
Πότε ένας Έλληνας μετανάστης γίνεται Αμερικανός; Πότε πραγματοποιείται αυτή η αλλαγή; Και ποιος τελικά καθορίζει αυτή την ιδιότητα; Αν αντιστρέψουμε αυτά τα ερωτήματα, πότε η ιστορία των Ελλήνων στο δυτικό ημισφαίριο παραδέχεται κάποιον ως Έλληνα συμπατριώτη; Σίγουρα μια αγαπημένη επιλογή για την αποδοχή στις Ελληνοαμερικανικές Σπουδές είναι όταν κάποιος είναι διάσημος ή τουλάχιστον αξιοσημείωτος στην ευρύτερη αμερικανική κοινωνία. Τότε γίνονται, συνήθως, δεκτοί με ανοιχτές αγκάλες. Αλλά για να λέμε την αλήθεια, κανείς δεν ψάχνει πραγματικά για αξιόλογους Έλληνες στο Αμερικανικό παρελθόν. Αν σας έλεγα ότι τέτοια ξεχωριστά άτομα δεν είναι απλώς διάσπαρτα στις σελίδες της αμερικανικής ιστορίας αλλά κυριολεκτικά βρίσκονται σε κάθε περίοδο της ύπαρξης αυτής της χώρας, ίσως δυσκολευόσασταν να με πιστέψετε. Αλλά για περισσότερο από 40 χρόνια τώρα έχω βρει μια ατελείωτη λεγεώνα τέτοιων ανδρών και γυναικών. Ο καθένας μπορεί – απλά πρέπει να ψάξει. Μια τέτοια ιστορία είναι αυτή του Γουίλιαμ Σπένσερ Μπαγδατόπουλου. Αναγνωριζόμενος πάντα στον Αμερικανικό Τύπο της εποχής του ως «Έλληνας εκ γενετής» ή απλώς ως «Έλληνας», η φήμη και τα κοσμικά του επιτεύγματα τον εκτόξευσαν στα ανώτερα στρώματα όχι απλώς της αμερικανικής και της αγγλικής κοινωνίας, αλλά σε παγκόσμια καλλιτεχνική φήμη. Έχοντας πει αυτό, δεν άκουσα ποτέ κανέναν να μιλάει γι’ αυτόν τον τύπο στην ώρα του καφέ μετά την εκκλησία. Εσείς; Η φήμη επισκίασε όχι απλώς τη γέννησή του για τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους συγγραφείς, αλλά ακόμη και κάθε ερώτημα σχετικά με το πώς αντιλαμβανόταν την ταυτότητά του.

Αυτή η απουσία βασικών προσωπικών πληροφοριών θα γίνει ακόμη πιο αινιγματική καθώς θα περιγράψω κάτι από τη σειρά των καλλιτεχνικών επιτευγμάτων του και το επίπεδο της παγκόσμιας φήμης που έλαβε ο Μπαγδατόπουλος κατά τη διάρκεια της ζωής του. Το πώς ο Μπαγδατόπουλος θα γίνεται κατανοητός σε μελλοντικές ελληνοαμερικανικές αναφορές, το αφήνω σε άλλα χέρια. Στις 23 Ιουλίου 1888, ο Γουίλιαμ Σπένσερ Μπαγδατόπουλος γεννήθηκε στο νησί της Ζακύνθου από Έλληνα πατέρα, τον Αναστάσιο Ιωάννη Μπαγδατόπουλο, και την Έιμι Φρεντερίκα (το γένος Σιθ) Μπαγδατοπούλου, μια Αγγλίδα. Υπήρχαν τουλάχιστον άλλα δύο παιδιά του Μπαγδατόπουλου, οι πολύ μικρότερες αδελφές του Γουίλιαμ, η Όλγα και η Φαίδρα. Λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται για τη ζωή του καλλιτέχνη αυτού, υποψιάζομαι έντονα ότι ο πατέρας του Μπαγδατόπουλου ήταν ένας πλούσιος έμπορος, τα ταξίδια του οποίου σχετίζονταν με επιχειρηματικές δραστηριότητες και εξηγούν αρχικά την έκθεση του γιου του σε πλήθος χωρών. Η οικογένεια μετακόμισε στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας όταν ο Μπαγδατόπουλος ήταν 11 ετών και αμέσως γράφτηκε στην καλλιτεχνική ακαδημία «Academie van Beeldende Kunsten en Technische» (η Ακαδημία Τέχνης του Ρότερνταμ). Το 1904, σε ηλικία 16 ετών, ο νεαρός Μπαγδατόπουλος ταξίδεψε στην τότε λεγόμενη Εγγύς Ανατολή «κουβαλώντας μαζί του το χρωματοκιβώτιό του και ζωγραφίζοντας και πουλώντας καθώς πήγαινε. Αργότερα επισκέφθηκε την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, πέρασε κάποιο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη και για 12 μήνες φοίτησε στην Ακαδημία Αθηνών. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, μετά από αυτή την περίοδο της περιπλάνησης, ανέλαβε εμπορική δράση – έφτιαχνε αφίσες, έκανε εικονογραφήσεις (Evening Star – Washington, D.C.) 24 Φεβρουαρίου 1929)». Ο Γουίλιαμ Μπαγδατόπουλος πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του σε Αγγλικό έδαφος το 1908 και αναφέρεται ότι αρχικά διέμενε στο Λιούισαμ. Είναι σαφές ότι ο νεαρός καλλιτέχνης πρέπει να έκανε μεγάλη εντύπωση στους συναδέλφους του. Μπορούμε να το υποθέσουμε αυτό από το γεγονός ότι το 1909 ο Μπαγδατόπουλος εξελέγη μέλος της «Royal Society of Arts» καθώς και της «Imperial Art League» του Λονδίνου. Σύντομα ο Μπαγδατόπουλος έγινε επίσης μέλος του «London Sketch Club». Μέχρι το 1913, ο Μπαγδατόπουλος ήταν αποδέκτης χάλκινων και ασημένιων μεταλλίων στο Σάουθ Κένσινγκτον του Λονδίνου.

Από το 1919 περίπου, βρίσκουμε τον Μπαγδατόπουλο να ζει στο Χάμπτον Γουίκ, το οποίο βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του Ευρύτερου Λονδίνου. Μόλις έφτασε εκεί, ο Μπαγδατόπουλος έγινε σύντομα μέλος της ομάδας καλλιτεχνών του Χάμπτον Γουίκ. Και εδώ έχουμε φτάσει σε μια ιδιαίτερα περίεργη πτυχή της συνολικής καριέρας του Μπαγδατόπουλου. Όταν ο Μπαγδατόπουλος ήταν 20 ετών, όπως μαθαίνουμε στο λήμμα για τον καλλιτέχνη αυτό, στο «Who’s Who in California: A Biographical Directory, 1928-1929», είχε ήδη «εκτελέσει διάφορες παραγγελίες για πορτρέτα, εικονογραφήσεις, τοιχογραφίες και αφίσες για τους περισσότερους από τους κορυφαίους επιχειρηματικούς οίκους, ναυτιλιακές εταιρείες και σιδηροδρόμους στην Αγγλία και το εξωτερικό». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Μπαγδατόπουλος «ανέλαβε από την ‘Bennet Coleman & Co.’ (Βομβάη) να περιηγηθεί σε κάθε μέρος της Ινδίας, από το Κασμίρ μέχρι την Κεϋλάνη και από το Χάιμπερ μέχρι το Άσαμ. Αλλα ταξίδια περιλαμβάνουν: την Ιαπωνία, την Κίνα, τις Μαλαισιανές Πολιτείες Κοτσίν-Κίνα, τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, τη Νότια Αφρική και τα λιμάνια της Ανατολικής Αφρικής, το Σιάμ και ολόκληρη τη Βιρμανία». Ο Μπαγδατόπουλος μπορούσε να σκιτσάρει ή να ζωγραφίσει ό,τι του άρεσε και αυτή η τεράστια ποικιλία εικόνων επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από την «Bennet Coleman & Co.» στις διαφημιστικές της καμπάνιες. Σαν να μην έφτανε αυτό, το 1924, ο Μπαγδατόπουλος προσελήφθη από την εφημερίδα «The Times of India» για να περιοδεύσει στη χώρα για λογαριασμό της. Από το 1924 έως το 1926 ταξίδεψε σε κάθε περιοχή της Ινδίας, ζωγραφίζοντας αξιοθέατα όπως ο Χρυσός Ναός (Αμριτσάρ), η Γκόπουρα του Μαντουράι, το Ταζ Μαχάλ και τα παζάρια στο Νταρτζίλινγκ. Για τα επόμενα τριάντα χρόνια τα έργα του Μπαγδατόπουλου γέμιζαν τις σελίδες των «Times of India». Μια βιογραφική αναφορά στο «Who’s Who on the Pacific Coast», τον αναφέρει ως «καλλιτέχνη και εικονογραφικό σύμβουλο των… ‘Times of India’… και αναγνωρισμένο ως αυθεντία στη διαφήμιση της Άπω και Μέσης Ανατολής». Για όσους δεν γνωρίζουν την ευρύτερη σταδιοδρομία του Μπαγδατόπουλου με σκίτσα χαρακτήρων, πορτραίτα κατά παραγγελία, έγχρωμους πίνακες και γενικές εικονογραφήσεις, ο καλλιτέχνης δεν φαίνεται να είναι παρά ένας εικονογράφος για μια φαινομενικά ατελείωτη σειρά περιοδικών και ταξιδιωτικών αφισών για εταιρείες με έδρα την Ινδία, κυρίως σιδηροδρομικές. Αυτή η πτυχή της συνολικής καριέρας του Μπαγδατόπουλου έχει αναφερθεί σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο λόγω της ομορφιάς και της απόλυτης ακρίβειας των αποδόσεων των τόπων και των σκηνικών που είδε σε όλη την ινδική ενδοχώρα, αλλά και για αυτό που έχει χαρακτηριστεί ως η συναρπαστική ρομαντική γοητεία τους. Το 1928, ο Μπαγδατόπουλος μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες και γρήγορα πολιτογραφήθηκε Αμερικανός πολίτης. Αφού εγκαταστάθηκε πρώτα στο Σικάγο, αναφέρεται χωρίς την προσθήκη συγκεκριμένων λεπτομερειών ότι ο Μπαγδατόπουλος «αντιμετώπισε προβλήματα με τις αμερικανικές αρχές μετανάστευσης». Και ότι «παντρεύτηκε την Αλίκη, μια πολιτογραφημένη Αγγλίδα, γεννημένη Αμερικανίδα και εννέα χρόνια μεγαλύτερή του» (https://www.findagrave.com). Το 1930, ο Μπαγδατόπουλος οργάνωσε μια ατομική έκθεση στο «Smithsonian Institute», από την οποία προέκυψε και ένας κατάλογος της έκθεσης. Το 1932, ο Μπαγδατόπουλος εγκαταστάθηκε στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνια, όπου ζωγράφιζε κυρίως πορτρέτα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής του διάφορες πηγές υποστηρίζουν ότι ο Μπαγδατόπουλος εργάστηκε επίσης ως σκηνογράφος για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Το «Who’s who in California: A biographical directory, 1928-29» αναφέρει ότι ο Μπαγδατόπουλος «ως σκηνογράφος είναι πάντα εφευρετικός και δημιουργός νέων καινοτομιών… Αργότερα στράφηκε στην οξυγραφία και την ξηρογραφία… Παράγοντας και στους δύο τομείς ένα σημαντικό σώμα έργων». Λίγο αργότερα ο Μπαγδατόπουλος ανέλαβε την «απαιτητική επιστήμη της χαρακτικής, παράγοντας ένα σημαντικό σώμα έργων τόσο στη χαρακτική όσο και στην ξηρογραφία». Εμαθα για πρώτη φορά για την καριέρα του Μπαγδατόπουλου όταν έπεσα πάνω στα δελτία ειδήσεων σχετικά με την τοποθέτηση εξήντα τεσσάρων από τις τελευταίες ακουαρέλες του στο φουαγιέ του Εθνικού Μουσείου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ουάσιγκτον. Στη συγκεκριμένη έκθεση ο Μπαγδατόπουλος επέλεξε θέματα που απαντώνται κυρίως στη Νότια Καλιφόρνια. Όπως αποδείχθηκε, ο Μπαγδατόπουλος ήταν «…[Δ]εν ήταν άγνωστος στους κατοίκους της Ουάσινγκτον, έχοντας εκθέσει [εκεί] δύο φορές στο παρελθόν». (Evening Star (Washington, D.C.) 8 Φεβρουαρίου 1938). Αναφέρεται ότι ο Μπαγδατόπουλος επέστρεψε στην Αγγλία το 1958 (https://www.findagrave.com). Σύμφωνα με μια μαρτυρία, ο Μπαγδατόπουλος, μετά τον θάνατο της συζύγου του Άλις, ενδέχεται να ξαναπαντρεύτηκε. Η γυναίκα που αναφέρεται ονομαζόταν Καραλάιζα Νάιτσολς από το Γκάλβεστον του Τέξας και ήταν τέσσερα χρόνια νεότερή του (https://www.findagrave.com). Ακόμα, μια άλλη πηγή δίνει το επώνυμο αυτής της γυναίκας ως «Νορθ» (https://prabook). Διάφορες αναφορές αποδίδουν ότι η επιστροφή του Μπαγδατόπουλου στην Αγγλία είχε ως αιτία την επιθυμία του να βρίσκεται κοντά στις δύο μικρότερες αδελφές του. Το 1965, ο Γουίλιαμ Σπένσερ Μπαγδατόπουλος πέθανε στην Αγγλία, αν και η ακριβής διαμονή του εκείνη την εποχή είναι αμφισβητήσιμη. Για άγνωστους λόγους, ο Μπαγδατόπουλος υπέγραφε το ευρύ φάσμα των καλλιτεχνικών του δημιουργιών, εκτός από το «Γουίλιαμ Σπένσερ Μπαγδατόπουλος» με πλήθος διαφορετικών ονομάτων, όπως ενδεικτικά: «Γ.Σ. Μπαγδατόπουλος», «Γοίλιαμ Σπένσερ Μπαγδατόπουλος», «Bylityllis», ακόμη και απλά «ΓΣΜ». Σήμερα, το σωζόμενο πλήθος τοιχογραφιών, ταξιδιωτικών πινάκων, πορτραίτων, έργων χαρακτικής και άλλων έργων του Μπαγδατόπουλου βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο. Το Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης «Smithsonian» είναι ένα μόνο από τα μέρη όπου μπορεί κανείς να δει τους πίνακές του με την ησυχία του. Άλλα ιδρύματα που κατέχουν έργα τέχνης του Μπαγδατόπουλου είναι, μεταξύ άλλων, το Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, το Μουσείο Μπόιμανς του Ρότερνταμ, η Δημοτική Πινακοθήκη του Άμστερνταμ, η Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, η Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας και η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Ίσως ήταν η εποχή στην οποία έζησε. Ισως, με μια τόσο διεθνή προσωπικότητα, ήταν κάπως αγένεια να ρωτήσει κανείς για την «αίσθηση που είχε για τον εαυτό του» ο Μπαγδατόπουλος; Δεν ξέρω. Στην εποχή μας οι καλλιτέχνες και βεβαίως οι «διασημότητες» ερωτώνται συνεχώς τι σκέφτονται και τι αισθάνονται για κάθε μικρή λεπτομέρεια που μπορεί να σκεφτεί κανείς. Όπως και να έχει, ίσως όπως τόσοι άλλοι ξεχασμένοι Έλληνες, η ζωή και η προσφορά του Γουίλιαμ Σπένσερ Μπαγδατόπουλου στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, είναι εκτός των διεθνών κύκλων της τέχνης και των μουσείων, σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένες. Τούτου λεχθέντος, υπάρχουν φήμες ότι κάποιος γράφει τη βιογραφία του Μπαγδατόπουλου. Πότε οι Ελληνοαμερικανοί μελετητές θα κοιτάξουν πέρα από τα όρια που έχουν επιβληθεί, απ’ έξω, στη συλλογική μας ιστορία στο Νέο Κόσμο; Πότε θα επιτραπεί σε όλους εκείνους που μένουν έξω από τέτοιες αφηγήσεις να επιστρέψουν επιτέλους στο σπίτι τους;
ΑΡΘΡΟ: STEVE FRANGOS (5-2-2022) – Δημοσιεύτηκε στον “Εθνικό Κήρυκα”.
ΕΡΕΥΝΑ: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΟΥΡΝΟΓΕΡΑΚΗΣ






