Σεισμοπυρκαγιά 1953… Το ποίημα…
Το ποίημα του σεισμού να πάρτε να διαβάστε, κι’ όσοι το αναγνώσετε, από καρδιά θα κλάφτε…
1) Άρχισε χέρι μου δεξί, να γράφεις λυπημένα, για το κακό που πάθαμε σιγά σιγά, ένα ένα. 2) Τι μεγάλη δυστυχία, τι μεγάλη συμφορά, όπου πάθανε εφέτος αυτά τα τρία νησιά. 3) Ζάκυνθος και Κεφαλλονιά, επίσης και Ιθάκη, με τους σεισμούς που έκαμε δεν έμεινε σπιτάκι. 4) Όλα εδιαλυθήκανε από τη μια μεριά εις άλλη, τέτοια πολύ καταστροφή μα δεν υπήρξε άλλη. 5) Πολύ εσκοτωθήκανε και ετραυματιστήκαν, και τα καημένα τα παιδιά στην ύπαιθρο βρεθήκαν. 6) Αυτή η δόλια Ζάκυνθος που έπιασε φωτία, καήκαν άνθρωποι ζωντανοί, μεγάλη δυστυχία… 7) Η πόλις επήρε και φωτιά από τη μια μεριά σε άλλη, ο κόσμος όλος έτρεχε, να γλιτώσει το κεφάλι. 8) Όλοι γδυτοί εφύγαμε και για εξοχή τραβάμε, τα πράγματά μας χάσαμε, δε ξέραμε πού πάμε. 9) Μες στις σκηνές μάς βάλανε, είμαστε στριμωγμένοι, και κλαίμε και δερνόμαστε οι κακομοιριασμένοι. 10) Πλούσιοι, φτωχοί γινήκαμε, ούλοι σωρό κουβάρι, μα ο Θεός την έκανε ετούτηνε τη χάρη. 11) Ο Θεός μας ετιμώρησε για να αλλάξουμε τη γνώμη, και δε μετανοήσαμε μωρές παιδιά ακόμη… 12) Αλλά ακόμα βλαστημούν το Άγιο Όνομά Του που τίποτσι δε γένεται χωρίς το θέλημά Του. 13) Το καλοκαίρι έφυγε και πλάκωσε ο χειμώνας, και η λάσπη μας εχτυπά απάνω από το γόνα. 14) Και ούλοι θ’ αρρωστήσουμε δίχως αμφιβολία, στο χώμα να κοιμόμαστε και θάναι δυστυχία… 15) Αυτού η μεγαλειότητα να κάμει ευσπλαχνία να στεγαστούμε σύντομα, να ιδούμε σωτηρία. 16) Πού είσαι ωραία Ζάκυνθος τσι Ελλάδας το στολίδι, όπου ο σεισμός σε έκαμε, κανείς δε σε γνωρίζει… 17) Μα ούλη ισοπεδώθηκες και έγινες πεδιάδα και πρέπει να σού βγάλουμε ολόκληρη φυλλάδα. 18) Να παίρνει ο κάθε Έλληνας με σκέψη να διαβάσει να ιδεί πως εκατάντησες και από καρδιά να κλάψει. 19) Πάει κανείς στο σπίτι του και δεν το εγνωρίζει, και μέσα η καρδούλα του σαν το γυαλί ραγίζει. 20) Πούν’ τα καμπαναρία σου που ‘τανε αρμονία; Μα εντελώς ερήμωσες, μεγάλη η απελπισία… 21) Μα εντελώς ερήμωσες και δε θα ξαναγένει και τώρα σε κοιτάζουμε σαν νάσαι πεθαμένη…22) Γιοφύρι και Πλατύφορος είναι στο Λόφο Στράνη, να γένεται περίπατος μα το μυαλό σου χάνεις. 23) Άλλος εδώ, άλλος εκεί, δε βρίσκουμε ησυχία, μα εντελώς ερήμωσε όλη η πολιτεία. 24) Χαθήκανε τα μαγαζιά, ταβέρνες, μαγειρία, και τώρα εγινήκανε όξω από τη πολιτεία. 25) Πού ‘ναι ο Σολωμός ο ποιητής που έγραψε τον Ύμνο στην Ελλάδα; Και είναι γραμμένος μέσα μας, θα σώζεται για πάντα. 26) Μα τώρα χάμου έπεσε, κει, καταής, στο χώμα, πολύ ζημιά του έγινε και άλλαξε το χρώμα. 27) Σ’ ούλα τα κράτη ήτουνα παιδιά μου ξακουσμένος και στην Ελλάδα βρίσκεται πάντοτε δοξασμένος. 28) Πού ‘ ναι η Μητρόπολη και η Φανερωμένη; Που άδικα καήκανε και από το νου δε βγαίνει. 29) Πού είναι τα αρχαία σου που ‘τανε ξακουσμένα; Και τώρα εχαθήκανε δεν έμεινε κανένα. 30) Πού είναι του Αγίου μας το ωραίο καμπαναρίο; Που εχτυπούσε το πρωί και ήτανε μεγαλείο; 31) Που εχτυπούσε το πρωί τσι 4 η ώρα, και έτσι αναγαλίαζε όλη μας η χώρα… 32) Το Άγιό μας Λείψανο ακόμα μας κρατάει, ειδεμή ετούτο το νησί, στον πάτο είθε να πάει…33) Πρέπει να μετανιώσουμε, μέσα από τη καρδία, ο Θέος να μας λυπηθεί, να ιδούμε σωτηρία. 34) Μάργαρης Παναγιώτης είν’ το επώνυμό μου, στην πολιτεία έμενα, Γαϊτάνι το χωριό μου.








