταφράστρια και υποτιτλίστρια Μελισσάνθη Γιαννούση.                   E la Nave Va:  Μία σύντομη νεκρολογία στον Τύπο θα έλεγε: «Απεβίωσε ο Ζακυνθινός μεταφραστής Διονύσης Μαρτινέγκος. Σε νεαρή ηλικία, εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Ανωτάτη Εμπορική και το επάγγελμα του υπαλλήλου τραπέζης για να αφοσιωθεί στην μεγάλη αγάπη του, τον κινηματογράφο, τον οποίον υπηρέτησε από διάφορες θέσεις. Υπήρξε κινηματογραφιστής, διανομέας, κυρίως όμως μεταφραστής ταινιών επί πενήντα τρία συναπτά έτη. Ήταν λάτρης της τζαζ, της όπερας, του Μάνου Χατζηδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη. Σεβόταν το έργο των μεγάλων σκηνοθετών, τον ποιοτικό κινηματογράφο και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Μπάστερ Κίτον, τον Ρενέ Κλαιρ, τον Ρενέ Κλεμάν, τον Ερνστ Λούμπιτς και τον Μπίλι Γουάιλντερ. Αγαπημένος του σκηνοθέτης ήταν ο Φεντερίκο Φελίνι και θεωρούσε αριστούργημα την ταινία «Και το Πλοίο Φεύγει» («E la Νave Va»). Αφήνει πίσω του σπουδαίο μεταφραστικό έργο. Η οικογένειά του, οι φίλοι του, τον αποχαιρετούν με μεγάλη συγκίνηση».                                                                           Short Cuts  Πέρα για πέρα αληθινό και ακριβές το κείμενο αυτό, προκαλεί όμως αμηχανία σε όλους εμάς, τους φίλους, συνεργάτες και συνοδοιπόρους του. Ξέρουμε καλά ότι ο Διονύσης, γνωστός ως «γιατρός» στον χώρο, δύσκολα εξαντλείται σε λίγες γραμμές. Μόνο λίγα, χαρακτηριστικά στιγμιότυπα, από τα αναρίθμητα της ζωής του, μπορούν να γραφτούν εδώ. Μετάφρασε πάνω από 4.000 ταινίες. Για κάποια χρόνια, είχε αναλάβει το Γραφείο Τύπου εταιρείας διανομής. Δάνειζε τη φωνή του για την εκφώνηση τρέιλερ. Ευρηματικός και χιουμορίστας, υπήρξε εμπνευστής τίτλων ταινιών, όπως για το «Police Academy», που το βάπτισε «Η Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή». Και είχε βρει το tagline στην επανέκδοση του «Ποτέ την Κυριακή», προς μεγάλη ικανοποίηση του Ζυλ Ντασέν: «Για τους λίγους που δεν έχουν δει την ταινία και για τους πολλούς που θέλουν να την ξαναδούν». Έπαιζε την ιστορία του σινεμά στα δάχτυλα, θυμόταν χρονολογίες, εργογραφίες και απίστευτα trivia για ηθοποιούς, παραγωγούς και σκηνοθέτες. Ο Κιούμπρικ είχε έρθει σε επαφή μαζί του, γιατί τσέκαρε τις μεταφράσεις των ταινιών του παγκοσμίως! Ξεκίνησε να μεταφράζει σίριαλ για την τηλεόραση το 1969, όπως το «Χαβάη 5-0» και το «Persuaders» («Οι Αντίζηλοι») με τον Τόνι Κέρτις και τον Ρότζερ Μουρ. Μεσούσης της χούντας, μία μεταφραστική του επιλογή προκάλεσε την αντίδραση των Συνταγματαρχών. Στην ταινία «The Informer» του Τζον Φορντ, μεταφράζει τον «Commandant Dan Gallagher» καπετάνιο. Απέφυγε τα μεγάλα μπλεξίματα και παρέμεινε στη δουλειά χάρη στην παρέμβαση και τη στήριξη του Ίωνα Νταϊφά. Σε μία εποχή που δεν δινόταν ιδιαίτερη σημασία στον υποτιτλισμό, τα γραφεία διανομής του ποιοτικού κινηματογράφου τον ξεχώρισαν για την αρτιότητα των μεταφράσεών του και του εμπιστεύτηκαν τις ταινίες τους. Ένας από τους πρώτους, ήταν ο Σωκράτης Καψάσκης του Studio. Μετέφρασε οσκαρικές ταινίες, όπως τον «Τιτανικό», τον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», τους «Ασυγχώρητους». Σχεδόν τα άπαντα του Γούντι Άλεν. Tο «Κουρδιστό Πορτοκάλι», το «Metal Jacket» και τα «Μάτια Ερμητικά Κλειστά». Ο Κιούμπρικ είχε έρθει σε επαφή μαζί του, μέσω του βοηθού του, γιατί τσέκαρε τις μεταφράσεις των ταινιών του παγκοσμίως! Αν τον γνώριζες, αμέσως αποτυπωνόταν η μορφή του μέσα σου. Σχετικά κοντός, με κάτασπρα μαλλιά, στεντόρεια φωνή, περπατησιά ιδιαίτερη. Με καυστικό χιούμορ, νονός σε πολλά ψευδώνυμα ανθρώπων του χώρου, ένα παιδί που γούσταρε τις άγριες πλάκες. Τους σκηνοθέτες που αντιπαθούσε, τους αποκαλούσε σκωπτικά «απατεώνες» και για τις ταινίες που δεν του άρεσαν, έλεγε πως ήθελε να καλέσει την αστυνομία του κινηματογράφου, να τους συλλάβουν. Έκανε περάσματα από ταινίες και σίριαλ φίλων σκηνοθετών, όπως στα «Χρώματα της Ίριδας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου και σε πολλές του Τώνη Λουκουρέση και του Νίκου Περάκη. Έλεγε χαριτολογώντας πως του εμπιστεύονταν δύο τύπους ρόλων, του πορνόγερου ή θέσεων εξουσίας. Στην «Αίθουσα του Θρόνου» ήταν ο Νομάρχης Κυκλάδων, δίπλα στον Δήμαρχο Νίκο Ρίζο. «Μάλλον λόγω ύψους», προσέθετε ο ίδιος γελώντας. Απολάμβανε την επαφή και τα καλαμπούρια με τους αιθουσάρχες και τους μηχανικούς προβολής. Την εποχή που προβάλλονταν στην Ελλάδα παράνομες κόπιες, «κοντραμπάντες», διηγούνταν το εξής περιστατικό. Είχε έρθει μία ταινία Καράτε από την Ιταλία. Δεν υπήρχε ούτε σενάριο ούτε αγγλικοί υπότιτλοι. Σκαρφίστηκε ένα δικό του σενάριο και μετέφρασε ολόκληρη την ταινία αυτοσχεδιαστικά. Κι όμως, στεκόταν με απόλυτο σεβασμό μπροστά στον κινηματογράφο. Θεωρούσε δικαίως ότι ο υποτιτλισμός δεν μπορεί να είναι τέλεια μετάφραση. Είναι ένα αναγκαίο κακό. Προσθήκη σε ένα ολοκληρωμένο έργο. Και τόνιζε ότι πρέπει πάντα να έχεις στο μυαλό σου ότι μεταφράζεις για θεατές και όχι για αναγνώστες. Μία μάχη εκ προοιμίου χαμένη, γιατί ο υπότιτλος πρέπει να είναι σύντομος και περιεκτικός. Και εκ των πραγμάτων χάνονται πράγματα. Εφιάλτης του, τα λογοπαίγνια. Και οι προθεσμίες. Είχε μεταφράσει τον «Τιτανικό» και τον «Βασιλιά για μια Νύχτα» του Σκορσέζε μέσα σε ένα βράδυ.

Μπελάδες στον Παράδεισο

Είχα τη μεγάλη τύχη να μαθητεύσω στο πλάι του. Τον πρώτο καιρό της συνεργασίας μας, με τέσταρε συνεχώς. Με ρωτούσε, «Γιατί την εταιρεία του Ζήνου τη λένε Rosebud;» «Έχεις δει τα ‘Παιδιά του Παραδείσου’ του Μαρσέλ Καρνέ;» «Ξέρεις τι σημαίνει “paradis” στα γαλλικά εκτός από παράδεισος;» Βαθμολογούσε τις μεταφράσεις μου. Τα άκουγα ένα χεράκι, ουκ ολίγες φορές. Μπελάς μέγας. Και με τον καιρό, όταν αρχίσαμε να κάνουμε παρέα, ένιωθα σαν στον Παράδεισο, όταν μου αφηγούνταν στιγμές από τη ζωή και το έργο του. Πόσο αγαπούσε το «Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές» και τις ταινίες του Τζον Φορντ, και λυπόταν που δεν τις μετέφρασε εκείνος στην πρώτη τους προβολή. Μου εξηγούσε πώς γινόταν η δουλειά μας παλιά. Τις πρώτες δεκαετίες του ομιλούντα κινηματογράφου, οι υπότιτλοι ήταν «ριχτοί». Υπήρχε, δηλαδή, ένας τιτλαδόρος μέσα στην αίθουσα προβολής και έριχνε τους τίτλους έναν έναν. Κι όταν ξεχνιόταν, το κοινό από κάτω φώναζε «Χασάπη, γράμματα!» Έπειτα, τη δεκαετία του ’50, άρχισαν να τυπώνονται οι υπότιτλοι πάνω στο φιλμ. Τα περίφημα κλισέ, που έμοιαζαν με μικρά σφραγιδάκια. «Αυτό το πρόλαβα, Διονύση», του έλεγα. «Εσύ είσαι παιδί του λέιζερ, να χαίρεσαι που πρόλαβες το σελιλόιντ», απαντούσε. «Κι εσύ, είσαι ένας αφανής ήρωας», ανταπαντούσα. «Πόσοι έχουν ακούσει τη φωνή σου; Πόσοι σε έχουν διαβάσει χωρίς να το ξέρουν;». Με το κείμενο αυτό, αποχαιρετώ δημόσια τον δάσκαλο και φίλο μου Διονύση Μαρτινέγκο. Ο κάθε τίτλος που αναφέρεται σαν επικεφαλίδα, είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο. Το «E la Nave Va» του Φελίνι ήταν η αγαπημένη του ταινία. Το «Short Cuts» είναι από τα «Στιγμιότυπα» του Ρόμπερτ Όλτμαν, μια ταινία που είχε μεταφράσει και ανέφερε συχνά. Το «Μερικά παιδιά γουστάρουν τις άγριες πλάκες» ήταν ο πρώτος υπότιτλος από το τρέιλερ μίας μέτριας ταινίας, της κωμωδίας «Pinball Summer» που παραλίγο να σαπίσει στο τελωνείο. Τελικά, κυκλοφόρησε με αυτόν τον τίτλο και έσπασε ταμεία ένα καλοκαίρι των αρχών της δεκαετίας του ’80. Το «Well, nobody’s perfect!», η τελευταία ατάκα από το «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» ήταν η επωδός μας σχεδόν σε κάθε τηλεφώνημα. «Μπελάδες στον Παράδεισο», του έλεγα, όποτε με ζόριζε με κάτι, δανειζόμενη τον τίτλο της ομώνυμης ταινίας του Ερνστ Λούμπιτς. Μπελάδες στον Παράδεισο κι αυτή τη στιγμή, σκέφτομαι με χιούμορ και μελοδραματικά. Θα έχει πάρει στο κατόπι τον Μπόγκι και τον Φεντερίκο και δεν θα τους αφήνει σε ησυχία… Διονύση, καλή αντάμωση»!  Ο κ. ΖΗΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, διανομέας και ιδιοκτήτης της κινηματογραφικής εταιρείας Rosebud 21, φίλος επί σειρά δεκαετιών με τον Διονύση Μαρτινέγκο γράφει: «Προς Διονύση, επιστολή. Μετά από πέντε δεκαετίες αποχωριζόμαστε, αγαπημένε μας «γιατρέ». Πρωτοσυναντηθήκαμε στο γραφείο του πρωτοπόρου διανομέα ποιοτικών ταινιών και δασκάλου μας, Σωκράτη Καψάσκη. Εσύ φέρελπις μεταφραστής ταινιών κι εγώ προγραμματιστής στον κινηματογράφο Τέχνης «Αλκυονίδα». Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια συνεργαστήκαμε, συνεταιριστήκαμε και συνταξιδέψαμε σε ουκ ολίγα φεστιβάλ. Το καυστικό και ενίοτε φαρμακερό σου χιούμορ είχε αφήσει εποχή. Πώς να μην το είχες, όταν λάτρευες τον Μπάστερ Κίτον, τον Ερνστ Λιούμπιτς και τον Μπίλι Γουάιλντερ, το διαχρονικό τρίγωνο της αντισυμβατικής κωμωδίας. Πόσες φορές δεν «θάψαμε» ανθρώπους του χώρου μας ως παρείσακτους σε αυτόν τον μαγευτικό κόσμο της μεγάλης οθόνης. Πόσες φορές με δική σου παρότρυνση δεν αναρωτηθήκαμε, αν υπάρχει αστυνομία του σινεμά, για να συλλάβει συγκεκριμένους σκηνοθέτες και να ησυχάσουμε από δαύτους. Πόσες φορές αναφερθήκαμε σε «κλεισοπόρτηδες» ηθοποιούς, που ήταν βασιλείς της εμπορικής αποτυχίας και πόσο συχνά χρησιμοποιούσαμε γι’ αυτούς τον δικό σου όρο «πορτ φερμέ». Οι γνωστές σου ονοματοδοσίες (παρατσούκλια) έδωσαν καινούρια ταυτότητα σε ένα μεγάλο αριθμό κινηματογραφιστών αμφισβητούμενης επάρκειας. Ηθελα να σταθώ σε αυτήν την πλευρά σου, «γιατρέ», για να σε θυμόμαστε πάντα με τις ατάκες σου. Δε θέλω να παραλείψω βέβαια, ότι στα 50+ χρόνια της καριέρας μου εσύ και οι άξιοι συνεργάτες σου μετέφρασαν σχεδόν όλες, από τις πάνω από 2.000 ταινίες που έχουν περάσει από τα χέρια μου. Αυτό, σαν αναγνώριση της υψηλής ποιότητας της δουλειάς σου. Αφήνω για το τέλος την προτροπή μου, όταν θα είσαι εκεί ψηλά, να μην ξεχάσεις να ενημερώσεις τους γύρω σου από πού βγήκαν οι εκφράσεις «χασάπη, γράμματα» και «ο Ιησούς με το ποδήλατο». Εγώ σου υπόσχομαι ότι αυτό που μου ζητούσες εδώ και χρόνια, να καθίσουμε μπροστά σε μια κάμερα και να διηγηθούμε εμπειρίες μας και άγνωστες ιστορίες του ελληνικού Χόλιγουντ, θα το κάνω άμεσα. Η διπλανή μου καρέκλα θα είναι άδεια. Ή μήπως όχι; Ο φίλος σου,  ΖHΝΟΣ… Ένας άλλος δημοσιογράφος, ο κ. Γιάννης Ζουμπουλάκης από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» έγραψε: «Στις παλιές καλές εποχές ο Διονύσης Μαρτινέγκος είχε περάσει από πολλές κινηματογραφικές εταιρίες, από πολλά μαγαζιά της πιάτσας, και όλοι μιλούσαν για τον απύθμενο επαγγελματισμό και το οξύ χιούμορ αυτού του «τρελού» Ζακυνθινού. “Ο Διονύσης έκανε τη μετάφραση εκατοντάδων ταινιών της ΣΠΕΝΤΖΟΣ ΦΙΛΜ και βελτίωνε τη μετάφραση εύστοχα, με περιεχόμενο και λιγότερες λέξεις, ώστε ο θεατής να αφοσιώνεται στην εικόνα. Γι’ αυτό τον αποκαλούσαμε “γιατρό” και όχι Διονύση” έχει να λέει ο Γιώργος Σπέντζος, για πολλά χρόνια ο Bασιλιάς της εταιρίας “ΣΠΕΝΤΖΟΣ ΦΙΛΜ”. Ο Μαρτινέγκος ξεκίνησε τις μεταφράσεις και τον υποτιτλισμό με τις ταινίες του γραφείου του Ομήρου Ηλιάδη το 1968 και ενώ τότε εργαζόταν ακόμα στην Τράπεζα Εργασίας. Έμελλε να παραιτηθεί τελικά από την τράπεζα για να αφοσιωθεί πλήρως και με μεγάλη αγάπη στον υποτιτλισμό, έναν τομέα στον οποίο σύντομα έγινε περιζήτητος από τα γραφεία διανομής. Ο Διονύσης Μαρτινέγκος ήταν ένα από τα πρώτα πρόσωπα που γνώρισα όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 άρχισα να μπαίνω δειλά- δειλά στον χώρο του κινηματογράφου. Και ήταν, επίσης, ένα από τα πρόσωπα που ανέκαθεν εκτιμούσα. Φειδωλός στον καλό λόγο, ίσως γιατί είχε τον πήχη ανεβασμένο πολύ ψηλά. Θεωρούσα λοιπόν τιμή μου που με ξεχώριζε, εκτιμώντας και το δικό μου πάθος για την ακρίβεια στην μετάφραση. Πίστευε ότι η δουλειά του ήταν «αποστολή» και ήθελε πάντα να την εκπληρώνει με συνέπεια. Πολλά χρόνια αργότερα, τον είχα καλέσει και σε μια εκπομπή που διατηρούσα για λίγο στο ραδιόφωνο, το «Ακούμε Σινεμά». Ήταν πολύ διασκεδαστικό να μιλάμε για τα ελληνικά βαφτίσια τίτλων ταινιών, για το τι σημαίνει σωστή μετάφραση αλλά και για χαρακτηριστικά λάθη που έχουν γίνει στην μετάφραση. “Εφυγε” από τούτο τον κόσμο μετά την έκτακτη επώδυνη περιπέτεια της υγείας του. «Τον αποχαιρετάμε, με όλη τη συγκίνηση της διαρκούς κοινωνικής και καλλιτεχνικής του παρουσίας στον κινηματογραφικό χώρο αλλά και στη ζωή πολλών από εμάς» γράφει για αυτόν ο στενός φίλος του, επίσης Eπτανησιώτης, ο σκηνοθέτης Τώνης Λυκουρέσης. Και κλείνει: «Τον περασμένο Φλεβάρη, σαν γνήσιος Tζαντιώτης, καταχάρηκε με το κόψιμο της κουλούρας στον Πλατύφορο, όπου πάντα συμμετείχε, έχοντας μάλιστα και τη χαρά να κερδίσει το «ηύρεμα»…. Διονυσάκη μου, καλό σου ταξίδι, πάντα με την απόλυτη αγάπη και τη μνήμη μας !!!!!!»

      Κομπάρσος στην ταινία “Προστάτης Οικογενείας” του Νίκου Περάκη                                                                                          

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *