Την 11η πρωινή της 4ης Φεβρουαρίου του 1843 απεβίωσε σε ηλικία 73 ετών ο «Γέρος του Μοριά» καπετάν Θοδωράκης Κολοκοτρώνης. Το προηγούμενο βράδυ, προσκεκλημένος σε χορό των Ανακτόρων, είχε φάει, είχε πιει και είχε γλεντήσει με τη ψυχή του. Το εγκεφαλικό που ακολούθησε, μάλλον τού χάρισε γρήγορη και εύκολη μετάβαση. Έφυγε πλήρης τιμών, ήρεμος και ευχαριστημένος. Το Ελληνικό κράτος κήρυξε πένθος τριήμερο και τον κήδεψε όπως άρμοζε σε άνακτα ομηρικό: με στολή πολεμάρχου, με ολόκληρο τον οπλισμό του. Στο πλάι του απέθεσαν την περικεφαλαία και το σπαθί του. Κάτω από τα πόδια του έβαλαν μία τουρκική σημαία. Η πομπή της κηδείας του ήταν πάνδημη. Ο κόσμος μαζεύτηκε και άρχισε τον θρήνο κάτω από το «σπίτι του Γέρου», στη συμβολή των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα, σημείο αναφοράς για την αθηναϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα. Όλα τα καταστήματα έκλεισαν, όλες οι δραστηριότητες έπαυσαν. Η συγκίνηση ήταν απερίγραπτη. Τον μεγάλο νεκρό τίμησαν σύσσωμη η Ελληνική Κυβέρνηση και ο Βασιλιάς. Η σορός μεταφέρθηκε με νεκροφόρα άμαξα στο Ναό της Αγίας Ειρήνης, κινούμενη μέσω των οδών Ερμού και Αιόλου. Πίσω ακολουθούσαν όλοι οι επίσημοι και πλήθος κόσμου σε μία βουβή εθνική διαδήλωση, τη μεγαλύτερη που είχε δει ως τότε η Αθήνα. Μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία, η σορός πήρε τον δρόμο για το Α’ Νεκροταφείο περνώντας μπροστά από τα Ανάκτορα. Καθώς η Αττική γη σκέπαζε τη Λάρνακα, ακούστηκαν ομοβροντίες από το στρατιωτικό άγημα. Αντιλάλησε ο Αρδηττός, αντιλάλησε το στάδιο των Παναθηναίων, αντιλάλησε το Ολυμπιείον. Κι ο Ιλισσός κόπασε το βουερό του ρεύμα την ώρα εκείνη που ένας πανάρχαιος λαός αποχαιρετούσε τον ελευθερωτή του. Ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο τιμώμενος νεκρός είχε αφοριστεί από την Εκκλησία το 1805 εξαιτίας της επαναστατικής του δράσης. Οι Άγιοι πατέρες, που συχνά ανέφεραν την οθωμανική διοίκηση ως «δικαιότατον και φιλόπτωχον, φιλοδίκαιον και πολυχρονιώτατον δοβλέτι», διατύπωσαν τα συνήθη αποτρόπαια των αφορισμών που ήταν το μόνιμο φόβητρο του Πατριαρχείου προς κάθε δυστροπούντα και εξεγερμένο ραγιά: «όπως υπάρχωσιν αφωρισμένοι, κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τυμπανιαίοι και πάσαις ταις πατριαρχικαίς και συνοδικαίς αραίς υπεύθυνοι και ένοχοι του πυρός της γεένης, και τω αιωνίω αναθέματι υπόδικοι»… Ο Θεός βεβαίως, ουδόλως εισάκουσε τις τρομακτικές κατάρες. Διότι ο Γέρος του Μοριά έλιωσε κανονικά μετά θάνατον και απήλθε «χοῦς εἰς χοῦν». Τα κοκκαλάκια του φυλάσσονται από το 1993 σε κρύπτη στη βάση του έφιππου ανδριάντα του, που στήθηκε στην Πλατεία Άρεως στην Τρίπολη το 1971, αντικρυστά στο ανυπότακτο Μαίναλο. Από την πνευματική παρακαταθήκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τη νέα γενιά, άξιο ιδιαίτερης μνείας είναι ένα απόσπασμα από τον λόγο που εκφώνησε στους μαθητές του Βασιλικού Γυμνασίου της Αθήνας το 1838: «Νὰ σκλαβωθεῖτε εἰς τὰ γράμματά σας…. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνῃ σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ να κοιτάζῃ τὸ καλὸ τῆς κοινότητος. Μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας.»
Εικόνα: «Ο Κολοκοτρώνης στη νεκρική κλίνη» (επιχρωματισμένο σκίτσο του φιλέλληνα Γάλλου ζωγράφου Pierre Bonirote -Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Ελληνικό Ημερολόγιο). Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε στενό ιερό σύνδεσμο με την Ζάκυνθο. Εκεί βρήκε, κυνηγημένος από τους Οθωμανούς του Μοριά, το ασφαλές καταφύγιο, απόκτησε αδελφικούς φίλους και συναγωνιστές, έδωσε τον Όρκο των Φιλικών, ανάστησε και μόρφωσε τα παιδιά του, έθαψε την γυναίκα του έξω από την εκκλησιά του Άγιο Γεωργίου της οικογένειας Λατίνων, άνοιξε τα μάτια του – όπως ομολογεί ο ίδιος- και οδηγήθηκε στα μεγάλα πεπρωμένα της φυλής. Ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του είπε: «Στη Ζάκυνθο έμαθα την πολιτική του κόσμου»… Η διαμονή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο, επί μια δεκαπενταετία, είναι γεμάτη από αξιομνημόνευτά περιστατικά και γεγονότα. Οι δραστήριοι Ζακυνθινοί φιλικοί πλαισιώνουν την ηρωική αυτή μορφή, όχι μόνο στις παραμονές της Εθνεγερσίας, αλλά και σ’ όλη την διάρκεια του Ιερού Αγώνα, κι ακόμα ύστερα από την απελευθέρωση αρκετά χρόνια, όταν ένας εντόπιος πατριώτης φίλος του, στον οποίο είχε υπαγορεύσει τα απομνημονεύματα του, o Γεώργιος Τερτσέτης, έσωσε ως δικαστικός το πάλλευκο κεφάλι του Αρχιστράτηγου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ανέβαινε τακτικά στο κάστρο της Ζακύνθου, με συντροφιά τα μικρά παιδιά του. Πολλές φορές έμπαινε στην εκκλησία της Παναγίας της Πικριδιώτισσας, που ήταν στο δρόμο του προς το κάστρο, άναβε κεράκια και προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου Γλυκοφιλούσας για την απελευθέρωση του Γένους. Ο Κολοκοτρώνης προσευχόταν πάντα στην Θεοτόκο για την Ελληνική Ελευθερία. Από το κάστρο έδειχνε στα παιδιά τον κατακαημένο Μοριά του κι έλεγε: «Εκεί έζησαν οι προπάτορες μας….. Τώρα εκείνη η γη στενάζει μέσα στην σκλαβιά….» Κι αμέσως άρχιζε τα κλάματα… Ο γιος του Ιωάννης (Γενναίος) – όπως αναφέρει το δημοτικό τραγούδι της εποχής – τόνε ρωτούσε: –Τι έχεις,πατέρα μου, και κλαις και βαριαναστενάζεις; Και εκείνος του απαντούσε. -Γλέπω τη θάλασσα πλατεία και τον Μορίαν αλάργα. Με πήρε το παράπονο και το μεγάλο ντέρτι. Ένα χρόνο πριν ορκιστεί Φιλικός, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1817) είχε λάβει στη Ζάκυνθο γράμμα από τον Άγγλο φιλέλληνα, ταγματάρχη τότε και στρατηγό αργότερα Τζούρτζ, στενό φίλο του από τα πρώτα χρόνια της Ζακύνθου, που τον προκαλούσε να πάει στο Βασίλειο της Νεαπόλεως και να υπηρετήσει ως αξιωματικός κοντά του. Ο Γέρος του Μοριά, όταν έλαβε το γράμμα περνούσε δύσκολες ημέρες οικονομικά. Από το παρακάτω κείμενο του Γεωργίου Τερτσέτη, αποδεικνύεται ότι μια καλοκαιρινή μέρα το 1817 κρίθηκε από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Κάστρο της Ζακύνθου η τύχη της Ελληνικής Επανάστασης. «Το περιστατικόν – γράφει ο Τερτσέτης – ακολούθησε κατά το έτος 1817, και το λεχω από τα χείλη του Κολλίνου (γιος του Κολοκοτρώνη). Ο Κολλίνος τότε ήτο 7-8 ετών. Μια μέρα τον πήρε ο πατέρας του από το χέρι, ήτον βασιλεύματα ηλίου, μεγάλη ημέρα καλοκαίρι. Το ιστορικό είναι εις την Ζάκυνθον. Τον επήρε λοιπόν από το χέρι , επήραν τον δρόμον της Παναγίας της Πικρίδου, όλος ανήφορος που ανεβαίνει εις τον Κάστρο. Εκεί φθάνοντας ο Γέρος πήρε τον υιόν του εις δύσβατο και παράμερο μέρος, εκάθησε εις μίαν πέτραν και έκλαιγε. Εγώ -μου έλεγε ο μακαρίτης ο Κολλίνος (εξακολουθεί ο Τερτσέτης) – που τον ήβλεπα να κλαίγη, δεν καταλάβαινα τι τρέχει, μάλιστα που τον γνώρισα σχεδόν πάντοτε άγριον, μ’ επήρε εις την αγκαλιάν του και μου έκαμεν την ακόλουθην ομιλία: « Παιδί μου είμαι φτωχός και σήμερον έλαβα γράμμα από τον Ταγματάρχη του Τζούρτζ και με προσκαλεί να πάρω δουλεύσιν εις το Βασίλειο της Νεαπόλεως, όπου και αυτός κακοφανισμένος από την Κυβέρνησιν του επήγε και έγινε στρατηγός. Τι να κάμω;Να πάω ή να μην πάγω;O Tζούρτζ , που με κράζει, με αγαπάει διατί με είδε εις την Αγία Μαύρα (Λευκάδα) με σπαθί ανοικτό να καβαλικεύσω τα κανόνια Γάλλων. Τι να κάμω τώρα; Σε αγκαλιάζω , παιδί μου, μήπως και η αθωότης σου μου εμπωεύση γνώμην καλήν.» Και αυτά λέγοντας επερίσσευε το κλαύμα του. Αλλά με μιας τον βλέπω, ομιλεί ο Κολλίνος, και αγριεύει η όψις του, και βγαίνει μίαν φωνήν που ακούσθη βεβαίως από το κάστρο εις την άτι Χώρα, (δηλαδή την πόλη της Ζακύνθου).- ¨Όχι, δεν προδίδω την πατρίδα μου. Όπου εσκότωσαν τον πατέρα μου, όπου έκοψαν χέρια και πόδια του παππού μου, εκεί θα πάγω…. Εις τον Πλάτανον της Τριπολιτσάς , όπου εκρέμασαν τους ιερείς της πίστεως μας, εκεί θα πάγω, να πάρω, να εξαγοράσω το αίμα τους με αίμα…. Υπάγω εις την Νεάπολιν. Εύμορφα συχαρίκια να πάνε εις τον πατέρα μου. Ο υιός σου σκοτώνει με ανθρώπους που δεν γνωρίζει, που δεν έκαμαν ποτέ κανένα κακό. Αν ο Θεός μου έδωσε ανδρείαν δεν την πουλώ, ως πουλούν τες πιννές εις το παζάρι οι ψαρολοί.» Πέντε έτη δεν επέρασαν, αφού ο Γέρο Κολοκοτρώνης έβρεχε με τα δάκρυα του τις πέτρες της Ζακύνθου και το άτι του από τα τείχη της Τριπολιτζάς έως εις τα Σαράγια, το άτι του δεν επατήσε γη, άλλα σώματα ανθρώπων νεκρών, φονευμένων…».
ΠΗΓΗ: Ιστοσελίδα ΖΑΚΥΝΘΟΣ – ΕΛΛΑΔΑ 1821 – 2021
Το σπίτι του Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο ζωγραφισμένο από τον Ζακύνθιο Ζωγράφο ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΠΕΛΕΚΑΣΗ.









